Supreme Court annulled appeal court decision for direct violation of substantive law regarding dependent labor contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision on the grounds of a direct violation of substantive law. The lower court incorrectly applied later regulations to a dependent labor contract established in 1999, ignoring that the 1994 regulation was the only one applicable at the time of hiring. Consequently, the court remanded the case for retrial by a different judge at the same appellate level.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3(1)(d) of Decree 229/1994; 5(2)(b)(aa) of Decree 246/2006; 50 of Law 4199/2013: A direct violation of substantive law occurs when a court applies incorrect regulations to a legal relationship, failing to recognize the temporal validity of the law in force at the time the legal act was performed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1479 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1479/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου Μπρεγιάννου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν η 177/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 53/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(I).- Κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, όταν η πλημμέλεια που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1385/2005). Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί προς θεμελίωση του δικαιώματος.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στον ουσιαστικό νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη ουσιαστικού νόμου, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού [άρθρο 578 ΚΠολΔ].
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (ΑΠ ολ. 3/2020, ΑΠ 104/2022).
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή ή η ένσταση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) αυτός ο λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια. Επίσης, να εκτίθενται πλήρως και σαφώς οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή ή η ένσταση να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ 109/2020).
Αν δε ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό που πρέπει για το παραδεκτό του λόγου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], τότε για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 15/2000).
(II).- Το π.δ. 229/1994 (ΦΕΚ Α. 134/30.8.1994) "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.)", το οποίο ίσχυσε από 30.8.1994 μέχρι 1.1.2007 [άρθρα 24 π.δ. 229/1994, 38, 39 π.δ. 246/2006 (ΦΕΚ Α. 261 / 29.11.2006)], εκδόθηκε κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ.2 ν.δ. 102/1973 (ΦΕΚ Α. 178/17.8.1973) και είναι ουσιαστικός νόμος (ΑΠ 493/2011), όριζε (και) τα εξής: "Ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως Προσωπικό των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) αστικών και υπεραστικών ως και το προσωπικό των ενταγμένων σε αυτά λεωφορείων και ορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, τα καθήκοντα, την εξέλιξη, την μισθολογική προαγωγή, την σταδιοδρομία, την υπηρεσιακή κατάσταση μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, τις στολές υπηρεσίας, τις πειθαρχικές παραβάσεις, ευθύνες ως και την διαδικασία επιβολής των σχετικών κυρώσεων και ποινών" [άρθρο 1 παρ.1], "1.- Το πάσης κατηγορίας προσωπικό των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.), που λειτουργούν με βάση το ν.δ. 102/1973 διακρίνεται σε (α).- ...
και (β).- Προσωπικό Κινήσεως. 2.- ... 3.- Στο Προσωπικό Κινήσεως υπάγονται: (α).- ο Εισπράκτορας, (β).- ο Οδηγός, (γ).- ο Ελεγκτής, (δ).- ο Σταθμάρχης, (ε).- ο Βοηθός Προϊσταμένου Κίνησης, (στ).- ο Προϊστάμενος Κίνησης ... 4.- Όλο το Προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ. έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του Κ.Τ.Ε.Λ., πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο Κ.Τ.Ε.Λ.
μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά όμως διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντα του και τις υποχρεώσεις του" [άρθρο 2 παράγραφοι 1, 3 εδ. (α), 4], "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του Κ.Τ.Ε.Λ., εφ' όσον δεν έχει τα παρακάτω γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα.
Κατά την εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού δεν γίνεται διάκριση φύλου. (1).- ΓΕΝΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ α.- ... β.- ... γ.- ... δ.- Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το Προσωπικό Κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με Υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του Ι.Κ.Α.
σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση. Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των" [άρθρο 3 παρ.1 περίπτωση (δ)]. Στον μετέπειτα ν. 2963/2001 (ΦΕΚ Α. 268/23.11.2001), όπως ίσχυσε, όσον αφορά τα άρθρα 1 - 32 του κεφαλαίου Α', από 1.7.2001 [άρθρο 51] -και πριν από το ν. 4199/2013 (ΦΕΚ Α. 216/11.10.2013)- προβλέπεται η μετατροπή "κάθε υφιστάμενου" κατά την 1.7.2001, Κ.Τ.Ε.Λ.
σε ανώνυμη εταιρία (Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ) καθώς και η υποκατάσταση της ανώνυμης εταιρίας, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Κ.Τ.Ε.Λ. [άρθρα 1, 2, 3 παρ.1, 6, 10] και ορίζεται στο άρθρο 14 παρ.1 εδάφια (α) και (β) ότι: "Με προεδρικό διάταγμα, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, εκδίδεται ο κανονισμός του προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ.
και καθορίζονται τα προσόντα πρόσληψης, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης του προσωπικού, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και υποχρεώσεις αυτού, ο χρόνος εργασίας και ανάπαυσης, οι πειθαρχικές ευθύνες, οι πειθαρχικές ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών. Μέχρι την έκδοση του ως άνω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, δηλαδή τα προεδρικά διατάγματα 229/1994 και 54/1998".
Κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 εδ. (α) ν. 2963/2001, εκδόθηκε το π.δ. 246/2006 (ΦΕΚ Α. 261/29.11.2006) "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και των Κ.Τ.Ε.Λ. ν. 2963/2001" (ΣτΕ 1791/2018). Το π.δ. 246/2006 που είναι ουσιαστικός νόμος (ΑΠ ολ. 11/2017), ίσχυσε, κατά το άρθρο 39 αυτού, από 1.1.2007 και κατήργησε από 1.1.2007, κατά το άρθρο 38 αυτού (και) το π.δ. 229/1994.
Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ορίζεται στο π.δ. 246/2006 ότι: "Αντικείμενο: 1.- Με τον παρόντα Κανονισμό καθορίζονται τα προσόντα πρόσληψης του προσωπικού των ανωνύμων εταιριών Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ) και Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) όλης της χώρας, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και οι υποχρεώσεις αυτού, οι πειθαρχικές ευθύνες και ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης. 2.- Όπου στον παρόντα Κανονισμό αναφέρεται Κ.Τ.Ε.Λ.
νοούνται οι συγκοινωνιακοί φορείς Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και Κ.Τ.Ε.Λ. του ν. 2963/2001 [άρθρο 1], "Εφαρμογή: 1.- Ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: (α).- Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και Κ.Τ.Ε.Λ. (β).- Στους οδηγούς των λεωφορείων που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ ή Κ.Τ.Ε.Λ. και στους μετόχους - ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε Κ.Τ.Ε.Λ.
ΑΕ ή Κ.Τ.Ε.Λ., όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο" [άρθρο 2 παρ.1 περιπτώσεις (α) και (β)]. "2.- Ειδικά προσόντα πρόσληψης: (β).- Προσωπικό Κίνησης (όπως οδηγοί, σταθμάρχες, ελεγκτές, εισπράκτορες) αα.- Να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται, προσκομίζοντας, κατά την πρόσληψή τους το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί προ έξι (6) μηνών το μέγιστο.
Η σχετική καταλληλότητα πιστοποιείται από ιατρούς του Ι.Κ.Α. ή από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με τις υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Ν.Α., σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση" [άρθρο 5 παρ.2 περίπτωση (β) στοιχείο (αα)]. "Από της ισχύος του παρόντος διατάγματος καταργούνται οι διατάξεις του π.δ. 229/1994 και του π.δ. 54/1998, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν" [άρθρο 38].
Στη συνέχεια, το άρθρο 50 ν. 4199/2013 (ΦΕΚ Α. 216 / 11.10.2013) -το οποίο (άρθρο) υπό τον τίτλο "Ρυθμίσεις εργασιακών θεμάτων" ισχύει από 11.10.2013 [άρθρο 135 ν. 4199/2013]- όρισε ότι: "Το στοιχείο (αα') της περίπτωσης (β') της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του π.δ. 246/2006 (Α' 261) αντικαθίσταται ως εξής: (αα).- Να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται.
Η σχετική καταλληλότητα πιστοποιείται από ιατρούς του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση και αποδεικνύεται με την προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού, το οποίο έχει εκδοθεί κατά το τελευταίο εξάμηνο προ της υποβολής του. Το ιατρικό πιστοποιητικό προσκομίζεται κατά την πρόσληψη ή και μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, το αργότερο πάντως εντός είκοσι (20) ημερών από τότε που το Κ.Τ.Ε.Λ.
ή Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ ή οι εταιρείες του άρθρου 29 του ν. 588/1977, εγγράφως και με απόδειξη παραλαβής, κάλεσαν τον εργαζόμενο να εκπληρώσει τη σχετική υποχρέωση". Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτουν (και) τα παρακάτω: Με το ν. 2963/2001 αναμορφώθηκε το νομικό καθεστώς Κ.Τ.Ε.Λ. και ορίσθηκε ότι αυτό μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρία, η οποία το υποκαθιστά αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.
Το άρθρο 3 παρ.1 περίπτωση (δ) του π.δ. 229/1994 έχει εφαρμογή και μετά τη μετατροπή λειτουργούντος ("υφισταμένου") στις 1.7.2001 Κ.Τ.Ε.Λ. σε ανώνυμη εταιρία και απαιτεί ως αναγκαίο προσόν για την πρόσληψη υπαλλήλου - οδηγού σε Κ.Τ.Ε.Λ. ή σε λεωφορείο ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ., αυτός (οδηγός) να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία, η καταλληλότητά του να πιστοποιείται αρμοδίως από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με Υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του Ι.Κ.Α., σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση και να διατηρείται σε όλο το χρόνο που υφίσταται η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Το ιατρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας - υγείας ισχύει για ορισμένο χρόνο, ήτοι για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς του. Αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του οδηγού (εργαζομένου - υπαλλήλου), η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στην δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 περίπτωση (δ) του π.δ. 229/1994, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη [άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ].
Αν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, ο υπάλληλος - οδηγός δεν ανανεώνει ετησίως το πιστοποιητικό καταλληλότητας - υγείας κατά τη λήξη του και πάλι·η σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη για το μεταγενέστερο χρόνο [άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ]. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 5 παρ.2 περίπτωση (β) στοιχείο (αα) του π.δ. 246/2006 και μετά το άρθρο 50 ν. 4199/2013 δεν καταλαμβάνουν σύμβαση εργασίας, που λειτούργησε πριν από την έναρξη ισχύος τους (ΑΠ 524/2015, ΑΠ 939/2011, ΑΠ 493/2011).
Περαιτέρω, όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας και δεν έχει υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου [άρθρα 349, 656 ΑΚ], Η ως άνω έκδοση του ιατρικού πιστοποιητικού καταλληλότητας - υγείας κατά την πρόσληψη οδηγού, εργαζομένου - υπαλλήλου Κ.Τ.Ε.Λ., που έχει τέτοια υποχρέωση, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής για αξιώσεις αυτού (οδηγού), που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Ο εναγόμενος εργοδότης οφείλει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και να αποδείξει [άρθρα 262, 338 παρ.ΙΚΠολΔ] την έλλειψη του ιατρικού πιστοποιητικού καταλληλόλητας - υγείας και την εντεύθεν ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 1452/2018).
(III).- Κατά το ν. 1264/1982 (ΦΕΚ Α. 79 / 1.7.1982) -όπως ισχύει στις 16·3·2015 απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικού στελέχους εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [άρθρο 14 παρ.5], εκτός αν συντρέχει συγκεκριμένος λόγος [άρθρο 14 παρ.10] και διαπιστωθεί η συνδρομή του από Επιτροπή [άρθρο 15]. Έτσι, θεσπίσθηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Εάν ο εργοδότης δεν ακολουθήσει τη διαδικασία, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του υπαλλήλου - συνδικαλιστικού στελέχους είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε [άρθρο 174, 180 ΑΚ], Τότε ο εργοδότης( που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, περιέρχεται σε υπερημερία, οφείλει μισθούς υπερημερίας και έχει υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου [άρθρα 349, 656 ΑΚ], Για την προστασία αυτή του υπαλλήλου - συνδικαλιστικού στελέχους απαιτείται (εκτός άλλων, έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 363/2015).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 1.6.2020 (Α.Κ. 18 / 3.6.2020 - Εφετείο Ναυπλίου) αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή, προσβάλλεται η 53/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 5.3.2020, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 5.4.2018 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας.
Εκκαλούμενη ήταν η 177/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 31.10.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 11.5.2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Αφορά δε η αγωγή απαιτήσεις του ενάγοντος - υπαλλήλου Ε. Α. έναντι της εναγομένης - εργοδότριας Σ.
Π. από παροχή εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με την 177/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολο της κατ' ουσία. Στη συνέχεια, με την 53/2020 απόφαση του εφετείου, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε στο σύνολο η 177/2017 πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή έγινε δεκτή στο σύνολο της κατ' ουσία.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 /23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015, ήδη ισχύον άρθρο 614 παρ.3 στοιχείο (α) ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα ισχύοντα άρθρα 621, 591, 422, 421 ΚΠολΔ].
Η αναίρεση ασκήθηκε ως άνω στις 3.6.2020 νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 5.3.2020 -ημερομηνία δημοσιεύσεως της 53/2020 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ. 7 ΚΠολΔ], Οι λόγοι αναιρέσεως, τρεις (3) συνολικά, περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις:
Ο πρώτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 53/2020 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθεται στο έγγραφο αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 περ. (δ) του π.δ. 229/1994, 5 παρ.2 περίπτωση (β) στοιχείο (αα) του π.δ. 246/2006 και 50 του ν. 4199/2013 (σελίδες 8, 9).
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα - εργοδότρια επικαλείται ότι το εφετείο δεν εφάρμοσε (ϊ).- το άρθρο 3 παρ.1 περ. (δ) του π.δ. 229/1994, το οποίο (άρθρο) ήταν εφαρμοστέο κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, αφού η επίμαχη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας λειτούργησε από την 1.10.1999, ενώ κακώς εφάρμοσε (ϋ).- το άρθρο 5 παρ.2 περίπτωση (β) στοιχείο (αα) του π.δ. 246/2006, όπως το άρθρο αυτό ίσχυσε από 1.1.2007 μέχρι 11.10.2013 και (iii).- το άρθρο 50 ν. 4199/2013, όπως το άρθρο αυτό ίσχυσε από 11.10.2013 και αντικατέστησε από 11.10.2013 το άρθρο 5 παρ.2 περίπτωση (β) στοιχείο (αα) του π.δ. 246/2006, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, εν όψει του ότι, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, η επίμαχη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας λειτούργησε από την 1.10.1999.
Έτσι, το εφετείο απέρριψε στην ουσία την ένσταση, την οποία η ίδια (αναιρεσείουσα) νομίμως είχε προτείνει πρωτοδίκως και κατ' έφεση, για έλλειψη του ιατρικού πιστοποιητικού καταλληλότητας - υγείας και εντεύθεν ακυρότητα της επίμαχης συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσίβλητου.
Ο δεύτερος λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το εφετείο στην 53/2020 απόφαση (α).- παραβίασε ευθέως, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και (β).- παραβίασε εκ πλαγίου (ελλιπής αιτιολογία), με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, "το άρθρο 281 ΑΚ". Έτσι, έκρινε μη νόμιμη την ένσταση, που η αναιρεσείουσα νομίμως είχε προτείνει, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, "για συμπεριφορά του εργαζομένου αναιρεσίβλητου, πέραν από τα όρια της συνδικαλιστικής του δράσεως" και, στη συνέχεια, δέχθηκε στην ουσία την αγωγή κατά τα κεφάλαια (i).- για ακυρότητα της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου, η οποία (καταγγελία) έγινε κατά παράβαση των άρθρων 15 και 14 παρ.5 του ν. 1264/1982, (ii).- για μισθούς υπερημερίας "συνεπεία της ακυρότητας της καταγγελίας" και (iii).- για πραγματική απασχόληση του αναιρεσίβλητου, επίσης, "συνεπεία της ακυρότητας της καταγγελίας" (σελίδες 10 - 14).
Ο τρίτος λόγος περιέχει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο με την 53/2020 απόφαση( προκειμένου να απορρίψει ως "μη νόμιμη" την ένστασή της από το άρθρο 281 ΑΚ "για συμπεριφορά του εργαζομένου αναιρεσίβλητου, πέραν από τα όρια της συνδικαλιστικής του δράσεως" (παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη τα έγγραφα, τα οποία προσδιορίζει, αν και νομίμως τα προσκόμισε και τα επικαλέσθηκε (σελίδες 14 - 15).
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην (I) μείζονα σκέψη, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός (ορισμένος) και όσα αντίθετα ο αναιρεσίβλητος υποστηρίζει στις από 1.2.2021 έγγραφες προτάσεις - σημείωμα (σελ. 3), που κατέθεσε στις 1.2.2021 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και συγκεκριμένα: (10ν).- τα 177/2017 πρακτικά συνεδριάσεως στις 7.10.2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, ταυτάριθμα της 177/2017 πρωτόδικης αποφάσεως, (20ν).- τις από 10.9.2019 έγγραφες προτάσεις της (εδώ) αναιρεσείουσας Σ. Π. στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου επί της από 5.4.2018 εφέσεως του (εδώ) αναιρεσίβλητου μετά των 53/2020 πρακτικών συνεδριάσεως στις 18.9.2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ταυτάριθμα της 53/2020 αποφάσεως του εφετείου και (30ν).- την 53/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, τα οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί χάριν εξετάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:
-Πρωτοδίκως, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως κατά τη συνεδρίαση της 7.10.2016 (σελ. 2 των 177/2017 πρακτικών) και κατ' έφεση, με τις από 10.9.2019 έγγραφες προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου (σελ. 8), η αναιρεσείουσα είχε προτείνει την ένσταση για έλλειψη του ιατρικού πιστοποιητικού καταλληλότητας - υγείας και εντεύθεν ακυρότητα της επίμαχης συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου [άρθρα 591 παρ.1 εδ. (β), 663 παρ.1, 666 παρ.1, 115 παρ.3, 527 παρ. 1, 256 παρ.1 εδ. (δ), 240 ΚΠολΔ -και όπως τα άρθρα 591 παρ.1 εδ. (β),663 παρ.1, 666 παρ.1, 115 παρ3, 527 παρ.1 ΚΠολΔ ίσχυσαν πριν από το ν. 4335/2015].
-Το εφετείο με την 53/2020 απόφαση, αφού στο σκεπτικό διέλαβε μείζονα σκέψη για τα άρθρα 14 παρ.1 ν. 2963/2001, 5 παρ.2 περίπτωση (β) στοιχείο (αα) π.δ. 246/2005 και 50 ν. 4199/2013 (σελίδες 5 - 7), δέχθηκε στην ελάσσονα πρόταση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα (σελίδες 9 - 11, 15, 18): "Ο ενάγων Ε.
Α. (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε την 1.10.1999 από τον συνεταίρο της Ι. Π., μητέρα της εναγομένης Σ. Π. (ήδη αναιρεσείουσας) με το όνομα Κ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπεραστικού λεωφορείου, με έδρα τη Τρίπολη, ιδιοκτησίας τότε σε ποσοστό 40% του Κ.
και 60% της Ι. Π., τα οποία (ποσοστά) στη συνέχεια έλαβε η εναγομένη και αγόρασε με επιδότηση το εν λόγω λεωφορείο το έτος 1998, υπεισήλθε δε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των αρχικών εργοδοτών, ως διάδοχος εργοδότρια. Ο ενάγων, σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγομένη μηνιαία εκκαθάριση μισθοδοσίας του τελευταίου μήνα πλήρους απασχόλησης (Φεβρουάριος 2015) πριν από την καταγγελία της σύμβασής του από την εναγομένη, ...
ελάμβανε ως βασικές μικτές αποδοχές από την εναγομένη το ποσό των 1.753,79 ευρώ. Η σύμβαση εργασίας του διήρκησε μέχρι τις 16.3.2015, οπότε η εναγομένη προέβη στην έγγραφη καταγγελία της ... καταβάλλοντος στον ενάγοντα ταυτόχρονα την κατά νόμο αποζημίωση απολύσεως, όπως και ο ίδιος συνομολογεί. Ο ενάγων προσλήφθηκε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως αναφέρθηκε, ως οδηγός του ως άνω υπεραστικού λεωφορείου και η εργασιακή του σχέση, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, διέπεται από τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του Κ.Τ.Ε.Λ.
και επομένως έπρεπε κατά το π.δ. 246/2006 αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία αυτή, η δε καταλληλότητά του να πιστοποιείται αρμοδίως από ιατρούς υπηρεσιών που έχουν συμβληθεί με τις υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Ν.Α. ή από ιατρούς του Ι.Κ.Α. Η εναγομένη με τη νομίμως προβαλλομένη πρωτοδίκως ένστασή της, ισχυρίσθηκε ότι η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, καθ' όσον ο ενάγων δεν προσκόμισε κατά την πρόσληψή του τέτοιο πιστοποιητικό, το οποίο έχει ισχύ για δώδεκα μήνες από την έκδοσή του.
Όπως όμως ειπώθηκε στη μείζονα σκέψη, ο εργαζόμενος μπορεί να προσκομίσει το πιστοποιητικό αυτό σε χρόνο μεταγενέστερο της πρόσληψής του.
Εν προκειμένω, ο εναγόμενος (εννοεί ενάγων) είχε προσκομίσει στο Κ.Τ.Ε.Λ. Νομού Αρκαδίας μεταγενέστερα της πρόσληψής του, την 1.2.2012, την από 11.1.2012 ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη ιατρού - ειδικού παθολόγου Ν. Σ. και τις συνοδευτικές αυτής ακτινολογικές και αιματολογικές εξετάσεις ... η οποία πρωτοκολλήθηκε στο φάκελο που διατηρεί για τον ενάγοντα η προαναφερόμενη εταιρία (Κ.Τ.Ε.Λ.) με αριθμό πρωτοκόλλου 44/1.2.2012.
Ο δε γνωματεύσας ιατρός σύμφωνα με την από 18.5.2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου 24801 βεβαίωση της Περιφέρειας Πελοποννήσου - Περιφερειακή Ενότητα Αρκαδίας Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών, είχε συμβληθεί με την εν λόγω Υπηρεσία σαν πρωτοβάθμιος γιατρός από τις 9.1.2012 και για όλο το έτος 2012, σύμφωνα δηλαδή με τα οριζόμενα στο νόμο (" ...
η σχετική καταλληλότητα πιστοποιείται από ιατρούς του Ι.Κ.Α. ή από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με τις υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Ν.Α. σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση"). Επομένως, ο ενάγων διέθετε ήδη από το έτος 2012 την απαιτούμενη κατά νόμο (όπως πλέον ισχύει η σχετική νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη προαναφέρθηκαν και καταλαμβάνει και την ένδικη σύμβαση εργασίας) ιατρική πιστοποίηση, η οποία κατά ρητή αναφορά στο νόμο δύναται να προσκομισθεί και σε χρόνο μεταγενέστερο της πρόσληψής του και επομένως κατά το χρόνο της ένδικης καταγγελίας (16.3.2015) η σύμβασή του αυτή ήταν έγκυρη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντίθετα, που έκρινε ότι παρά την προσκόμιση του ιατρικού πιστοποιητικού από τον ενάγοντα το έτος 2012 η σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, δεν εφήρμοσε ορθά τις διατάξεις του νόμου που αναλυτικά προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και πρέπει, αποδεχομένου του σχετικού λόγου εφέσεως, να εξαφανισθεί η απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση της αγωγής ...
Ο ενάγων κατά τον χρόνο της απολύσεώς του ήταν προστατευόμενο συνδικαλιστικό στέλεχος κατά την έννοια των άρθρων 14 και 15 ν. 1264/1982 ... Η εναγομένη κατά την απόλυση του ενάγοντος δεν τήρησε τη διαδικασία των άρθρων 14 και 15 ν. 1264/1982 ... Συνακόλουθα, η καταγγελία της συμβάσεώς του έγινε κατά παράβαση των άρθρων 14 παρ.5 και 15 ν. 1264/1982 ...
και επομένως ήταν άκυρη ...".
Με την κρίση αυτή το εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 περ. (δ) π.δ. 229/1994, 5 παρ.2 περίπτωση (β) στοιχείο (αα) π.δ. 246/2006 και 50 ν. 4199/2013, που η αναιρεσείουσα επικαλείται. Τούτο διότι και κατά τα εκτεθέντα στις (I) και (II) μείζονες σκέψεις, η επίμαχη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας λειτούργησε αυτό την 1.10.1999, οπότε έγινε η πρόσληψη του αναιρεσίβλητου, ήτοι υπό την ισχύ του άρθρου 3 παρ.1 περ. (δ) π.δ. 229/1994, πριν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 5 παρ.2 περίπτωση (β) στοιχείο (αα) π.δ. 246/2006, που ίσχυσε από 1.1.2007 και στη συνέχεια από 11.10.2013 μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 50 ν. 4199/2013.
Έτσι, εφαρμοστέο ήταν το άρθρο 3 παρ.1 περ. (δ) π.δ. 229/1994, που καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση και επιδρά στο κύρος της επίμαχης συμβάσεως εργασίας( ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα τα άρθρα 5 παρ.2 περίπτωση (δ) στοιχείο (αα) π.δ. 246/2006 και 50 ν. 4199/2013, που δεν καταλαμβάνουν την ένδικη περίπτωση. Επομένως, το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η 53/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου στο σύνολο της, δηλ.
και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, το οποίο συναναιρείται, αφού έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα [άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ]. Η εξέταση των λοιπών ως άνω λόγων αναιρέσεως -του δευτέρου ως προς αμφότερες τις μερικότερες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ και του τρίτου από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ- παρέλκει.
Ειδικότερα και όπως έγινε δεκτό στην (III) νομική σκέψη, για την προστασία του αναιρεσίβλητου (εργαζομένου - υπαλλήλου και συνδικαλιστικού στελέχους) από τα άρθρα 14 παρ.5 και 15 ν. 1264/1982 (καταγγελία της συμβάσεως εργασίας) απαιτείται έγκυρη σύμβαση εργασίας. Οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως αφορούν το κεφάλαιο για το κύρος της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου - συνδικαλιστικού στελέχους.
Έτσι, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος όλης της 53/2020 αποφάσεως του εφετείου. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ].
Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο μεταξύ των διαδίκων εξ αίτιας ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν [άρθρα 183, 106, 179, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ],
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 53/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου στο σύνολο, ήτοι και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη στο σύνολο μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ