Legislator Case Law & Legislation
1479/2019 AI generated

Greek Supreme Court dismisses request to correct a judgment due to lack of drafting error and clarity.

Case Number 1479/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the applicants' request to correct and supplement a previous judgment regarding a partial appeal. The court found that the prior decision was clear and specific, containing only a referral to the Court of Appeal for one specific claim while rejecting others. Consequently, the court ruled that no drafting error existed and the request to correct the judgment was substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 315 and 316 of the Code of Civil Procedure; A judgment may be corrected only for drafting or arithmetic errors arising from a mistake in its composition, provided the correction does not alter the substantive meaning or create ambiguity regarding the court's true intent.

Keywords

AI generated
correction of judgment drafting error partial appeal legal certainty substantive meaning Code of Civil Procedure Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 315 to 320 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1679/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1479 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1479/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, προκειμένου να αποφανθεί για τη συμπλήρωση του διατακτικού της απόφασης 1561/2018 του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, μετά την από 9-8-2019 αίτηση των αιτούντων, μεταξύ:

Των αιτούντων: 1) Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Σ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Α. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Κ. Τ. του Η., κατοίκου ..., 7) Α. Β. του Α., 8) Α. Α. του Χ., 9) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 10) Ν. Χ. του Γ., κατοίκου .... Ο 9ος αιτών παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή, ενώ οι λοιποί αιτούντες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Του καθού η αίτηση: Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κυριακού. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, εισηγητής δε ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 315 έως 320 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ρυθμίζεται η διαδικασία της διόρθωσης και ερμηνείας των δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί στο πλαίσιο της επιταγής για ασφάλεια δικαίου τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται, ότι μπορεί να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλ' ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση του δικαστηρίου, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου.

Η παραδρομή, όμως, στην οποία οφείλονται τα λάθη, πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα, πρέπει δε η διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της.

Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται στη συνέχεια η διόρθωσή της. Κατά συνέπεια, αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων μέσων, αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης (ΑΠ 359/2017, ΑΠ 318/2018, ΑΠ 1/2015).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 του ίδιου Κώδικα, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η ερμηνεία γίνεται από το ίδιο δικαστήριο που έχει εκδώσει την αρχική απόφαση και με την ίδια διαδικασία, χωρίς χρονικό περιορισμό και μόνο ύστερα από αίτημα διαδίκου και όχι αυτεπάγγελτα. Η ερμηνεία αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθινού νοήματος της απόφασης, εφόσον αυτό δεν είναι κατανοητό από τους διαδίκους για το λόγο ότι η διατύπωση είναι ασαφής ή αμφίβολη και, έτσι, με την ερμηνεία αίρονται οι ασάφειες και οι αοριστίες της διατύπωσης των σχετικών σημείων της απόφασης με την επεξήγηση της αληθούς έννοιας και την αποκατάσταση του ακριβούς νοήματος αυτών.

Αμφίβολο, κατ' αρχήν, θεωρείται το νόημα της απόφασης, όταν η λεκτική διατύπωση, λόγω των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, οδηγεί σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές, ενώ η ασάφεια της απόφασης πρέπει να είναι τέτοια ώστε να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται αδύνατη η κατανόηση αυτής ή η εκτέλεσή της και η οριοθέτηση του ουσιαστικού δεδικασμένου που απορρέει απ' αυτή.

Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται η αίτηση ερμηνείας δικαστικής απόφασης (άρθρ. 317 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα εξετάσει, σε πρώτη φάση, αν πράγματι η απόφαση είναι ασαφής, αόριστη και με αμφίβολο νόημα. Μόνο τότε, ήτοι, αν διαγνωστεί ότι η απόφαση δεν είναι "σαφής" αλλά έχει ανάγκη ερμηνείας, θα προχωρήσει στην ερμηνεία της απόφασης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του δικαστή (και όχι το νόημα της απόφασης καθ' εαυτό), λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη απόφαση (αγωγή, προτάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης).

Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι αποφάνθηκε. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται, κατά την ερμηνεία, η επανεκτίμηση των αποδείξεων που είχαν διεξαχθεί τότε, ούτε το δικαστήριο έχει εξουσία, με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης, να αλλοιώσει την ουσία της απόφασης και την έννοια αυτής, ούτε να συμπληρώσει παραλείψεις σε αιτήματα που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, διότι τούτο αντίκειται στους κανόνες του δεδικασμένου.

Το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία της απόφασής του, περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθινής έννοιάς της, ήτοι στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του (ΑΠ 1735/2014, ΑΠ 1235/2014).

Επισημαίνεται ότι από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όπου χωρεί διόρθωση δικαστικής απόφασης, δεν χωρεί ερμηνεία αυτής και αντίστροφα (ΑΠ 359/2017). Ειδικότερα, οι αναιρετικές αποφάσεις είτε της Ολομέλειας είτε των τμημάτων του Αρείου Πάγου ναι μεν δεν είναι δεκτικές εκτελέσεως, ούτε παράγουν δεδικασμένο, ωστόσο παράγουν ενδοδιαδικαστική δέσμευση, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Επομένως, μόνο το περιέχον λύση των ζητημάτων αυτών μέρος του αιτιολογικού τους υπόκειται σε ερμηνεία. Κατά την ερμηνεία, τέλος, αναζητείται η βούληση των δικαστών, που εξέδωσαν την ερμηνευόμενη απόφαση, με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης (ΑΠ 962/2017, ΑΠ 75/2017). Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 εδάφ.

α' ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του Κώδικα αυτού, στο δικαστήριο της παραπομπής "η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 580 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.

H έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Κατά συνέπεια, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν, οπότε συναναιρούνται.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΑΠ Ολομ. 27/2007, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 493/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 9-8-2019, αίτηση ζητείται η διόρθωση - συμπλήρωση της 1561/2018 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το μέρος που στο διατακτικό αυτής έχει παραλειφθεί, από προφανή παραδρομή, η διάταξη περί παραπομπής στο Εφετείο των αναφερόμενων στην αίτηση έξι αγωγών, ήτοι της αγωγής του Κ. Ρ. (δικαιοπαρόχου των πρώτης έως και πέμπτης από τους αιτούντες) και των αγωγών που άσκησε καθένας από τους έκτο έως και δέκατο των αιτούντων, καθόσον, σύμφωνα με το αιτιολογικό της πιο πάνω απόφασης, η προσβληθείσα με την από 10-7-2017 αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 2173/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε και ως προς τις διατάξεις της που αφορούσαν τις εν λόγω αγωγές, συγκεκριμένα δε να συμπληρωθεί το διατακτικό της απόφασης με την ακόλουθη διάταξη: "

Παραπέμπει τις. αγωγές με αρ. καταθέσεως .../2005 (Κ. Ρ.), .../2005 (Κ. Τ.), .../ 2005 (Α. Β.), .../2005 (Α. Α.), .../2005 (Χ. Μ.) και .../ 2005 (Ν. Χ.)". Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, της οποίας ζητείται η ερμηνεία, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν και συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 24-10-2013 οκτώ αγωγές, ήτοι οι από 2-11-2005, 27-10-2005, 31-10-2005, 1-11-2005, 26-10-2005, 3-10-2005 και 25-10-2005 επτά αγωγές που άσκησαν, αντίστοιχα, οι Κ. Ρ. (που απεβίωσε και τη δίκη συνέχισαν οι πρώτη έως και πέμπτη από τους αιτούντες), Κ.

Τ., Α. Β., Α. Α., Χ. Μ., Ν. Χ. και Χ. - Ι. Π. κατά του Ε. Π., καθώς και η από 12-12-2006 αγωγή που άσκησε ο Ε. Π. κατά των παραπάνω αντιδίκων του και του Β. Κ.. Επί των πιο πάνω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 598/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκαν οι έξι πρώτες από τις παραπάνω αγωγές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, β) έγινε δεκτή η από 25-10-2005 αγωγή της Χ. - Ι.

Π. κατά του Ε. Π., ο οποίος υποχρεώθηκε να καταβάλει σε αυτή το ποσό των 10.000 ευρώ και γ) απορρίφθηκε η από 12-2-2006 αγωγή του Ε. Π. κατά του Β. Κ. (όγδοου εναγομένου), ενώ έγινε δεκτή η αγωγή αυτή κατά των λοιπών επτά εναγομένων (εναγόντων στις ανωτέρω επτά αγωγές, αντίστοιχα), αναγνωρίζοντας ότι αυτοί οφείλουν στον ενάγοντα της εν λόγω αγωγής το ποσό των 10.000 ευρώ έκαστος.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησαν: Α) την από 21-3-2014 έφεση τόσον οι έξι πρώτοι ενάγοντες και εναγόμενοι στην κατ' αυτών αγωγή του Ε. Π., παραπονούμενοι καθένας από αυτούς αφενός μεν για την απόρριψη της δικής του αγωγής κατά του Ε. Π., αφετέρου δε για την παραδοχή της αγωγής του τελευταίου κατ' αυτών, όσο και η Χ. - Ι.

Π., αλλά μόνον ως (έβδομη) εναγομένη στην αγωγή του Ε. Π., παραπονούμενη και αυτή κατά το μέρος που έγινε δεκτή η εν λόγω αγωγή σε βάρος της, Β) την από 17-12-2015 αντέφεση (στο πλαίσιο της ανοιγείσας με την πιο πάνω έφεση δίκης) ο Ε. Π. κατά των πιο πάνω επτά αντιδίκων του και Γ) την από 31-12-2014 έφεση ο Ε. Π., την οποία έστρεψε μόνον κατά της Χ. - Ι.

Π., παραπονούμενος για την παραδοχή της αγωγής της κατ' αυτού, και κατά του Β. Κ., παραπονούμενος για την απόρριψη της αγωγής του κατά του ανωτέρω αντιδίκου του. Οι πιο πάνω δύο εφέσεις και η αντέφεση συνεκδικάστηκαν από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2173/2017 απόφασή του, με την οποία 1) απορρίφθηκε η από 21-3-2014 έφεση των έξι πρώτων εναγόντων, δηλαδή των Κ.

Ρ., Κ. Τ., Α. Β., Α. Α., Χ. Μ. και Ν. Χ., κατά το μέρος που προσέβαλαν την πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη των έξι αγωγών τους, αντίστοιχα, απορρίφθηκε η από 17-12-2015 αντέφεση του Ε. Π. κατά των Χ. Μ., Ν. Χ. και Χ. - Ι. Π. και επίσης απορρίφθηκε η από 31-12-2014 έφεση του Ε. Π. κατά του Β. Κ., 2) έγιναν δεκτές η από 21-3-2014 έφεση των Κ.

Ρ., Κ. Τ., Α. Β. και Α. Α. κατά του Ε. Π., η από 17-12-2015 αντέφεση του Ε. Π. καθό μέρος στρεφόταν κατά των ως άνω τεσσάρων διαδίκων, η από 31-12-2014 έφεση του Ε. Π. κατά της Χ. - Ι. Π., η από 21-3-2014 έφεση των Χ. Μ., Ν. Χ. και Χ. - Ι. Π. και εξαφανίστηκε ως προς τις αντίστοιχες διατάξεις η πρωτοβάθμια απόφαση. Ακολούθως, το Εφετείο, δικάζοντας κατ' ουσίαν κατά το μέρος αυτό την υπόθεση, Α) δέχθηκε εν μέρει την από 25-10-2005 (αρ.

εκθ. καταθ. .../2005) αγωγή της Χ. - Ι. Π., υποχρεώνοντας τον εναγόμενο στην αγωγή αυτή Ε. Π. να καταβάλει στην ως άνω ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ νομιμοτόκως, Β) δέχθηκε, επίσης, εν μέρει την από 12-12-2006 (αρ. εκθ. καταθ. .../2006) αγωγή του Ε. Π. κατά των τεσσάρων πρώτων εναγομένων Κ. Ρ., Κ. Τ., Α. Β. και Α. Α., αναγνωρίζοντας ότι καθένας από αυτούς οφείλει, μετά δε το θάνατο του Κ.

Ρ. οι κληρονόμοι αυτού Μ. Α., Δ. Ρ., Σ. Ρ., Α. Ρ. και Ν. Ρ. κατά την κληρονομική τους μερίδα, στον ενάγοντα Ε. Π. το ποσό των 3.000 ευρώ, νομιμοτόκως και Γ) απέρριψε την ίδια ως άνω αγωγή του Ε. Π. καθό μέρος στρεφόταν κατά των λοιπών τριών εναγομένων Χ. Μ., Ν. Χ. και Χ. - Ι. Π., καταδίκασε δε όλους τους ηττηθέντες διαδίκους στα δικαστικά έξοδα.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 10-7-2017 αίτηση αναίρεσης από τους ήδη αιτούντες, ήτοι από τους 1. α) Μ. Α., ) Δ. Ρ., ) Σ. Ρ., ) Α. Ρ. και ε) Ν. Ρ. (εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος Κ. Ρ.), 2. Κ. Τ., 3 Α. Β., 4 Α. Α., 5 Χ. Μ. και 6 Ν. Χ., με την οποία ζήτησαν την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2173/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα παρακάτω, σύμφωνα με το αιτητικό του αναιρετηρίου, κεφάλαια, και συγκεκριμένα:

πρώτον, ως προς τα κεφάλαια, με τα οποία απορρίφθηκαν οι (έξι) αγωγές τους κατά του αναιρεσίβλητου Ε. Π., δεύτερον, ως προς τα κεφάλαια, με τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των οκτώ πρώτων αναιρεσειόντων, ήτοι κατά των πέντε πρώτων ως κληρονόμων του Κ. Ρ. και κατά των Κ. Τ., Α. Β. και Α. Α., και τρίτον, ως προς τα συναφή κεφάλαια των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το μέρος που στηρίζονται στις παραπάνω κρίσεις, προκειμένου, μετά την παραπομπή και επανασυζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο που εξέδωσε την απόφαση, να γίνουν δεκτές οι αντίστοιχες αγωγές τους κατά του Ε.

Π. και να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η αγωγή του τελευταίου, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτών. Επί της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η 1561/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Α2 Πολιτικό Τμήμα), το οποίο, μετά την παράθεση των νομικών σκέψεων και αφού εξέθεσε εκτενώς το περιεχόμενο της από 12-12-2006 (αρ.

εκθ. καταθ. .../2006) αγωγής του Ε. Π., δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Με το άνω περιεχόμενο και αίτημα η άνω αγωγή, με την οποία ζητείται να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, (και ήδη αναιρεσείοντες) υπάλληλοι και Δήμαρχος του Δήμου … να καταβάλουν στον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο), χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τις αδικοπραξίες που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με εξαίρεση τις αγωγές που άσκησαν κατά του ενάγοντος οι εναγόμενοι για χρηματική ικανοποίηση, επειδή, οι αναφερθείσες παράνομες ενέργειες των άνω οργάνων του προαναφερθέντος Δήμου, τελέστηκαν σε συνάρτηση με τη λειτουργία τους ως δημοτικής υπηρεσίας και εξαιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δήμου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα των οργάνων του που ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, είναι απορριπτέα, κατά το μέρος αυτό, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως των ανωτέρω, γεγονός που καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚπολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ως συνιστώσα πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚπολΔ.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Επομένως, κατά τα άνω κεφάλαια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν δικαστήριο και να απορριφθεί, λόγω έλλειψης νομιμοποιήσεως.

Αντιθέτως, η αγωγή, όσον αφορά το αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος από την άσκηση εκ μέρους των αναιρεσειόντων - εναγομένων ισάριθμων αγωγών σε βάρος του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τους που υπέστησαν, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του και δη από την δήθεν ψευδή μήνυση του ιδίου εναντίον τους για τις ως άνω πράξεις της νόθευσης εγγράφου, της ψευδούς βεβαιώσεως και της παραβάσεως καθήκοντος, είναι ορισμένο και κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, κατά τούτο, εφόσον η εκ μέρους των αναιρεσειόντων άσκηση ισάριθμων αγωγών με το ως άνω περιεχόμενο δεν συναρτάται με την άσκηση των καθηκόντων τους ως υπαλλήλων και ως Δημάρχου του Δήμου … Συνακόλουθα τούτων, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος εκείνο που δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες και την απόρριψη αυτής, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο εφετείο κατά το μέρος που κρίθηκε ότι υπάρχει παθητική νομιμοποίηση των ανωτέρω εναγομένων - αναιρεσειόντων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας αυτών από την άσκηση αγωγών σε βάρος του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, εφόσον το Εφετείο επιδίκασε ενιαίο ποσόν τόσο για τις αναφερόμενες παράνομες πράξεις των αναιρεσειόντων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όσο και για την εκ μέρους τους άσκηση αγωγών εναντίον του.

Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγω αναιρέσεως παρέλκει η έρευνα αφενός μεν του δεύτερου λόγου αναίρεσης, που αναφέρεται στην παράβαση ευθέως και εκ πλαγίου των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία σύνταξης και υπογραφής του πρωτοκόλλου από την επιτροπή του άρθρου 53 π.δ. 609/1985, καθώς και των πρώτου δεύτερου, τρίτου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, που αναφέρονται αντίστοιχα, στην παράβαση δεδικασμένου ως προς τη νόθευση του επίδικου εγγράφου (αρθ. 559 αρ. 16 ΚΠολΔ) από την 616/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, την παραβίαση του τεκμηρίου νομιμότητας της διοικητικής πράξης ως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), σχετικά με το από 21.3.2005 πρωτόκολλο παραλαβής και την παραβίαση της αρχής της νομιμότητας της διοίκησης σχετικά με τις αρμοδιότητές τους (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), αφετέρου δε των τέταρτου και πέμπτου των προσθέτων λόγω αναίρεσης, που αναφέρονται, η παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8, 9, 11 και 19 ΚΠολΔ, σχετικά με τα επικαλούμενα περιστατικά στην από 12-12-2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 57-59, 932 ΑΚ, 367 παρ. 1 και 25 ΠΚ και 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αντίστοιχα ως προς την αναγκαιότητα της αντίστοιχης μηνύσεως του.

Κατόπιν τούτων, γενομένης δεκτής εν μέρει της ένδικης αίτησης αναίρεσης θα πρέπει να αποδοθεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 ΚΠολΔ). Τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Αναιρεί την 2173/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στο σκεπτικό. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Απορρίπτει την από 12.12.2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου Ε. Π. κατά το μέρος που δεν αναφέρεται στις αναφερθείσες στο σκεπτικό αγωγές.

Παραπέμπει την από 12.12.2006 αγωγή κατά το μέρος που αναφέρεται στις άνω αγωγές στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.".

Από το ως άνω περιεχόμενο του σκεπτικού και του διατακτικού της 1561/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, της οποίας ζητείται η διόρθωση, σε συνδυασμό και με το αιτητικό της αίτησης αναίρεσης, η οποία κατά ρητή διατύπωση στο συμπέρασμα του σκεπτικού της απόφασης, στο οποίο σκεπτικό παραπέμπει και η πρώτη διάταξη του διατακτικού, έγινε εν μέρει δεκτή, προκύπτει σαφώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δεν αναιρέθηκε ολικά αλλά μόνον εν μέρει και συγκεκριμένα μόνον ως προς το κεφάλαιο της από 12.12.2006 αγωγής του αναιρεσιβλήτου Ε.

Π. και δη κατά το μέρος εκείνο που η αγωγική αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στην προσβολή αυτού που επήλθε από τις εκτιθέμενες μερικότερες πράξεις, τις οποίες οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως οργάνων του Δήμου …, κρίνοντας ότι οι αναιρεσείοντες, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην ασκηθείσα κατ' αυτών από τον αναιρεσίβλητο αγωγή όσον αφορά τις μερικότερες αυτές πράξεις και ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο δεν εκήρυξε το απαράδεκτο αυτής κατά το προαναφερόμενο μέρος, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως που ο Άρειος Πάγος εξέτασε αυτεπαγγέλτως.

Καθό μέρος, όμως, η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στην άσκηση εκ μέρους των αναιρεσειόντων - εναγομένων ισάριθμων αγωγών σε βάρος του (με την οποία ζήτησαν από αυτόν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, επικαλούμενοι την υποβολή ψευδούς μήνυσης του ιδίου εναντίον τους για τις πράξεις της νόθευσης εγγράφου, της ψευδούς βεβαιώσεως και της παραβάσεως καθήκοντος), ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και ότι, συνεπώς, το Εφετείο, που δεν απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι' αυτό και απέρριψε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τα αντίθετα.

Κατόπιν αυτών, ο Άρειος Πάγος κράτησε και δίκασε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά το αναιρεθέν μέρος, δηλαδή, όπως αναγράφεται στο διατακτικό της απόφασης, "κατά το μέρος που δεν αναφέρεται στις αναφερθείσες στο σκεπτικό αγωγές" των αναιρεσειόντων, και απέρριψε αυτήν (μόνον κατά το συγκεκριμένο μέρος) λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσειόντων, ενώ παρέπεμψε την εν λόγω αγωγή στο Εφετείο, κατά το μέρος που η αξίωση του αναιρεσιβλήτου θεμελιώνεται στο περιεχόμενο των πιο πάνω αγωγών των αναιρεσειόντων, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου το αγωγικό αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, επειδή το Εφετείο με την αναιρεθείσα απόφασή του επιδίκασε ενιαίο ποσόν, τόσο για τις αναφερόμενες παράνομες πράξεις των αναιρεσειόντων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όσο και για την εκ μέρους τους άσκηση των πιο πάνω αγωγών εναντίον του.

Έκρινε δε, ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, ήτοι του δευτέρου από το κυρίως δικόγραφο καθώς και των πέντε λόγων από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, "λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγω αναιρέσεως". Προκύπτει, επομένως, ότι οι δικαστές του Αρείου Πάγου θέλησαν να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και όχι και κατά το μέρος που απέρριψε τις έξι αγωγές των αναιρεσειόντων, αφού από το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, πέραν της έρευνας του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την κατ' αυτών αγωγή του αναιρεσιβλήτου λόγω αοριστίας, δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις αγωγές των αναιρεσειόντων και τους σχετικούς με αυτές λοιπούς, κύριους και προσθέτους, λόγους αναιρέσεως ούτε και διέλαβε μνεία ότι η αναιρετική εμβέλεια του αυτεπαγγέλτως εξετασθέντος και δεκτού γενομένου λόγου αναιρέσεως, αφορώντος την αγωγή του αναιρεσείοντος, καταλαμβάνει και τους μη εξετασθέντες λοιπούς λόγους καθό μέρος προσάπτονται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες σχετικά με την απόρριψη των αγωγών των αναιρεσειόντων, και, ως εκ τούτου, δεν περιέλαβε και σχετική διάταξη στο διατακτικό της αποφάσεώς του περί παραπομπής και αυτών στο Εφετείο.

Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί, ότι πρόκειται για πρόδηλη ακούσια πλημμέλεια, που παρεισέφρησε κατά την σύνταξη της αποφάσεως και ότι το δικαστήριο, από παραδρομή, δεν εξέφρασε το ηθελημένο, ώστε να υφίσταται περίπτωση διορθώσεως της ανωτέρω αποφάσεως, με την συμπλήρωση του διατακτικού της και με (επί πλέον) διάταξη περί παραπομπής και των πιο πάνω έξι αγωγών των αναιρεσειόντων στο Εφετείο.

Δεν συνάγεται, δηλαδή, ότι το δικαστήριο, άλλο θέλησε να εκφράσει στην απόφασή του και άλλο εξέφρασε, ώστε να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της απόφασης, αφού αυτό δεν έχει διατυπωθεί ελλιπώς και δεν βρίσκεται σε αναντιστοιχία με εκείνο που πράγματι θέλησε το δικαστήριο. Αντιθέτως, πρόκειται για περίπτωση παραλείψεως του δικαστηρίου να κρίνει και αποφανθεί επί του ανωτέρω ζητήματος (Ολ.ΑΠ 20/2009, ΑΠ 761/2016, ΑΠ 1235/2014, ΑΠ 1621/2012), που εκφεύγει της διαδικασίας της διορθώσεως, η οποία προβλέπεται από την προαναφερομένη διάταξη του ΚΠολΔ, εφόσον απαιτείται η εξέταση και η διάγνωση, από το δικαστήριο τούτο, της βασιμότητος των σχετικών μη εξετασθέντων λόγων αναιρέσεως (βλ.

ΑΠ 1679/2009). Πρέπει να σημειωθεί, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι στην υπό κρίση αίτηση εμπεριέχεται, επικουρικά, αίτημα ερμηνείας της ανωτέρω 1561/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, από τα ανωτέρω ήδη εκτεθέντα προκύπτει ότι η αναίρεση, άρα και η εξαφάνιση, της αναιρεσιβληθείσας εφετειακής απόφασης είναι μερική, ήτοι μόνον κατά το κεφάλαιο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το διατακτικό (αλλά και το αιτιολογικό) της πιο πάνω απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι σαφές, ορισμένο και αναμφίβολο, περιλαμβάνοντας διάταξη παραπεμπτική στο Εφετείο μόνον ως προς ανωτέρω κεφάλαιο.

Εφόσον δε ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, δεν πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης (αφού η έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως των εναγομένων - αναιρεσειόντων ως οργάνων του Δήμου… στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου που είχε γίνει εν μέρει δεκτή, δεν επιδρά επί των αγωγών των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου που είχαν απορριφθεί) και η παραπομπή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου στο Εφετείο έγινε μόνον "προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως" αυτού, και, επίσης, εφόσον στην απόφαση αυτή ουδείς λόγος έγινε σχετικά με το κεφάλαιο των αγωγών των αναιρεσειόντων και ήδη αιτούντων ούτε και η παραμικρή μνεία για επέκταση της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου και στο ξεχωριστό αυτό κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, μόνη η αναφορά στην απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγω αναιρέσεως παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναίρεσης, δεν προκαλεί ασάφεια ή αμφιβολία ως προς το αληθές νόημα της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου επί της αιτήσεως αναιρέσεως, έτσι ώστε να προκύπτει αβεβαιότητα ως προς την απορρέουσα από αυτήν ενδοδιαδικαστική δέσμευση.

Κατά συνέπεια, αφού η απόφαση δεν είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ούτε και είναι ασαφής, αλλά, αντίθετα, προκύπτει, αναμφίβολα και με σαφήνεια για το πώς το Δικαστήριο τούτο πράγματι αποφάνθηκε, χωρίς βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, να είναι επιτρεπτό να ερευνηθεί πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί, δεν τίθεται και θέμα ερμηνείας αυτής κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, δεδομένου μάλιστα ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η ερμηνεία κατά το σχετικό αίτημα των αιτούντων θα οδηγούσε σε αλλαγή του διατακτικού, πράγμα που ρητά απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση αίτηση διορθώσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστούν οι αιτούντες, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του καθού η αίτηση που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-8-2019 αίτηση των 1) Μ. Α., κ.λπ. για διόρθωση - συμπλήρωση της 1561/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

Και

Καταδικάζει τους αιτούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του καθού η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακόσιων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ