Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding debt insolvency assessment by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against two individuals and two banks. The appellants argued that the lower court erred in finding the debtors insolvent without fault, but the court rejected this as an inadmissible attack on the first instance judgment. The court ruled that these arguments concern the evaluation of facts and evidence, which falls within the exclusive discretion of the court of first instance and cannot be reviewed on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Appeals challenging the factual assessment of insolvency or the evaluation of evidence are inadmissible as they attack the unreviewable judgment of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1479 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1479/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ν., 2) Σ. Π. του Κ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καβουρίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-2-2014 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 32/2014 και 31/2014 αιτήσεις των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020(A` 104), ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13-3-2020 - 31-5-2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.
η 6-4-2021" (ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 3.../2023, ΑΠ 987/2022).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κρινόμενη, από 15-12-2021 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 207/17-12-2021, αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 118/2019 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, δικάστηκε ερήμην της τρίτης των αναιρεσίβλητων, η οποία δεν παραστάθηκε στο Εφετείο. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, στην ως άνω δίκη, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 811/2023).
Η υπόθεση δικάστηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1, 552,553 παρ.1, 556 παρ.1 σε συνδ.
με 741 κα 769 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως. Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη πρωτόδικη 118/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται (άρθ. 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ), για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της και του εμπροθέσμου της άσκησής της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αναίρεσης, προκύπτει ότι η πιο πάνω απόφαση, δημοσιεύθηκε στις 22-07-2019.
Επίδοση της απόφασης αυτής δεν προκύπτει. Η αίτηση δε, για την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης, ασκήθηκε στις 17-12-2021, όπως προκύπτει από την με αριθμό 207/2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου αναίρεσης, του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος καθ'ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, των δύο (2) ετών, από της δημοσιεύσεως της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο, του νόμου 4335/2015, που εφαρμόζεται στη προκείμενη περίπτωση και, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιεύθηκε, μετά τη δημοσίευση του πιο πάνω νόμου.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., (όπως ισχύουν για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), (Α.Π. 1054/2023, ΑΠ 460/2022,) και ενώ η προθεσμία από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 07-11-2020 έως 5.4.2021 είχε ανασταλεί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και το άρθρο 83 παρ. 1 περ. α' του ν. 4790/2021, όπως αυτό ερμηνεύθηκε με το άρθρο 25 του ν. 4792/2021, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπολογίζεται, στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων και παράλληλα παρέχονται επιπλέον 30 και 10 ημέρες αντίστοιχα από το νόμιμο χρόνο λήξης της προθεσμίας, όπως αυτή ανεστάλη. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ, απορριπτομένου, του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς η υπό κρίση αναίρεση ,πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1294/2022, Α.Π. 904/2022, Α.Π. 1544/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 15-12-2021 (με αριθμό καταθέσεως 207/17-12-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 118/2019 οριστικής αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάζοντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίστηκε για την αρχική δικάσιμο της 06-10-2023, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της, ενόψει των Αυτοδιοικητικών εκλογών της 08/10/2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15-10-2023, και προσδιορίσθηκε εκ νέου με αυτεπάγγελτη πράξη της Προέδρου του Δ τμήματος, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτού, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών για την αρχική δικάσιμο της 06-10-2023, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων.
Με την από 16/10/2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, η οποία γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ..., στο site του Αρείου Πάγου ..., στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων ...
ως και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς ενημέρωση των διαδίκων, ενεγράφη δε η υπόθεση στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα του Δικαστηρίου και η εγγραφή αυτή ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους [άρθρο 260 αρ 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το με αριθμ.πρωτ. ...-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, περί αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων ενόψει των αυτοδιοικητικών και επαναληπτικών αυτών εκλογών στις 08-10-2023 και 15-10-2023 αντίστοιχα].
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με την σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν η τρίτη και τέταρτη των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, παραστάθηκαν δε νομίμως και προσηκόντως, μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, αφού οι ανωτέρω τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τα ανωτέρω, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.)
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι οι αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, τις από 26-02-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 32/27-02-2014 και 31/27-02-2014 αντίστοιχα) αιτήσεις τους, με τις οποίες, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθών η αίτησή τους, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τις τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, ζήτησαν τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους προς τους ως άνω πιστωτές τους, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις δύο ως άνω αιτήσεις, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 11/2015, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία τους. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε από το ήδη αναιρεσείον, η από 04-12-2017 [ αρ.κατ: 15/05-12-2017 ] έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι, σύζυγοι, που γεννήθηκαν, αντίστοιχα, στις 25.05.1968 και 22.03.1970, είναι γονείς δύο (2) τέκνων της Χ.
και του Ν., που γεννήθηκαν, αντίστοιχα, στις 11.02.1999 και 10.02.2006. Την οικογενειακή τους στέγη αποτελεί μία οριζόντια ιδιοκτησία (μαιζονέτα), αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 29,58 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 63,15 τ.μ., πρώτο (Α') όροφο εμβαδού 45,38 τ.μ. και στέγη, που έχει κατασκευαστεί το έτος 2007 σε οικόπεδο, έκτασης 1.503 τ.μ., που βρίσκεται στην ειδική θέση "Άγιος Βασίλειος" στα Καρυώτικα Ξυλοκάστρου Κορινθίας, στο οποίο έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας 333,33/1000 εξ αδιαιρέτου.
Το ακίνητο αυτό απέκτησαν οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο ....2009 συμβόλαιο πώλησης οριζοντίου ιδιοκτησίας, αντικειμενικής αξίας 200.000,00 ευρώ, της συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γ. Κ.-Μ., με αναγραφόμενο τίμημα 200.000,00 ευρώ, που πιστώθηκε στο σύνολό του.
Επίσης, το έτος 2009, ο δεύτερος εφεσίβλητος απέκτησε καινούριο το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής DAIHATSU, τύπου TERIOS, χρώματος ασημί, 1.298 κ.εκ., ημέρας 1ης άδειας κυκλοφορίας 05.08.2009, ενώ αμφότεροι οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.E. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου BRAVA, 1.242 κ.εκ., έτους 1ης κυκλοφορίας 1999, για το οποίο έχουν προβεί σε δήλωση ακινησίας στη Δ.O.Y. Κορίνθου στις 18.10.2013. Για την αποπληρωμή του τιμήματος της παραπάνω μαιζονέτας, που απέκτησαν οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι, χορηγήθηκαν σε αυτούς από το εκκαλούν δύο δάνεια, ισόποσα συνολικά με το τίμημα που αναγραφόταν στο πωλητήριο συμβόλαιο (200.000,00 ευρώ), και συγκεκριμένα στην πρώτη εφεσίβλητη το ποσό των 82.000,00 ευρώ με εκ τρίτου συμβαλλόμενο/εγγυητή τον δεύτερο εφεσίβλητο και στον τελευταίο το ποσό των 118.000,00 ευρώ με εκ τρίτου συμβαλλόμενη/εγγυήτρια την πρώτη εφεσίβλητη, με την υπογραφή, στις 23.11.2009, σχετικών συμβάσεων τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, οι οποίες έχουν, αντίστοιχα, αριθμούς λογαριασμού ...
και ... Μάλιστα, το εκκαλούν προς εξασφάλιση των ανωτέρω απαιτήσεών του, που απορρέουν από τις προρρηθείσες δανειστικές συμβάσεις, ενέγραψε επί του ως άνω ακινήτου, δυνάμει αυτών (συμβάσεων), υποθήκη για το ποσό των 200.000,00 ευρώ. H μεν πρώτη εφεσίβλητη εργάζεται ως διοικητική υπάλληλος στο Δήμο Ξυλοκάστρου, ο δε σύζυγός της και δεύτερος εφεσίβλητος είναι καθηγητής φυσικής στο Γυμνάσιο Παναριτίου, ενώ από το έτος 2016 ασκεί παράλληλα και αγροτική δραστηριότητα.
Ειδικότερα, κατά τα οικονομικά έτη 2010-2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014-2017, είχαν δηλώσει: α) για το έτος 2009 (οικονομικό 2010) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 15.289,52 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 4.750,93 ευρώ και ο δεύτερος από αυτούς εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 19.509,16 ευρώ, β) για το έτος 2010 (οικονομικό 2011) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 14.380,24 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 3.496,83 ευρώ και ο δεύτερος από αυτούς εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 17.494,13 ευρώ, γ) για το έτος 2011 (οικονομικό 2012) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 13.826,17 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 2.698,34 ευρώ και ο δεύτερος από αυτούς εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 16.735,25 ευρώ, δ) για το έτος 2012 (οικονομικό 2013) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 13.382,13 ευρώ και ο δεύτερος από αυτούς εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.418,38 ευρώ, ε) για το έτος 2013 (οικονομικό 2014) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.407,40 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 30,39 ευρώ και ο δεύτερος από αυτούς εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.480,93 ευρώ, στ) για το έτος 2014 (φορολογικό 2014) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.849,95 ευρώ και ο δεύτερος από αυτούς εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.402,58 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 320,04 ευρώ, ζ) για το έτος 2015 (φορολογικό 2015) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.610,83 ευρώ και ο δεύτερος από αυτούς εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.283,44 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 320,04 ευρώ, η) για το έτος 2016 (φορολογικό 2016) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.736,26 ευρώ και ο δεύτερος από αυτούς εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.700,55 ευρώ, από αγροτική δραστηριότητα 500,91 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 1.547,91 ευρώ και θ) για το έτος 2017 (φορολογικό 2017) η πρώτη εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 13.215,62 ευρώ και από τόκους (προ φόρου) ημεδαπής προέλευσης 0,51 ευρώ και ο δεύτερος εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 12.862,36 ευρώ, από αγροτική δραστηριότατα 430,61 ευρώ και από τόκους (προ φόρου) ημεδαπής προέλευσης 3,85 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των κρινόμενων αιτήσεων, οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές (τρίτη και τέταρτη εφεσίβλητες τράπεζες και εκκαλούν ΝΠΔΔ), ήτοι: (A) η πρώτη εφεσίβλητη προς το εκκαλούν ΝΠΔΔ:
α) ως οφειλέτρια την πιο πάνω υπ' αριθ. λογαριασμού ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου (με υποθήκη επί ακινήτου) με υπόλοιπο οφειλής, στις 30.06.2014, σύμφωνα με την από 03.11.2014 κατάσταση οφειλών, 76.643,34 ευρώ και με μηνιαία δόση ποσού 464,19 ευρώ, και β) ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη/εγγυήτρια την πιο πάνω υπ' αριθ. ...
σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου (με υποθήκη επί ακινήτου), με υπόλοιπο οφειλής στις 30.06.2014, σύμφωνα με την από 03.11.2014 κατάσταση οφειλών, ποσού 110.291,71 ευρώ και με μηνιαία δόση ποσού 426,13 ευρώ. Και (B) o δεύτερος εφεσίβλητος 1) προς το εκκαλούν ΝΠΔΔ: α) ως οφειλέτης την πιο πάνω υπ' αριθ. ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου (με υποθήκη επί ακινήτου), με υπόλοιπο οφειλής στις 30.06.2014, σύμφωνα με την από 03.11.2014 κατάσταση οφειλών, ποσού 110.291,71 ευρώ και με μηνιαία δόση ποσού 426,13 ευρώ, και β) ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος/εγγυητής την πιο πάνω υπ' αριθ.
λογαριασμού ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου (με υποθήκη επί ακινήτου) με υπόλοιπο οφειλής, στις 30.06.2014, σύμφωνα με την από 03.11.2014 κατάσταση οφειλών, 76.643,34 ευρώ και με μηνιαία δόση ποσού 464,19 ευρώ, 2) προς την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ως οφειλέτης την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης με υπόλοιπο οφειλής 6.186,33 ευρώ και με μηνιαία δόση ποσού 112,10 ευρώ, και 3) προς την "EUROBANK ERGASIAS A.E." ως οφειλέτης την υπ' αριθ. ...
σύμβαση λογαριασμού υπερανάληψης, που συνήψε τον Απρίλιο του 2008, με υπόλοιπο οφειλής στις 21.03.2014, σύμφωνα με την από ίδια ημερομηνία βεβαίωση οφειλών, ποσού 20.359,36 ευρώ (κεφάλαιο 15.487,06 ευρώ, τόκοι 4.872,30 ευρώ και έξοδα 0,00) και με μηνιαία δόση ποσού 300,00 ευρώ. Πρακτικά, λοιπόν, κατά το έτος 2014, για τη μηνιαία εξυπηρέτηση των παραπάνω δανείων, ήταν αναγκαία η καταβολή συνολικού ποσού (464,19 + 426,13 + 112,10 + 300 =) 1.302,42 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω ποσά των μηνιαίων δόσεων.
Κατά τα κρίσιμα δε έτη 2013-2014 (ήτοι το έτος 2014 που κατατέθηκαν οι ένδικες αιτήσεις και το προηγούμενο έτος 2013, κατά το οποίο ουσιαστικά παγιώθηκαν οι οφειλές τους προς τους ως άνω πιστωτές τους), οι εν γένει δαπάνες διαβίωσης αυτών (δύο πρώτων εφεσιβλήτων) και των μελών της οικογένειάς τους ήταν ποσού 1.500,00 ευρώ.
Ως εκ τούτου, προκειμένου να καλύψουν τις εν λόγω βιοτικές δαπάνες και να εξυπηρετήσουν τις μηνιαίες δόσεις των δανείων τους, ήταν αναγκαία εισοδήματα συνολικού ποσού 2.802,42 ευρώ. Ωστόσο, τα μηνιαία εισοδήματα των δύο πρώτων εφεσιβλήτων, κατά τα αυτά πιο πάνω έτη, ήταν, αντίστοιχα, ποσού (12.437,79 + 12.480,93 = 24.918,72/12 =) 2.076,56 ευρώ και (12.849,95 + 12.722,62 = 25.572,57/12 =) 2.131,04 ευρώ, και, επομένως, προφανώς αυτοί αδυνατούσαν να καλύψουν τις ανάγκες διαβίωσης των ιδίων και της οικογένειάς τους και το σύνολο των δανειακών τους υποχρεώσεων, συνολικού ύψους, όπως προαναφέρθηκε, 2.802,42 ευρώ.
Έπεται ότι, οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι βρίσκονταν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των επίμαχων ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, όχι μόνο κατά τον χρόνο κατάθεσης των αιτήσεων (Φεβρουάριος 2014), αλλά συνέχιζαν να παραμένουν και κατά τον χρόνο συζήτησης αυτών ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (τον Νοέμβριο του 2014).
Άλλωστε, και για την πληρότητα του νομικού συλλογισμού, βελτίωση των οικονομικών τους δεν προβλέπεται, καθώς η πρώτη εφεσίβλητη έλαβε τον Νοέμβριο του 2018 ως καθαρές μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 1.045,56 ευρώ και ο δεύτερος το ποσό των 1.012,95 ευρώ, ενώ αυξάνονται συνεχώς οι ως άνω δανειακές τους υποχρεώσεις.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι δεν περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής, καθώς είχαν στη διάθεσή τους, για την οικονομική τους ανασυγκρότηση, τις λύσεις που τους παρέχονται από το άρθρο 25 του ν. 3867/2010 σε συνδυασμό με τη σχετική απόφαση του Δ.Σ. του 3363/6/02.09.2010, όπως συμπληρώθηκε με την 3421/7/10.11.2011 ομοία, και από την Y.A.2/19843/0094/07.03.2012 (ΦΕΚ B" 677), ελέγχεται ως απορριπτέος, καθώς αφενός μεν από τη ρύθμιση του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 παρέχεται η δυνατότητα και όχι η υποχρέωση στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκαλούντος ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών του συμβάσεων και αφετέρου με μία τέτοια απόφαση θα πρέπει να μπορούσαν να εξυπηρετηθούν, όχι μόνο τα έναντι του εκκαλούντος χρέη των δύο πρώτων εφεσιβλήτων, αλλά και τα έναντι των λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία πιστωτών τους, κάτι που δεν επικαλείται το εκκαλούν και πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύεται.
Σημειωτέον ότι, το εκκαλούν καμία συγκεκριμένη πρόταση δεν υπέβαλε στο πλαίσιο της αρξάμενης διαδικασίας του ν. 3869/2010, που να βοηθήσει τους δύο πρώτους των εφεσιβλήτων στην οικονομική ανασυγκρότησή τους. Επιπρόσθετα, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη, το έτος 2009, με το ....2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Κ.-Κ., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους εκεί αναφερόμενους αγοραστές ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πάνω από το ισόγειο, μετά της αποκλειστικής χρήσης μίας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, πολυκατοικίας που βρίσκεται στο Μοσχάτο Αττικής στη Θέση "Μποστάνια" ή "Μέση Πεταλίδα" στο O.Τ. 34 και επί της οδού Κυνουρίας αρ. 4, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 102.116,32 ευρώ.
Με το τίμημα αυτό εξοφλήθηκε υπόλοιπο δανείου, ποσού 70.218,00 ευρώ, που είχε λάβει η πρώτη εφεσίβλητη από την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για την εξασφάλιση αποπληρωμής του οποίου η τελευταία είχε εγγράψει στο ως άνω μεταβιβαζόμενο διαμέρισμα, το έτος 2005, α' προσημείωση υποθήκης σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης για το ποσό των 103.200,00 ευρώ, εξοφλήθηκαν τα συμβολαιογραφικά έξοδα ποσού 5.000,00 ευρώ, ο δεύτερος εφεσίβλητος αγόρασε το προρρηθέν με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ...
I.X.E. αυτοκίνητο αντί τιμήματος 17.485,00 ευρώ και το υπόλοιπο αναλώθηκε για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των δύο πρώτων εφεσιβλήτων και της οικογένειάς τους. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, ήτοι η ανάλωση του παραπάνω ποσού, που έλαβε ως τίμημα η πρώτη εφεσίβλητη από την προρρηθείσα αγοραπωλησία, δεν επέδρασε, άμεσα ή έμμεσα, και δεν συνέβαλε στην περιέλευση αυτής και του συζύγου της-δεύτερου εφεσιβλήτου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ώστε να θεμελιωθεί εξ αυτού του λόγου δόλια συμπεριφορά τους, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.
Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η μη εξυπηρέτηση των χρεών τους οφείλεται στη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους, τα οποία το έτος 2012 ανέρχονταν σε (13.382,13 + 12.418,38 =25.800,51/12 =) 2.150,04 ευρώ, το έτος 2013 σε (12.437,79 + 12.480,93 = 24.918,72/12 =) 2,076,56 ευρώ και το έτος 2014 σε (12.849,95 + 12.722,62 = 25.572,57/12 =) 2.131,04 ευρώ και όχι σε κατασπατάληση του ως άνω τιμήματος.
Σε κάθε δε περίπτωση, με την ανάλωση του ποσού των 102.116,32 ευρώ, κατά τον προδιαληφθέντα τρόπο, έως τον χρόνο κατάθεσης των ένδικων αιτήσεων (Φεβρουάριος 2014), δεν αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι επεδίωξαν ή προέβλεψαν ως δυνατή τη μη εξυπηρέτηση των χρεών τους, καθώς, κατά τον χρόνο εκείνο, αλλά και κατά τον χρόνο σύναψης των παραπάνω δανείων (2008-2009), διέθεταν σημαντικά εισοδήματα, ύψους μηνιαίως, το έτος 2008, 2.899,00 ευρώ και 3.295,80 ευρώ το έτος 2009, με τα οποία μπορούσαν ευχερώς να καλύψουν τις ανάγκες διαβίωσης των ιδίων και της οικογένειάς τους, που δεν ξεπερνούσαν τα 1.500,00 ευρώ και το σύνολο των δανειακών τους υποχρεώσεων, ύψους τότε 1.300,00 ευρώ περίπου (βλ.
κατάθεση-εξέταση ως διαδίκου του δεύτερου εφεσιβλήτου), η δε αλλαγή των οικονομικών δυνατοτήτων των δύο πρώτων εφεσιβλήτων οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες και δη στην ενσκύψασα οικονομική κρίση, που αυτοί δεν μπορούσαν να προβλέψουν και να αποτρέψουν (βλ. αντί άλλων ΜΠρΗρ 283/2018 Νόμος, ΜΠρΑθ 8932/2017 Νόμος προσκομιζόμενες από τους δύο πρώτους εφεσίβλητους).
Ως εκ τούτου η νόμιμη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη υπ' αριθ. 5 ανωτέρω της παρούσας, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των δύο πρώτων εφεσιβλήτων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, που προέβαλε παραδεκτά, κατ' άρθρο 765 ΚΠολΔ, το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής του (.....), είναι απορριπτέα ως ουσιαστική αβάσιμη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι είχαν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη ρύθμιση των χρεών τους, αν και με ελλιπή και εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, και πρέπει να συμπληρωθεί-αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης με την αναφερόμενη στην παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και να απορριφθούν οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθώς και η έφεση στο σύνολό της, σύμφωνα με τα ανωτέρω".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις ένδικες αιτήσεις των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, περί δικαστικής ρύθμισης των χρεών της, δεχόμενο ότι αυτοί τελούν σε άνευ δόλου, μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς το αναιρεσείον ΤΠΚΔ και τις πιστώτριες τράπεζες τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αιτούντες, περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών χωρίς δόλο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, τις οποίες συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, περί ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αίτησης των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, για την υπαγωγή τους στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατόπιν παραδοχής, ως ορισμένου, νόμιμου και κατ' ουσίαν βάσιμου, του ισχυρισμού τους, περί περιέλευσης τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους χωρίς δικό τους δόλο.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων χωρίς δικό τους δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια: α) όλα τα τραπεζικά προϊόντα, που έλαβαν οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, από καθεμία των τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων - πιστωτριών τραπεζών και του αναιρεσείοντος ΤΠΔΑ, αντίστοιχα, και τα οποία οφείλουν με την ιδιότητα είτε της πρωτοφειλέτη/τριας είτε του εγγυητή/ριας, συνολικού ποσού για έκαστο, ύψους 186.935,05 ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και 213.480,74 ευρώ για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο β) ο χρόνος, κατά τον οποίο, τα συμφώνησαν, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των ως άνω αιτήσεων, την 23-11-2009 και Απρίλιο του 2008, και τα έλαβαν, γ) τα εισοδήματα των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη από το 2010 έως και το 2017, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά της δημιουργίας των οφειλών τα κρίσιμα έτη 2013 και 2014 που κατατέθηκαν οι ένδικες αιτήσεις, ποσού 12.849,95 και 12722,62 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι 25.572,57 ευρώ, που αναλογεί σε μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 2131,04 ευρώ και 12.437,79 και 12.480,93 ευρώ, που αναλογεί σε μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 2.076,56 ευρώ, δ) οι μηνιαίες δόσεις που έπρεπε να καταβάλουν ποσού 1302,42 ευρώ, ε) η μη επάρκεια των εισοδημάτων τους για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων και την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως και ο προσδιορισμός της μη επάρκειας των εισοδημάτων τους, ώστε να καλυφθούν οι βιοτικές τους ανάγκες και να εξυπηρετηθούν οι μηνιαίες δόσεις των δανείων τους, ανερχομένων αμφοτέρων (βιοτικών αναγκών και μηνιαίων δόσεων των δανείων) συνολικά στο ποσό των 2.802,42 ευρώ, στ) η αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, ζ) η περιέλευσή τους στη μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής των χρεών της, χωρίς δικό τους δόλο, αφού αυτή οφείλεται στη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους το έτος 2012, που οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες και συγκεκριμένα στην ενσκύψασα οικονομική κρίση, που αυτοί δεν μπορούσαν να προβλέψουν και να αποτρέψουν, ενώ οι αιτούντες δεν επεδίωξαν, ούτε προέβλεψαν ως δυνατή τη μη εξυπηρέτηση των χρεών τους, καθώς κατά τον χρόνο σύναψης των ένδικων δανείων τους, διέθεταν σημαντικά εισοδήματα μηνιαίου ύψους, 2899 και 3.295,80 ευρώ τα έτη 2008 και 2009 αντίστοιχα, με τα οποία μπορούσαν να καλύψουν ευχερώς τις ανάγκες διαβίωσής τους και να καλύψουν το σύνολο των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, η οποία περιλαμβάνεται σε αμφότερους τους αναιρετικούς λόγους, της κρινόμενης αναίρεσης, ότι στην έννοια του προστατευόμενου μέλους των αιτούντων δεν έπρεπε να περιληφθεί η ενήλικη κόρη τους, ηλικίας 19 ετών κατά την υποβολή της αίτησης, αιτίαση την οποία συνδέει τόσο με την μη απόδειξη της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, όσο και με την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων σε σχέση με τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, επικαλούμενο με βάση τις ως άνω αιτιάσεις ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 11 παρ 1, του Ν.4172/2013 και των άρθρων 1389 επ.
και 1486 επ ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν.3689/2010, κρίνεται σε αμφότερους τους αναιρετικούς λόγους , απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 562 αριθ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 04-12-2017 έφεσής του και των από 14-11-2018 προτάσεών του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας [Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου], προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός, όπως όφειλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, απορριπτομένου ως αβάσιμου, του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, τυχόν δε έρευνα τέτοιου νέου ισχυρισμού από το δικαστήριο αυτό, μετά την τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο, σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού ,ενώ σε κάθε περίπτωση ο ως άνω ισχυρισμός δεν είναι από αυτούς που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο[ πέραν του ότι και στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε ο σχετικός ισχυρισμός να προταθεί νόμιμα], αφού δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αρ 2 ΚΠολΔ [ΑΠ 557/2025].
Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν ώστε να καταγνωστεί ότι οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων τελούν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, αφού, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται και τα μηνιαία εισοδήματά τους και το ύψος της μηνιαίας δόσης που οφείλουν να καταβάλουν για τη κάλυψη των προς τους πιστωτές τους, δανειακών τους υποχρεώσεων, καθώς και οι, βασικές τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες των ιδίων και των τέκνων τους, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ύπαρξης της αδυναμίας τους, να ικανοποιήσουν όλα αυτά και, συνεπώς, δικαιούνται να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον αιτιάσεις, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.3869/2010 και περί έλλειψης άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης, σε σχέση με το άρθρο αυτό, ως προς την άνευ δόλου κρίση της για την περιέλευση των αιτούντων σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη α] ποιο είναι το μηνιαίο κόστος διαβίωσης των αιτούντων, συμπεριλαμβανομένων των προστατευόμενων μελών τους, αφενός κατά τους χρόνους συνομολόγησης των δανείων αφετέρου κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία της κατάθεσης των αιτήσεων και της συζήτησης αυτών στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και β] ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας των αιτούντων σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, αφού ληφθούν υπόψη και οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών, πέραν της ουσιαστικής τους, κατά τα προαναφερόμενα, αβασιμότητας, πρέπει να απορριφθούν και ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί της μη περιέλευσής των αιτούντων άνευ δόλου τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών τους, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 624/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις, στο συνολό τους, είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Επομένως το Εφετείο, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς όλα τα ως άνω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς οι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ είναι εν μέρει αβάσιμοι και εν μέρει απαράδεκτοι κατά τις ανωτέρω διακρίσεις και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1213/2023). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 207/17-12-2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ.118/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ