1479/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1479/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Full text
Απόφαση 1479 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1479/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Λ. του Π. και 2) Δ. Λ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαρκάτο.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της 271/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που επικύρωσε την συμπροσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 20/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 18-5-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο 1ος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο 2ος λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Από το συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 575, 226 § 4 εδ. α, γ και δ και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως ή είχε παραστεί νομίμως κατ’ αυτή, αν δε συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν την υπ’ αριθμ. ...5-10-2016 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Θ. Τ., από την οποία αποδεικνύεται ότι, μετά από παραγγελία των ιδίων, ακριβές αντίγραφο της από 8-12- 2015 αιτήσεώς τους για αναίρεση της 271/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 16-1-2017, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Κατά την δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε, απόντος του τελευταίου (όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 29-5-2017. Επομένως, αφού κατά τη δικάσιμο αυτή ο ανωτέρω διάδικος δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 εδαφ. β’ του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περαιώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 § 3 εδάφ. α’ του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 16 § 3 του ν. 2915/2001 και ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Και αυτό γιατί οι λόγοι της εφέσεως, μολονότι στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και της βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και, συνακόλουθα, απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί της παραδοχής τους.
Με τα δεδομένα αυτά, εάν η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται η τελευταία από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν λόγους αναιρέσεως, παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 2008/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 8-12-2015 αίτηση αναιρέσεως του Α. του Δ. Λ. παραδεκτά στρέφεται κατά της 271/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση αυτών (ως εναγομένων) κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης αποφάσεως λόγω της ερημοδικίας τους.
Εξάλλου η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 840 παρ. 1, 841 παρ. 1 και 842 ΑΚ, η υποχρέωση για ισόβια παροχή χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων σε περιοδικές δόσεις (ισόβια πρόσοδος) μπορεί να συσταθεί για ολόκληρη τη ζωή του δικαιούχου ή του οφειλέτη ή τρίτου. Σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι έχει συσταθεί για ολόκληρη τη ζωή του δικαιούχου.
Η πρόσοδος προκαταβάλλεται, αν είναι χρηματική, κάθε μήνα, και οποιαδήποτε άλλη σε χρονικές περιόδους που καθορίζονται από το σκοπό της προσόδου. Η σύμβαση για ισόβια πρόσοδο είναι άκυρη, αν δεν καταρτιστεί ενώπιον συμβολαιογράφου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει: α) απαραίτητο εννοιολογικό στοιχείο της συμβάσεως για ισόβια πρόσοδο, η οποία αποτελεί το συνηθέστερο τρόπο συστάσεως ισόβιας προσόδου, είναι η συνάρτηση αυτής με τη διάρκεια της ζωής ορισμένου προσώπου από τα περιοριστικώς οριζόμενα στην πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις, β) υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως αν δεν συνταχθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο, γ) οι περιοδικές αυτές παροχές μπορεί να είναι και οριστές, με την έννοια ότι η ποσότητα ή η ποιότητά τους δεν είναι προηγουμένως ακριβώς καθορισμένη, αλλά εξαρτάται από μελλοντικά, αλλά σαφώς καθορισμένα γεγονότα, δ) η πρόσοδος προκαταβάλλεται, αν είναι χρηματική, κάθε μήνα, πλην όμως η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και εφαρμόζεται μόνο αν δεν υπάρχει αντίθετη θέληση των συμβαλλομένων (ΑΠ 1633/2006, ΑΠ 1389/2000).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 201/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι η ήδη αποβιώσασα σύζυγός του και θεία των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, Π. το γένος Α. Λ. δώρησε το έτος 2003 σ’ αυτούς το εισπραχθέν, από την πώληση ακινήτου της κυριότητάς της, τίμημα των 300.000 ευρώ και εν συνεχεία δυνάμει του από 28-5-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού (που αποτελούσε επαναδιατύπωση προγενέστερου ομοίου), στο οποίο συνεβλήθησαν αφενός οι εναγόμενοι και αφετέρου ο ενάγων και η σύζυγός του, συμφώνησαν όπως εφ’ όρου ζωής της θείας τους Π.
Ν. το γένος Α. Λ. και μετά το θάνατο αυτής εφ’ όρου ζωής του ενάγοντος, εφόσον αυτός δεν είχε προαποβιώσει, καταβάλλουν από κοινού οι εναγόμενοι σ’ αυτούς εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μηνός ποσό 880 €. Ότι οι εναγόμενοι κατέβαλλαν πράγματι μηνιαίως το ποσό αυτό μέχρι του χρόνου του θανάτου της συζύγου του ενάγοντος την 1.4.2012, έκτοτε δε έπαυσαν να το καταβάλουν, αν και αυτός τους όχλησε σχετικά με την από 7-6-2012 εξώδικη πρόσκληση.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον να καταβάλλουν σ’ αυτόν το ποσό των 880 € μηνιαίως και για χρονικό διάστημα από 1.4.2012 έως 31.3.2017, κατά το οποίο υπάρχει προσδοκία επιβιώσεώς του, νομιμοτόκως δε από την επόμενη ημέρα που κάθε χρηματική παροχή καθίσταται απαιτητή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου με την υπ’ αριθμ. 20/2014 απόφασή του εκτίμησε ότι η αγωγή ερείδεται σε σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους των άρθρων 873 επ.
ΑΚ, την οποία έκρινε έγκυρη, εφόσον καταρτίστηκε εγγράφως και βάσει αυτής έκανε δεκτή την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το πρωτοδικείο, του οποίου η απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 840 του ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέα, εφόσον εσφαλμένως υπήγαγε τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά στον κανόνα του άρθρου 873 ΑΚ, ενώ συνέτρεχε σαφώς το εννοιολογικό στοιχείο της συμβάσεως ισόβιας προσόδου, που είναι η συνάρτηση αυτής με τη διάρκεια της ζωής ορισμένου προσώπου από τα περιοριστικώς οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη, δηλ.
της δικαιούχου και του συζύγου αυτής. Επομένως είναι βάσιμος ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια αυτή, παρελκούσης πλέον της έρευνας των ετέρου αναιρετικού λόγου, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου καλύπτει το σύνολο της αποφάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν θα πρέπει, δεκτής γενομένης της από 8-12-2015 αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, επανερχομένων των διαδίκων στην προ της αναιρέσεως κατάσταση. Εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, το Δικαστήριο τούτο κατ’ άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, κρατώντας την υπόθεση, πρέπει να κάνει δεκτή την έφεση των αναιρεσειόντων και να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε νόμιμη την αγωγή.
Η τελευταία πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού κατά τα αναφερόμενα η επίδικη σύμβαση ισόβιας προσόδου δεν συνήφθη με συμβολαιογραφικό έγγραφο, με συνέπεια να είναι απολύτως άκυρη. Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατ’ άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 271/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται την από 12-4-2014 έφεση των αναιρεσειόντων.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 20/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.
Απορρίπτει την από 23-1-2013 αγωγή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ