Supreme Court allows labor dispute appeal, overturning lower court's dismissal of plaintiff's claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The plaintiff argued that the defendant failed to properly notify them of data processing activities, violating specific labor law provisions. The court ruled that the defendant's broad consent clause included the plaintiff, making the notification requirement satisfied and the lower court's dismissal of the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 564 of the Code of Civil Procedure; The court held that a general consent clause covering all data recipients legally encompasses the employer as a data processor, thereby validating the notification procedure and dismissing the appeal's claim of procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1479 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1479/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ε. Τ. Κ. Τ. Ε. Α. Ε." και το δ.τ. "………. A.E." ήδη μετονομασθείσα ως "…….. Τ. Μ. Α.Ε." και το δ.τ. "….. …..A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ………και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παπασταθόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. του Α., κατοίκου …….., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Σακαρέλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν η 419/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που παρέπεμψε στο αρμόδιο κατά τόπον Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκε η 19/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3419/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 17.2.2022 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 15687/34/24.2.2022) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3419/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 31.10.2017 (υπ' αριθμ.
εκθ. καταθ. 7319/ 385/2018) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "……...Α.Ε.", όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο " ………ΑΕ" κατά της υπ' αριθμ. 19/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 5.1.2015 (υπ' αριθμ.
εκθ. καταθ. 1/2015) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ν. Μ.. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.
Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:
α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.
Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων, που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".
Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1).
Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ... (παρ. 2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ. 1).
Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του (παρ. 1).
Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ... (παρ. 3).
Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)".
Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ. 1).
Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3).
Με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.
Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).
Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.
Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.
Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει, ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων:
α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.
Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.
Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.
ια' του ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.
Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.
Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.
Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ' του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.
Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων, που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.
Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.
Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.
Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 958/2022, 1140/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης παροχής προς τον ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας, η εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, ανέλαβε την παροχή προς τον ενάγοντα υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και σταθερής τηλεφωνίας, διεπόμενης της σύμβασης από τους γενικούς όρους παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
Κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης η εναγομένη εταιρεία συνέλεξε από τον ίδιο τον ενάγοντα τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά δεδομένα αυτού, όπως επώνυμο, όνομα, αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση, αριθμό τηλεφώνου (σταθερού και κινητού), επάγγελμα, αριθμό φορολογικού μητρώου και Δ.Ο.Υ. (βλ. την από ….....
αίτηση σύνδεσης). Τον Μάρτιο του 2014 ο ενάγων υπέβαλε αίτημα φορητότητας σε άλλο πάροχο τηλεπικοινωνίας και κατόπιν, στις …...2014, δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από εμπορικό συνεργάτη της εναγόμενης, κατά την οποία έλαβε ειδική προσφορά από την εναγόμενη για να παραμείνει στο δίκτυό της. Η επικοινωνία αυτή έκλεισε με συμφωνία παραμονής του ενάγοντος στο δίκτυο της εναγόμενης (βλ.
την από …...2014 απομαγνητοφωνημένη ηχογραφημένη συνομιλία). Παρόλα αυτά ο ενάγων δεν ακύρωσε ποτέ το αίτημά του προς τον άλλο πάροχο επικοινωνίας (HOL), με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί η σύναψη της σύμβασης με τον τελευταίο. Για το λόγο αυτό η εναγόμενη τού χρέωσε τέλος διακοπής της σύνδεσης ποσού 58,82 ευρώ, το οποίο συμπεριλήφθηκε στον από …...2014 λογαριασμό συνολικού ποσού 120,69 ευρώ.
Μόλις έλαβε γνώση του λογαριασμού αυτού ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στην εναγόμενη, η οποία δήλωσε ότι θα ελέγξει τα δεδομένα και τις υπηρεσίες και θα εκδώσει εκκαθαριστικό λογαριασμό. Αντ' αυτού, η εναγόμενη ανέθεσε την είσπραξη της οφειλής αυτής στην εταιρεία με την επωνυμία "…….. Α. Ε. Ε. Ο. Α. Ε." και τον δ.τ. "……..
ΑΕ", που ιδρύθηκε και λειτουργεί υπό τους όρους του Ν. 3758/2009, με την οποία είχε συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών από τις 27.07.2012, όπως εμφαίνεται από αντίγραφο της σύμβασης που προσκομίζεται, διαβιβάζοντας σε αυτήν τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων τον αριθμό του τηλεφώνου του, τα στοιχεία της ταυτότητάς του, καθώς επίσης και το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή, και στις ……..2014, ο ενάγων δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από την ανωτέρω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών που τον ενημέρωσε, δια προστηθείσας υπαλλήλου της ότι όφειλε το άνω ποσό.
Στο έγγραφο κείμενο των γενικών όρων παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που συνόδευε την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων και ισχύουσα το έτος 2011 σύμβαση είχε περιληφθεί ο με αριθμό 10.3 όρος, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων δήλωνε ότι αποδέχεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται από την εταιρεία και τον αφορούν θα χρησιμοποιηθούν για την ομαλή εκτέλεση, παρακολούθηση και προστασία των συναλλαγών της κατά την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και εφόσον, έχει ήδη (με την υπογραφή της σύμβασης) παράσχει τη συγκατάθεσή του για την ενημέρωσή του σχετικά με τις προαναφερόμενες υπηρεσίες της, με την αναφορά ότι αποδέκτες των δεδομένων είναι η εναγομένη και το προσωπικό της, καθώς και κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, στο οποίο η εταιρεία υποχρεούται ή δικαιούται να ανακοινώνει τα στοιχεία, βάσει της συγκατάθεσης του πελάτη, νόμου ή δικαστικής απόφασης.
Από τη διατύπωση του όρου αυτού, το περιεχόμενο του οποίου είναι σαφές, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγομένη, που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 β, γ.
Εξάλλου, στον από ……..2015 λογαριασμό έχει τεθεί όρος ότι "Σε περίπτωση ύπαρξης ληξιπρόθεσμων οφειλών, δύνανται να διαβιβαστούν τα αναγκαία δεδομένα σας σε συνεργαζόμενες εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, σύμφωνα με τους όρους του νόμου 3758/2009, καθώς και σε δικηγορικά γραφεία με σκοπό τη σχετική ενημέρωσή σας ή/και την είσπραξη των σχετικών ανεξόφλητων λογαριασμών", η ενημέρωση όμως αυτή έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της διαβίβασης των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος στην ως άνω εισπρακτική εταιρεία.
Ομοίως και η ανάρτηση σχετικού όρου στην επίσημη ιστοσελίδα της εναγόμενης στο διαδίκτυο, αντίγραφο της οποίας προσκομίζεται από την εναγόμενη, με ημερομηνία …….2015, και ουδόλως αποδεικνύεται ότι η ανάρτηση αυτή προϋπήρχε της διαβίβασης των δεδομένων. Και δεν γίνεται επίκληση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου από το οποίο να αποδεικνύεται η προηγούμενη της διαβίβασης των προσωπικών του στοιχείων ενημέρωση του ενάγοντος από την εναγομένη, τόσο για την ύπαρξη των οφειλών του, όσο και για την προώθηση αυτών σε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, σε περίπτωση μη τακτοποίησής τους.
Η τελευταία προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σε αυτήν από την εναγομένη προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν τηλεφωνικώς στον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, στις …….2014 και περί ώρα 14:06, δια προστηθείσας υπαλλήλου της, η οποία τον ενημέρωσε για την οφειλή του, ζητώντας την άμεση τακτοποίησή της, προκαλώντας στον ενάγοντα ιδιαίτερη ψυχική αναστάτωση, θυμό και στεναχώρια από το γεγονός ότι απόρρητα κατά τον νόμο προσωπικά του δεδομένα είχαν ανακοινωθεί και διαρρεύσει σε τρίτους χωρίς δική του ενημέρωση.
Η εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, εξάλλου, με την οποία συμβλήθηκε η εναγομένη, ήταν μεν γνωστή σε εκείνη, όχι όμως στον ενάγοντα, που δεν συμβλήθηκε μαζί της και η οποία, σε σχέση με τον μη συμβληθέντα ενάγοντα, θεωρείται επίσης "υπεύθυνος επεξεργασίας", ως έτερο νομικό πρόσωπο με δική της οργάνωση, που δεν εξαρτάται από την εναγόμενη εταιρεία.
Ως συνέπεια, υπήρξε παραβίαση των όρων του νόμου και των δικαιωμάτων ενημέρωσης και χρόνου αντίδρασης του ενάγοντος και η εκ μέρους της εναγομένης παραβίαση της ειδικής ενημέρωσης του ενάγοντος ενεργοποιεί και την ευθύνη της για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης ότι ενημέρωσε τον ενάγοντα, όπως και άλλους πελάτες της, για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων στην ανωτέρω εταιρεία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Η δια του τύπου ενημέρωση για τήρηση αρχείου, που επικαλείται η εναγόμενη, καταρχήν έλαβε χώρα το έτος 2004, ήτοι επτά χρόνια πριν από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις επιταγές του Ν. 2472/1997 για την ενημέρωση του υποκειμένου, ενώ μάλιστα δεν αναγράφει πουθενά και κανένα στοιχείο της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία διαβίβασε τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος (όπως επωνυμία, έδρα, εκπρόσωπος κλπ).
Τέλος, η παράβαση της ενημέρωσης του ενάγοντος οφειλέτη - πελάτη της εναγόμενης πριν από τη διαβίβαση των δεδομένων του στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, δεν ήταν αποτέλεσμα αμελείας της εναγόμενης, εφόσον δεν αποδεικνύεται ούτε ότι δεν γνώριζε τον νόμο ούτε ότι δεν όφειλε να τον γνωρίζει. Αντίθετα, γνώριζε και εκ του κύκλου εργασιών της και εκ του πλήθους ειδικών και νομικών που απασχολεί προς ενημέρωσή της.
Δεν παρέχεται, δε, ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιδικάσει μικρότερο ποσό στον ενάγοντα από 5.869,41 ευρώ, μετά τη διαπίστωση της ανωτέρω παράβασης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, αφού το ποσό αυτό αποτελεί το ελάχιστο οριζόμενο στον νόμο. Δεν προκύπτει, δε, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός του ενάγοντος, εφόσον το δικαίωμά του διασφαλίζεται εκ του νόμου, η δε ελάχιστη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ορίστηκε ως ελάχιστο αντιστάθμισμα του οικονομικού οφέλους που έχει για τις εταιρείες η χρήση και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των πελατών τους και δεν έχει σχέση ούτε συγκρίνεται με το αντικείμενο της σύμβασης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, το οποίο δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επιδικάζοντας το ποσόν των 5.869,41 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω παραβίασης προσωπικών του δεδομένων.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις περί προσωπικών δεδομένων και ειδικότερα του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ' Ν. 2472/1997, δεχόμενο δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία, εκτός από την πραγματοποιηθείσα, κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων, ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου, όφειλε να προβεί σε ενημέρωση αυτού για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, και κατά τον χρόνο διαβίβασης αυτών στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2472/1997, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με βάση τα περιστατικά αυτά συγκροτείται το πραγματικό της εν λόγω διάταξης και συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.
Τούτο, διότι η ενημέρωση του υποκειμένου προσωπικών δεδομένων στην κρινόμενη υπόθεση, αναιρεσίβλητου, από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, αναιρεσείουσα, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη σχετική αναγραφή στο έγγραφο κείμενο των γενικών όρων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που συνόδευε την καταρτισθείσα και ισχύουσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση στον με αριθμό 10.3 όρο αυτής, ότι αποδέκτες των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου, είναι η αναιρεσείουσα και το προσωπικό της, καθώς και κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, στο οποίο η εταιρεία υποχρεούται ή δικαιούται να ανακοινώνει τα στοιχεία, βάσει της συγκατάθεσης του πελάτη, νόμου ή δικαστικής απόφασης, πληροί την απαιτούμενη ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου, ως υποκειμένου των δεδομένων, για τους αποδέκτες των προσωπικών δεδομένων και, συνεπώς η ενέργεια αυτή της αναιρεσείουσας να διαβιβάσει στην εταιρεία "………...
Α. Ε.", στην οποία ανέθεσε την είσπραξη της οφειλής του αναιρεσιβλήτου, τα συλλεγέντα προσωπικά δεδομένα αυτού, δεν συνιστούσε παραβίαση των ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ' ν. 2472/1997, αφού δεν απαιτείτο νέα ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου για την εν λόγω διαβίβαση, καθ' όσον, ειδικότερα, η δοθείσα συγκατάθεση αυτού, με βάση τον προαναφερόμενο όρο, ότι " αποδέκτες των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσιβλήτου, είναι ...
και κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο" περιλαμβάνει και την πιο πάνω εταιρεία, ενεργούσα κατά το ν. 3758/2009, ως εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία τούτων, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών πραγματικά περιστατικά είχε ακριβώς επικαλεσθεί και ο αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής του, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της εφέσεως, της οποίας μετά την αναίρεση αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν τινά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό, να γίνει δεκτή ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως υπέρ της αναιρεσιβλήτου του προαναφερόμενου ποσού και συνακόλουθα και κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής ( άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3419/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 19/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας κατά τα κεφάλαια αυτής περί επιδικάσεως του ποσού των 5.869,41 ευρώ υπέρ του αναιρεσιβλήτου και περί δικαστικών εξόδων.
Απορρίπτει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ