Legislator Case Law & Legislation
1479/2007 AI generated

1479/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1479/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1479/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμβαση εργασίας συναπτόμενη με την προσχώρηση του μισθωτού σε κανονισμό που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση αυτού με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου.

Keywords

AI generated
payment service provider external transactions and positions unemployment benefit recipient banking profession termination of benefits undeclared gainful employment
AI generated
197/2011
Αποχώρηση υπαλλήλου Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνατξιοδότησης.
930/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1863/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2577/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2011 αίτησή της και τους από 11/1/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.
1804/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
1115/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1479 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1479/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεωργία Ιατρού - Νικητιάδη και Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 399/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8365/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 10-10-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου, το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκατάθεσε) του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του Β.Δ.

της 16/18-7-1920 οριζόμενης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζόμενης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Περαιτέρω, κατά το εδάφιο β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, για τη χορήγηση συντάξεως, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν ή να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη.

Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 435/1976 "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος". Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (αρθρ. 680 ΑΚ, 3 παρ.1 ν.3239/1955, 7 παρ. 2 ν.1876/1990, 8 παρ.1 ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ.

α' του παραπάνω άρθρου 8 του ν.3198/1955, το οποίο, όπως και το ανωτέρω άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων. Ενόψει αυτών και του άρθρου 361 του ΑΚ, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σύμβασης με ευνοϊκότερους -ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης- όρους σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του νόμου 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς -πέρα από την αποζημίωση που συμφωνήθηκε- και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, ενώ, αν η τελευταία είναι μικρότερη και καταβλήθηκε, ο μισθωτός δικαιούται, με την επιφύλαξη πάντοτε αντίθετης, ρητής ή σιωπηρώς συναγόμενης συμφωνίας, να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 599/2004, 1108/2001).

Εξάλλου, σύμβαση εργασίας συναπτόμενη με την προσχώρηση του μισθωτού σε κανονισμό που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση αυτού με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της "Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και Αθηνών ΑΕ", που καταρτίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ' αυτό λόγους και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα οριζόμενα από την εργατική νομοθεσία, σε κάθε δε περίπτωση με τη συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους για τους διευθυντές, υποδιευθυντές, συμπράττοντες υποδιευθυντές και τμηματάρχες, β)...

γ)... δ)... . Επίσης στο ίδιο άρθρο (26 αριθ. 2 δ εδ. β') ορίζεται και ότι "οι προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας απολυόμενοι δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως". Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 ν.δ. 3789/1957, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, 8 παρ. 3 ν. 2224/1994 "περί κανονισμών εργασίας κ.λ.π." προκύπτει ότι οι όροι του με ισχύ νόμου εφαρμοζόμενου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η σύμβαση εργασίας μισθωτού, ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο κανονισμό περιέχει κάθε όρο που προβλέπεται στον τελευταίο.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται: Α) ότι ο προαναφερθείς όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται, και προ του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας, δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα οριζόμενα από την εργατική νομοθεσία, καταλαμβάνει και την περίπτωση της λύσεως με αποχώρηση του μισθωτού "τη συγκαταθέσει" του εργοδότη κατά την πρώτη των ως άνω διατάξεων (8 εδ.

α' του ν. 3198/1955), αφού και η "αποχώρηση" κατά τη διάταξη αυτή, ως δήλωση βουλήσεως, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την καταγγελία και Β) ότι η κατά την τελευταία αυτή διάταξη συγκατάθεση του εργοδότη στη δηλωθείσα αποχώρηση του μισθωτού ενυπάρχει δεσμευτικώς για τον εργοδότη στην καταρτισθείσα, με βάση τον ως άνω κανονισμό, σύμβαση εργασίας, ως εκ των προτέρων εκφρασθείσα δήλωση βουλήσεως αυτού.

Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της τελευταίας αυτής διατάξεως, ο αποχωρών υπάλληλος της ΕΤΕ δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση και αν ακόμη η Τράπεζα αρνείται τη συγκατάθεση της κατά τη δήλωση αποχωρήσεως (ΟλΑΠ 42/2002). Τέλος με την από 15-12-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ της Διοικήσεως της ΕΤΕ και του Συλλόγου των Υπαλλήλων της, που εγκρίθηκε από το Δ.Σ.

αυτής συμφωνήθηκε ότι -για τη διευκόλυνση των υπαλλήλων που επιθυμούν να αποχωρήσουν με την παροχή κινήτρων σ' αυτούς, αλλά και προς όφελος της τράπεζας και του προσωπικού της από την αποσυμφόρηση των θέσεων στους ανώτατους κυρίως βαθμούς της ιεραρχίας- η τράπεζα, σε όσους από τους υπαλλήλους της (που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31-1-2000), υποβάλουν μέχρι 30-12-1999 την παραίτησή τους (για την αποδοχή ή όχι της οποίας η τράπεζα πρέπει να αποφασίσει μέχρι 10-1-2000 και μετά την αποδοχή της η σύμβαση εργασίας θα λύεται στις 2-2-2000), θα καταβάλει την εφάπαξ αποζημίωση που ορίζεται στη ως άνω ΣΣΕ καθώς και ότι οι αποχωρούντες δεν θα δικαιούνται καμμία άλλη αποζημίωση από την Τράπεζα ως συνέπεια της αποχωρήσεώς τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκαν αντιστοίχως στις 20-1-1973 και 30-7-1966 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος", διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και εξελίχθηκαν μέχρι τον βαθμό του υποδιευθυντή ο πρώτος και του τμηματάρχη Α' ο δεύτερος.

Οι ενάγοντες, που θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι τις 31-1-2000, έχοντας συμπληρώσει στην αναιρεσείουσα υπερδεκαπενταετή υπηρεσία, συντάξιμη δε 30 ετών και 7 μηνών ο πρώτος (ηλικίας τότε 56 ετών) και 37 ετών και 5 μηνών ο δεύτερος (ηλικίας τότε 58 ετών), υπέβαλαν στις 29 και 28-12-1999 αντιστοίχως δήλωση υπαγωγής τους στην προαναφερόμενη από 15-12-1999 επιχειρησιακή ΣΣΕ και παραιτήσεως τους από την υπηρεσία, την οποία αποδέχθηκε η εναγομένη, σύμφωνα με την ως άνω ΣΣΕ, από την οποία είχε δεσμευθεί εμμέσως, πλην σαφώς, ως προς την αποδοχή της παραιτήσεως και τη συναίνεσή της στην αποχώρηση των εναγόντων και έτσι λύθηκε η εργασιακή σύμβασή τους στις 2-2-2000, οπότε αποχώρησαν, καταγγέλλοντας έτσι πρόωρα τις επίδικες συμβάσεις, που με τον τρόπο αυτό κατέστησαν αόριστου χρόνου.

Με την υπαγωγή τους στην παραπάνω ρύθμιση οι ενάγοντες έλαβαν αντιστοίχως επιπλέον, ως εφάπαξ αποζημίωση, τα ποσά των 12.534.696 και 13.074.791 δραχμών, τα οποία δεν δόθηκαν ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αλλά ως πρίμ για την απώλεια των εισοδημάτων, που θα είχαν αυτοί, αν δεν αποχωρούσαν από την υπηρεσία και που, ως μισθός, είναι μεγαλύτερα από την τυχόν σύνταξη που θα λάμβαναν.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή για επιδίκαση της αποζημίωσης του άρθρου 8 του νόμου 3198/1955 (περιορισμένης στο ποσό των 1.500.000 δραχμών)- έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την αποζημίωση αυτή. Με την κρίση του αυτή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ.

α' του ν. 3198/1955 και 5 παρ.3 του ν. 435/1976 καθώς και της από 15-12-1999 προαναφερόμενης ΕΣΣΕ και επομένως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 (και όχι και 19 που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), αφού οι αναιρεσίβλητοι, εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικώς -πέρα από την εφάπαξ αποζημίωση που συμφωνήθηκε- και την από το άρθρο 8 εδ.

α΄ του ν. 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση. Η εφάπαξ αποζημίωση συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την πρόωρη οικειοθελή αποχώρηση των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς απέκλειε τη σωρευτική λήξη και της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν.3198/1955 ύψους 1.500.000 δρχ, ως συνέπειας της επίσης πρόωρης οικειοθελούς αποχωρήσεώς τους, έναντι της οποίας ήταν καταφανώς ευνοϊκότερη για τους αναιρεσιβλήτους.

Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8365/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ