Legislator Case Law & Legislation
147/2007 AI generated

147/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 147/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 147 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 147/2007

Legislator headnote

AI generated

147/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 147 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 147/2007

Keywords

AI generated
withdrawal from accident insurance motorcycle accident injuries accident insurance appeal inadmissible cessation of accident benefits denial of insurance coverage denial of invalidity insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 147 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 147/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλαμπόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 2. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κούσαη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 3. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10 Μαρτίου 1998 και 3 Νοεμβρίου 1998 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και 1ου αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2392/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1413/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15 Ιουλίου 2003 αίτησή τους και τους από 4 Φεβρουαρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 3ου αναιρεσίβλητου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την αίτηση αναιρέσεως και το πρόσθετο αναιρετήριο, όπως ρητώς αναφέρεται στο πρώτο δικόγραφο και όπως προκύπτει από τους αναιρετικούς λόγους που διατυπώνονται σε αμφότερα τα δικόγραφα αυτά, η 1413/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πλήττεται μόνο κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε η από 10-3-1998 αγωγή των αναιρεσειουσών κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Επικουρικού Κεφαλαίου (τρίτου των εναγομένων), ενώ δεν διατυπώνεται κατ' αυτής καμία αιτίαση ως προς τα κεφάλαια που αφορούν στον δεύτερο και τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων (πρώτο και δεύτερο των εναγομένων), που δεν παρέστησαν. Δεδομένου άλλωστε ότι πρόκειται για απλή ομοδικία, δεν ήταν υποχρεωτική η απεύθυνση της αναιρέσεως και κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων. Επομένως, κατά το μέρος που απευθύνονται κατ' αυτών, η αίτηση αναιρέσεως και το πρόσθετο αναιρετήριο είναι απαράδεκτα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ.

ΙΙ. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την προϋπόθεση ότι αυτά ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων θεμελιωτικών ισχυρισμού ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού πρέπει να αποδεικνύεται ότι η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου έχει γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ. ΑΠ 14/2005). Έτσι, στην κατ' έφεση δίκη δεν είναι νόμιμη η επίκληση αποδεικτικού μέσου, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα πρωτοδίκως με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, χωρίς να γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, στις οποίες περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 74 και 75 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν συνεπάγονται πλείονες υπόχρεοι προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα και στην οποία οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους άλλους, η ομολογία του ενός δεν επηρεάζει τη θέση των λοιπών. Ως εκ τούτου, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ομολογία ενός των ομοδίκων σε βάρος των λοιπών δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτόν λόγο (ΑΠ 71/2005).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι η ζημιογόνος μοτοσυκλέτα ήταν ανασφάλιστη, ήτοι: α) την από 27-9-1997 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, στην οποία αναφέρεται ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας (δεύτερος των αναιρεσιβλήτων) παρεβίασε το άρθρο 17 του ν. 2170/1993, δηλαδή ότι οδηγούσε ανασφάλιστο όχημα, β) την περιλαμβανόμενη στην ποινική δικογραφία από 16-1-1998 έκθεση εξετάσεως του ίδιου, ο οποίος αναφέρει ότι η εν λόγω μοτοσυκλέτα ήταν ανασφάλιστη, γεγονός που αποτελεί εξώδικη ομολογία και γ) την περιεχόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις δικαστική ομολογία του κυρίου της μοτοσυκλέτας (τρίτου των αναιρεσιβλήτων), ότι αυτή ήταν ανασφάλιστη. Όμως, στις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις των αναιρεσειουσών, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, αναφέρεται μόνο η ως άνω δικαστική ομολογία, χωρίς να γίνεται καμία μνεία για τα άλλα δύο (υπό στοιχεία α και β) αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος, ως προς τα δύο τελευταία αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, ενώ ως προς την δικαστική ομολογία, είναι απαράδεκτος, διότι η ομολογία αυτή δεν επηρεάζει τη θέση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ήταν συνεναγόμενο (άρα τελούσε σε σχέση απλής ομοδικίας) με τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων στη σχετική περί αποζημιώσεως αγωγή των αναιρεσειουσών, με την οποία αυτές, προκειμένου να θεμελιώσουν ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου προς αποζημίωσή τους, ισχυρίζοντο ότι η ζημιογόνος μοτοσυκλέτα ήταν ανασφάλιστη.

III. Από τις διατάξεις των άρθρων 671 παρ. 1 εδ. Α΄ και 681 Α Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του, το δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως και όσα αποδεικτικά μέσα δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως π.χ. ανεπίσημα, αχαρτοσήμαντα, ανεπικύρωτα, ανυπόγραφα και, γενικώς, άκυρα έγγραφα, στα οποία μπορεί να αποδώσει μείζονα ή ελάσσονα βαρύτητα σε σύγκριση με άλλα, εκτός εκείνων που έχουν κατά νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, όπως είναι τα κατ' αποδεικτικό τύπο συντεταγμένα έγγραφα, ο όρκος και η ομολογία. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως περί υπάρξεως ασφαλιστικής καλύψεως της ζημιογόνου μοτοσικλέτα, έλαβε υπόψη και προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο από 13-5-1998 δελτίο αναζητήσεως στοιχείων της Υ.Σ.Α.Ε., παρόλο που το έγγραφο τούτο στερείται των απαραίτητων για το κύρος του στοιχείων, αφού "δεν έχει ταυτότητα εκδότη και δεν φέρει καμία υπογραφή". Η αιτίαση όμως αυτή δεν μπορεί να ιδρύσει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 12- αλλ' ούτε και του αριθμού 11 περ. α΄- του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού, στο πλαίσιο της εν λόγω ειδικής διαδικασίας, το δικαστήριο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επιτρεπτώς λαμβάνει υπόψη και ελευθέρως αξιολογεί ακόμη και άκυρα αποδεικτικά έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

IV. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1, 11 του ν. 489/1976 και 338 Κ.Πολ.Δ. που ρυθμίζουν το βάρος της αποδείξεως, απέρριψε ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο την αγωγή τους, δεχθέν ότι δεν προβλήθηκε από αυτές, ούτε αποδείχθηκε ότι η ακύρωση της καλύπτουσας τη ζημιογόνο μοτοσυκλέτα ασφαλιστικής συμβάσεως γνωστοποιήθηκε από την ασφαλιστική εταιρία στον ασφαλισμένο, κατά τον οριζόμενο, στο άρθρο 11 του ν. 489/1976, τύπο. Όπως εκτίθεται όμως πιο κάτω, κατά την εξέταση του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και του μοναδικού λόγου του πρόσθετου αναιρετηρίου, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως της άνω γνωστοποιήσεως ανήκε στις αναιρεσείουσες, οι οποίες με την αγωγή τους, επικαλούμενες έλλειψη ασφαλίσεως της μοτοσυκλέτας, ζητούσαν να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο να τους καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την περιουσιακή ζημία και την ψυχική οδύνη, αντιστοίχως, που υπέστησαν από τη θανάτωση του ... (συγγενούς τους) κατά την ανατροπή της ανασφάλιστης μοτοσυκλέτας, στην οποία αυτός επέβαινε και η οποία ανετράπη εξαιτίας της αμελούς κατά την οδήγηση συμπεριφοράς του οδηγούντος αυτή ... Επομένως, ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως αν ως αποδεικτικό βάρος στο άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. νοείται το υποκειμενικό ή το αντικειμενικό βάρος της αποδείξεως και συνακόλουθα αν στην προκειμένη ειδική διαδικασία χωρεί ή όχι αναίρεση για εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως, είναι αβάσιμος.

V. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. απορρέουσα πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ζημιογόνος μοτοσυκλέτα ήταν ανασφάλιστη. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ισχυρισμός αυτός, ληφθείς κατ' εξοχήν υπόψη και ερευνηθείς διεξοδικώς από το εφετείο, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ως στερούμενος δηλαδή αποδεικτικού ερείσματος. Ο λόγος συνεπώς αυτός είναι αβάσιμος.

VI. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1, 19 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκαν με το π.δ. 237/1986, 2 και 3 του π.δ. 314/1993, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την 90/232 οδηγία της ΕΟΚ (ήδη ΕΕ), συνάγεται ότι την αποζημίωση στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν από αυτοκινητικό ατύχημα υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο και όταν το ζημιογόνο όχημα είναι ανασφάλιστο, ήτοι όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή όταν αυτή έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη, είτε μονομερώς από ένα εκ των συμβαλλομένων, είτε με κοινή συμφωνία αυτών, οπότε, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το αυτοκίνητο, πρέπει ο ασφαλιστής να έχει γνωστοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο τη λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως, από τη γνωστοποίηση δε αυτή, που γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο στην κατοικία ή στη διαμονή αυτών, πρέπει να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών. Για τη θεμελίωση της σχετικής περί αποζημιώσεως αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου αρκεί να εκτίθεται σ' αυτή, εκτός των λοιπών παραγωγικών της αξιώσεως πραγματικών γεγονότων, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Αν όμως το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι είχε καταρτισθεί σχετική σύμβαση ασφαλίσεως, τότε για να γεννηθεί υποχρέωση του προ αποζημίωση παθόντος, πρέπει ο τελευταίος να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η σύμβαση αυτή έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη νομοτύπως, επιπλέον δε ότι έγινε σχετική γνωστοποίηση με τον άνω τρόπο από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο, καθώς και ότι το ατύχημα συνέβη μετά την παρέλευση (16) ημερών από την εν λόγω γνωστοποίηση. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του π.δ. 314/1993 δεν παρέχουν στήριγμα σε διαφορετική εκδοχή, αφού αυτές, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, αναφέρονται σε διαφορά μεταξύ Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή σχετικώς με το ποιος από αυτούς πρέπει να αποζημιώσει τον παθόντα τρίτο και δεν καθιερώνουν εξαρχής δυνατότητα του τελευταίου να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση τούτου, ακόμη και αν το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, να αποζημιώσει τον τρίτο και ακολούθως να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει την απόδοση όσων κατέβαλε στον τρίτο (Ολ. ΑΠ 3/2005).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, σχετικώς με το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως ή όχι ασφαλιστικής καλύψεως της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, από την αμελή οδήγηση της οποίας εκ μέρους του ... αυτή ανετράπη και τραυματίσθηκε θανασίμως ο επιβαίνων ..., δέχθηκε τα εξής: Η εν λόγω μοτοσυκλέτα είχε ασφαλισθεί από τον κατά τον χρόνο του ατυχήματος (27-9-1997) ιδιοκτήτη αυτής ... στην ασφαλιστική εταιρία "ΑΣΤΗΡ" για το χρονικό διάστημα από 27-5-1997 έως 25-9-1998, εντός του οποίου συνέβη και το ατύχημα. Και ναι μεν η σχετική σύμβαση ασφαλίσεως ακυρώθηκε στις 12-9-1997 με το ... "συμβόλαιο", πλην όμως οι αναιρεσείουσες (ενάγουσες) δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν ότι η ακύρωση αυτή γνωστοποιήθηκε, με τις διατυπώσεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, από την άνω ασφαλιστική εταιρία στον ασφαλισμένο της ... Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές το εφετείο έκρινε ότι, αφού η ακύρωση αυτή της ασφαλιστικής συμβάσεως δεν μπορεί να αντιταχθεί εγκύρως από την ασφαλιστική εταιρία κατά των αναιρεσειουσών, το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτές την αξιούμενη με την αγωγής τους αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την περιουσιακή ζημία και την ψυχική οδύνη, αντιστοίχως, που υπέστησαν από τον, προκληθέντα κατά το ατύχημα, θάνατο του συγγενούς αυτών ... Ακολούθως το εφετείο δέχθηκε την από 16-1-2002 έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την από 10-3-1998 αγωγή των αναιρεσειουσών ως προς το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο. Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντες, πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και μοναδικός λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

VII. Μετά ταύτα για τους λόγους που εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και το πρόσθετο αναιρετήριο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο υπέβαλε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 15-7-2003 αίτηση και το από 4-2-2005 πρόσθετο αναιρετήριο για αναίρεση της 1413/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και -

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ