Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence evaluation and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the petition for cassation filed by the appellants against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued for the admissibility of witness statements and the validity of an out-of-court confession, while the appellee opposed the appeal. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested documents were not formal evidence but special means of proof, and the alleged errors concerned factual evaluation rather than legal application.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible when the alleged distortion concerns the evaluation of special means of proof rather than formal evidence, or when the error lies in factual assessment instead of the correct application of legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1479 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1479/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1....του Θ1, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση και 2.... του Θ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πανούση.
Της αναιρεσιβλήτου: ... χήρας Θ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Χρήστο Δέλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Απριλίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28206/2001 μη οριστική, 15944/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2711/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής η μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
ΑΠ 661/1984). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Ολ Α. Π. 661/ 1984). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι :
α) Να επήλθε πλουτισμός του λήπτη, δηλαδή βελτίωση της περιουσιακής του καταστάσεως είτε με επαύξηση της περιουσίας του είτε με τη μη ελάττωσή της. β) Ο πλουτισμός να προέρχεται από την περιουσία άλλου (αμέσως ή εμμέσως) η με ζημία του άλλου και γ) Ο πλουτισμός να είναι αδικαιολόγητος, ήτοι να επήλθε χωρίς νόμιμη ή έγκυρη αιτία, που να έχει ως πηγή τη σύμβαση ή το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα με το αποδεικτικό του πόρισμα (αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα), τα ακόλουθα: Οι δύο αναιρεσείοντες - ενάγοντες είναι νόμιμα τέκνα και κληρονόμοι κατά τα 3/8 ο καθένας, κατά δε τα υπόλοιπα 2/8 είναι κληρονόμος η αναιρεσίβλητη εναγόμενη σύζυγος του θανόντος κατά τις 9-2-1997 Θ1, ο οποίος ήταν από το έτος 1965 ομόρρυθμος έταιρος, με ποσοστό 60%, της ομόρρυθμης εταιρίας "...
Ο.Ε". Η εταιρία αυτή, κατά το έτος 1981, μετατράπηκε σε ετερόρρυθμη με την είσοδο, ως ετερόρρυθμου μέλους, της συγγενούς του Θ1, Μ1, στην οποία μεταβίβασε αυτός το 20% του εταιρικού μεριδίου του και μετά το γάμο του με την αναιρεσίβλητη έπεισε τη Μ1 και μεταβίβασε το μερίδιο της, κατά την 1-10-1990, στην αναιρεσίβλητη σύζυγό του, κατόπιν νέας τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας.
Κατόπιν 2 αγωγών των αναιρεσειόντων οι δύο αυτές διαδοχικές μεταβιβάσεις μέρους 20% του εταιρικού μεριδίου του Θ1 προς την Μ1 και την αναιρεσίβλητη αναγνωρίσθηκαν ως εικονικές, με τις 1707/1998 και 1109/1999 αμετάκλητες αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, λόγω της ακυρότητας δε της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας (της οποίας τελούσε σε γνώση η εικονικώς συναλλαγείσα αναιρεσίβλητη) δεν εισέπραξε αυτή τα κέρδη του εικονικού μεριδίου της κατά τις διαχειριστικές χρήσεις των ετών 1990-1996 και "επομένως δεν έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του συζύγου της, επί της οποίας καθένας από τους ενάγοντες (αναιρεσείοντες) διατηρεί το παραπάνω ποσοστό ως νόμιμο κληρονομικό μερίδιο".
Στη συνέχεια το Εφετείο επιδίδεται σε συνοπτική αξιολόγηση των αποδείξεων που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφέροντας περικοπές των μαρτυρικών καταθέσεων με τους λόγους της μεγαλύτερης ή μικρότερης αξιοπιστίας τους, και θεωρώντας ως περισσότερο σημαντική για τη διάγνωση της διαφοράς την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ..., συνεταίρου και συναδέλφου του Θ1, ενώ συνεκτιμά ως δικαστικό τεκμήριο και την παραδοχή της υπ' αρ. 19932/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης (που απέρριψε την έφεση κατά της υπ' αρ. 1109/1999 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης για αναγνώριση εικονικότητας της μεταβίβασης του 20% του εταιρικού μεριδίου στην αναιρεσίβλητη), ότι τους καρπούς του (εικονικώς μεταβιβασθέντος εταιρικού μεριδίου εισέπραττε ο Θ1, περιστατικό που συνεκτίμησε και το Πρωτοδικείο (ως δικαστικό τεκμήριο) για να καταλήξει στη δεσμευτική, λόγω δεδικασμένου, κρίση του ως προς την ως άνω εικονικότητα.
Ενόψει αυτών των περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα, έκρινε ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα των αναιρεσειόντων για απόδοση του (αδικαιολόγητου) πλουτισμού της αναιρεσίβλητης από την εικονική συμμετοχή της στην εταιρία του συζύγου της και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή.
Με αυτές τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο, αφενός μεν δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138 εδ. α'180, 904 παρ. 1, 908 του ΑΚ και είναι αβάσιμος ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ λόγος της αναιρέσεως, αφετέρου δε έχει επαρκείς αιτιολογίες στον υπαγωγικό συλλογισμό του και είναι επίσης αβάσιμοι, οι υπό στοιχεία Α3, Γ3 και (εν μέρει) Γ4 λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ , ενώ κατά το μέρος που πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι οι λόγοι αυτοι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ).
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες περιέχονται στις .../2002, .../2003 και .../2003 εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δικ), με τις λοιπές αποδείξεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων ...
και Θ1. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις άνω καταθέσεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δικ (και όχι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, στο οποίο οι αναιρεσείοντες υπολαμβάνουν ότι τα κατατεθέντα από τους άνω μάρτυρες συνιστούν "πράγματα", τα οποία προτάθηκαν από αυτούς πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και δεν λήφθηκαν υπόψη) είναι αβάσιμος.
Εξάλλου με τον υπό στοιχείο Γ, κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην απόφαση του Εφετείου οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 13 και 9 Κ.Πολ.Δικ, που συνίστανται η μεν πρώτη στο ότι, ενώ με την υπ' αρ. 28206/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης διατάχθηκε, κατόπιν σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων, η επίδειξη από την αναιρεσίβλητη επικυρωμένων αντιγράφων του ημερολογίου ταμείου της εταιρίας, στην οποία εικονικώς αυτή μετείχε, χωρίς να τα προσκομίσει στη μετ' απόδειξη συζήτηση, το Εφετείο, (σε αντίθεση με το Πρωτοδικείο) δεν συνήγαγε δυσμενές σε βάρος της αναιρεσίβλητης τεκμήριο για την ευδοκίμηση της αγωγής των αναιρεσειόντων, η δε δεύτερη στο ότι το υποβληθέν στο Πρωτοδικείο αίτημα επίδειξης εγγράφων αφέθηκε αδίκαστο από το Εφετείο.
Κατά το πρώτο σκέλος του ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη συναγωγή από το Εφετείο του ίδιου (δικαστικού) τεκμηρίου, λόγω της μη επιδείξεως των εγγράφων που επέβαλε η πρωτόδικη απόφαση στην αναιρεσίβλητη, δεν επήλθε (ούτε επιβλήθηκε από το Δικαστήριο) μεταβολή του βάρους αποδείξεως, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός - πέραν της αντιφατικότητάς του - είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες επανέφεραν στο Εφετείο με την έφεσή τους το πρωτοδίκως υποβληθέν αίτημά τους προς επίδειξη των ως άνω εγγράφων, ώστε να δημιουργείται, από την παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο σχετικό αίτημα, ο από το άρθρο 559 αρ. 9 προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενο του εγγράφου πόρισμα καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενό του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος και εξαιτίας του διαγνωστικού αυτού λάθους καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Ως έγγραφα νοούνται τα αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339, 432 επ. Κ.Πολ.Δ., και όχι τα κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας ή άλλης δίκης ή όσα αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο.
Όταν το αποδεικτικό πόρισμα στηρίζεται σωρευτικώς σε περισσότερες αυτοτελείς αποδείξεις, τότε η παραμόρφωση μόνον ενός από τα περισσότερα αυτοτελή αποδεικτικά μέσα δεν δικαιολογεί την αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση επομένως, απαραδέκτως με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως πλήσσεται η απόφαση του Εφετείου για παραμόρφωση των εκθέσεων εξετάσεως των μαρτύρων των αναιρεσειόντων ως προς την εκτίμηση αυτών των καταθέσεων από το Εφετείο, καθ' όσον δεν αποτελούν αυτές αποδεικτικά έγγραφα, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
Εξάλλου απαράδεκτος είναι και ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου (εξώδικης) ομολογίας της αναιρεσίβλητης με τις από 24-5-2000 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, σε (άλλη) δίκη, μεταξύ των διαδίκων, για μέμψη άστοργης δωρεάς, ενώ κατά το μέρος που για την αυτή προβαλλόμενη πλημμέλεια αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια ότι, κατά τους αναιρεσείοντες , αποτελούσε πλήρη απόδειξη σε βάρος της αναιρεσίβλητης η ως άνω ομολογία, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθ' όσον η δικαστική ομολογία παράγει τα αποτελέσματα του άρθρου 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όταν συντελείται ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου και όχι ενώπιον άλλου δικαστηρίου, στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων.
Περαιτέρω απαράδεκτος είναι και ο υπό στοιχείο Β2 λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για παραμόρφωση του περιεχομένου της 19932/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νικης (που έκρινε σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας την εικονικότητα της μεταβίβασης του εταιρικού μεριδίου στην αναιρεσίβλητη, μεταξύ των ίδιων διαδίκων) κατά το μέρος, που για τις παραδοχές αυτής της απόφασης σχετικά με την εικονικότητα της μεταβίβασης του εταιρικού μεριδίου, τη μη καταβολή του τιμήματος αγοράς και τη μη λήψη κερδών από την αναιρεσίβλητη, προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν έγινε συναγωγή ορθού συμπεράσματος.
Γιατί έτσι το επικαλούμενο σφάλμα αναφέρεται στην αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου και όχι σε διαγνωστικό λάθος κατά την προσπάθεια διαπίστωσης του οντολογικού περιεχομένου του, δηλαδή κατά την "ανάγνωση" του εγγράφου, οπότε και μόνον θεμελιώνεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-2-2008 (αρ. εκθ. καταθ. 40/2008) αίτηση για αναίρεση της 2711/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θες/νίκης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ