147/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated147/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη, κατά την αμέσως πιο πάνω διάταξη, διακοπή της παραγραφής θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νόμιμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, αναγκαία για έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 147 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 147/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βλάχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: .........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μικρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6265/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2639/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 31-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου".
Ως διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη, κατά την αμέσως πιο πάνω διάταξη, διακοπή της παραγραφής θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νόμιμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, αναγκαία για έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Ως τελευταία διαδικαστική πράξη νοείται όχι η τελευταία σε σχέση με τη δίκη ή η περατώνουσα τη δίκη, αλλά η κατά τη διαδοχή του χρόνου πλέον πρόσφατη. Αν μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ολόκληρος ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης, επέρχεται η παραγραφή της κατά τη διάρκεια της επιδικίας (Ολ.ΑΠ 1143/1983).
Η παραγραφή της αξίωσης κατά τη διάρκεια της επιδικίας προτείνεται μόνο κατ' ένσταση του υποχρέου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 277 ΑΚ, κατά την οποία, το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί. Ομοίως και ο ισχυρισμός για διακοπή της εν λόγω παραγραφής αποτελεί αντένσταση κατά της τελευταίας, προτεινόμενη από το δικαιούχο της αξίωσης.
Για το ορισμένο, όμως, της ένστασης παραγραφής της αξίωσης, όπως και της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, πρέπει, τα περιστατικά που τις θεμελιώνουν, να περιλαμβάνονται με σαφήνεια στο δικόγραφο που τις περιέχουν. Διαφορετικά τόσο η ένσταση, όσο και η αντένσταση είναι απορριπτέες και αυτεπαγγέλτως ως αόριστες.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Ειδικότερα, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός που είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, ήταν ορισμένος και νόμιμος, ασκούσε, δηλαδή, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής ισχυρισμός). Στην προκείμενη περίπτωση, υπόκειται τακτική περί αποβολής από τη νομή ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος προέβαλε με τις πρωτόδικες προτάσεις του, πλην άλλων, τον ισχυρισμό ότι η επίδικη αξίωση υπέπεσε στην προαναφερόμενη ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ, την ένστασή του δε αυτή ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο.
Την τελευταία απέρριψε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ ο εκκαλών την επαναφέρει ως λόγο πλήττοντα την εκκαλουμένη. Πράγματι, η αγωγή για την φερόμενη, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, αποβολή της ενάγουσας ασκήθηκε στις 24.10.2000 (βλ. ..... έκθεση επίδοσης αντιγράφου της στον εναγόμενο, με κλήση να παραστεί κατά την ορισθείσα προς εκδίκαση δικάσιμο, της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά ..........), μέχρι δε τη συζήτησή της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (28.5.2002) παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του έτους, ενώ η ενάγουσα δεν προέβαλε κατ' αντένσταση τον ισχυρισμό της διακοπή, καίτοι υφίστατο σχετικό διακοπτικό της παραγραφής γεγονός.
Ως εκ τούτου η προβληθείσα ένταση έπρεπε να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, κατά τον βάσιμο συναφή δεύτερο λόγο της έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη για το λόγο ότι η τελευταία, όπως αποδείχθηκε, ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο διαρκώς μέχρι την κατά το μήνα Ιανουάριο 2000 προσβολή της νομής της και, ακολούθως, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης κατά τη διάρκεια της επιδικίας ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, ο ήδη αναιρεσίβλητος δεν πρότεινε νόμιμα και παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αντιδίκου του κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ειδικότερα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, στις 28.5.2002, πρότεινε ο ήδη αναιρεσίβλητος μόνο την ένσταση" της ενιαύσιας παραγραφής", ενώ με τις από 28.5.2002 πρωτόδικες προτάσεις του ανέπτυξε αυτήν ως εξής :
Ένσταση παραγραφής κατ' άρθρον 992 ΑΚ, δεδομένου ότι τόσον εγώ από το έτος 1974, όσο και ο υιός μου από το 1996, είμαστε αδιατάρακτα και αδιάλειπτα νομείς και κάτοχοι του επιδίκου ακινήτου. Επειδή από το έτος 1996 δυνάμει του υπ' αριθμόν ........ συμβολαίου γονικής παροχής, νομίμως μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τομ. .....), όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ........
πιστοποιητικό μεταγραφής, μεταβίβασα και παρέδωσα στον υιό μου ........ την κυριότητα, νομή και κατοχή του αγροτεμαχίου αυτού. 'Ετσι για χρονικό διάστημα περισσότερο των έξι (6) ετών ο ανωτέρω υιός μου έχει με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου, το αγροτεμάχιο αυτό, στο οποίο ασκούσε και ασκεί όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στον σκοπό και προορισμό του, ως καλλιέργεια λαχανικών, συλλογή καρπών, πότισμα, περίφραξη κ.λ.π..
Παράλληλα με την ένταξή του στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Παλλήνης, αφού κατέθεσε ο ανωτέρω δήλωση ιδιοκτησίας, προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες που έπρεπε να γίνουν για τη βελτίωση των όρων ένταξης. Επίσης, με αίτησή του προς τον Δήμο Παλλήνης με αριθ. πρωτ. ........, έβαλε νερό, με το οποίο εξυπηρετούνται και τα δύο ενοποιημένα αγροτεμάχια ιδιοκτησίας του.
Οράτε σχετική βεβαίωση του Δήμου Παλλήνης καθώς και λογαριασμούς είσπραξης της αξίας κατανάλωσης νερού για το επίδικο οικόπεδο στην οδό ......... Επίσης στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες φαίνονται δύο βρύσες. Μία στην κολώνα του άλλου οικοπέδου και μία βρύση στο επίδικο στην άλλη πλευρά του στο δυτικό του όριο.
Έτσι για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι πέντε (25) ετών, ήτοι από το έτος 1974 στο πρόσωπό μου και από το έτος 1996 στο πρόσωπο του υιού μου κανείς δεν είχε διαταράξει ή αμφισβητήσει τα δικαιώματά μας πάνω στο οικόπεδο αυτό". Τέτοιο σαφή και συγκεκριμένο ισχυρισμό (ένσταση) για παραγραφή της ένδικης αξίωσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια της επιδικίας δεν πρότεινε ο ήδη αναιρεσίβλητος ούτε με το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αυτός πλήττει απλώς την εκκαλούμενη απόφαση, "γιατί κατ' εσφαλμένη κατ' ουσία κρίση και διάγνωση η εκκαλουμένη απέρριψε...καθώς επίσης και την ένστασή του, περί παραγραφής των δικαιωμάτων νομής και δικαστικής αυτής προστασίας εκ μέρους της αντιδίκου του", ούτε με τις από 2.9.2003 προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις οποίες αυτός επαναφέρει τον πρωτόδικο και μόνο ισχυρισμό του.
Εφόσον, επομένως, δεν προτάθηκε η επίμαχη ένσταση με το περιεχόμενο που προσδόθηκε σ' αυτή από το δικαστήριο της ουσίας, που, τυχόν προτεινόμενη, θα συνιστούσε πράγμα, κατά την έννοια του αριθμού 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη την εν λόγω ένσταση και, κατά παραδοχή της, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν αόριστα.
Ο μοναδικός, συνακόλουθα, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια (από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2639/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ