Legislator Case Law & Legislation
1478/2024 AI generated

Supreme Court overturned lower court ruling on indefinite-term employment contracts and remanded case for final judgment.

Case Number 1478/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the First Instance Court's decision regarding indefinite-term employment contracts and remanded the case for final adjudication. The State argued that the lower court erred in recognizing indefinite contracts, citing specific statutory limitations on contract types and the lack of permanent needs. The Court agreed that the lower court violated mandatory provisions and, since no further facts required investigation, retained the case to rule on the merits while dismissing the appeal on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may retain a case for final judgment after overturning a lower decision if no further fact-finding is necessary, provided the legal issues are clear and the case does not require additional investigation.

Keywords

AI generated
indefinite term employment contracts Code of Civil Procedure retention of case for judgment mandatory statutory provisions dismissal on merits state as employer legal capacity of contracts

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 item a of the Code of Civil Procedure
Article 65 paragraph 1 of Law 4139/2013
Article 103 of the Constitution
Article 11 of Presidential Decree 164/2004

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1121/2020
Supreme Court Case 24/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1478 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1478/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσάκαλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. Μ. του Ι. … και 29.Τ. Κ. του Α., όλων κατοίκων ..., Οι 4η, 11η, 13η, 16ος, 21η και 22η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Γκάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2621/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2157/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 18-10-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, 24/2016).

Κατά την έννοια των τελευταίων ως άνω διατάξεων η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος διάδικος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση (ΑΠ 1255/2020, 1121/2020).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.

Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 667/2020, 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1305/2020, 153/2019, 364/2016).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 1578/2021, 76/2020, 954/2020, 676/2020, 711/2019, 356/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 184/2020, 1601/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 18.10.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8048/904/2022) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Ευάγγελο Τσάκαλο, στρεφόμενη κατά είκοσι εννέα (29) συνολικά αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 28 Νοεμβρίου 2023 , και μετά από αναβολή εκ του πινακίου για την παρούσα δικάσιμο της 9ης Απριλίου 2024.

Κατά την ως άνω δικάσιμο πλην των 4ης, 11ης, 13ης, 16ου, 21ης και 22ας των αναιρεσιβλήτων, δεν παραστάθηκαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι όμως κλητεύθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, καθ' όσον η επίσπευση της ένδικης αίτησης αναίρεσης έλαβε χώρα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο κάτω από αντίγραφο αυτής , του Ευάγγελου Τσάκαλου, ως πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 6248/8.12.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Π.

Ε. Γ.. Α., στον Π. Κ., ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, και ούτε εκπροσωπήθηκαν από αυτόν ή άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο ενώ οι παραστάντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γκατά. Η παραστάσα δικηγόρος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δήλωσε ότι εκπροσωπεί τις 4η, 11η, 13η, 16ο, 21η και 22α των αναιρεσιβλήτων, ενώ οι λοιποί, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από (άλλο) πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά.

Συνακόλουθα, εφ' όσον οι ως άνω απολειπόμενοι διάδικοι των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε είχε κατατεθεί ως προς αυτούς κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο όσο και στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4.4.2024), η οποία ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 83 παρ. 2 του Ν.4790/2021), ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρίνα Γκατά, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την από 18.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης 8048/904/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 2157/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 30.1.2015 και με αριθμ. κατάθεσης 641/2015 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων (30 εκ των αρχικώς 41) και ήδη αναιρεσιβλήτων (29 εκ των 30 εκκαλούντων) κατά της υπ' αριθμ. 2621/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία ,αφού θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η από 1.6.2007 και με αριθμό κατάθ. 179184/3545/2007 αγωγή ως προς τους: 3η, 14η, 15η, 16η, 17ο, 21ο, 23η, 33η και 36η των εναγόντων, απορρίφθηκε κατ' ουσία η ως άνω αγωγή ως προς τους : 18η, 30η, 34η και 35η των εναγόντων και ως μη νόμιμη ως προς τους λοιπούς, και μετά από εξαφάνιση αυτής (απόφασης) έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, λαμβανομένης υπ' όψη και του χρόνου αναστολής των νομίμων και δικονομικών προθεσμιών για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID 19 κατά τις περιόδους από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021 με βάση τις εκδοθείσες διαδοχικά Δ1 α/ΓΠ οικ.

Υπουργικές αποφάσεις (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

Με την από 1.6.2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 179184/3545/2007 αγωγή τους, μεταξύ άλλων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, οι καλούντες - ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι απασχολήθηκαν για λογαριασμό του καθ' ου η κλήση - εναγόμενου και τώρα εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως διοικητικοί υπάλληλοι, με τα καθήκοντα και κατά τα χρονικά διαστήματα που εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο, ο καθένας τους.

Ότι ενώ μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν αλλεπάλληλες συμβάσεις, που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ο χαρακτηρισμός αυτός ήταν προσχηματικός, καθώς δεν υπήρχε κανένας αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεών τους, αλλά πραγματοποιήθηκε προς καταστρατήγηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, καθώς με την ανωτέρω απασχόλησή τους, στελέχωναν τις υπηρεσίες του αντιδίκου, καλύπτοντας στην πραγματικότητα, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του καθ' ου η κλήση - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι εφόσον η έννομη σχέση που τους συνέδεε με το τελευταίο είχε εξ αρχής όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η παύση της αποδοχής της εργασίας τους, συνιστά απόλυση αυτών, η οποία, όμως, δεν έγινε εγγράφως και δεν τους καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Με βάση τα ανωτέρω, κατόπιν παραίτησης των 3ης, 14ης, 15ης, 16ης, 17ου, 21ου, 23ης, 33ης και 36ης από τους αρχικώς καλούντες - ενάγοντες από το δικόγραφο της αγωγής, τόσο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, όσο και με τις προτάσεις που οι εν λόγω διάδικοι κατέθεσαν εκουσίως στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, οι εν λόγω διάδικοι ζήτησαν:

α) να αναγνωριστεί ότι με το καθ' ου η κλήση - εναγόμενο τους συνδέει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενόμενης απόλυσής τους και να υποχρεωθεί το καθ' ου η κλήση - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους απασχολεί, δυνάμει των αντίστοιχων συμβάσεων, στη θέση, με την ειδικότητα καθώς και με τις νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη καθώς και στα τυπικά προσόντα αυτών, απειλουμένης χρηματικής ποινής για την περίπτωση μη συμμόρφωσης του αντιδίκου τους με την εκδοθησόμενη απόφαση, γ) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και, τέλος, δ) να καταδικαστεί το καθ' ου η κλήση - εναγόμενο στην δικαστική τους δαπάνη.

Εν συνεχεία, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και παράλληλα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, οι ανωτέρω καλούντες ενάγοντες υπέβαλαν και αίτημα για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να υποχρεωθεί του καθ' ου η κλήση - εναγόμενο να τους απασχολεί προσωρινά, στις θέσεις που ανέφεραν στο αγωγικό δικόγραφο, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2621/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη, ως άνω, απόφασή του α) απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους με στοιχεία 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 19, 20, 22, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 31, 32, 37, 38, 39, 40 και 41 των καλούντων - εναγόντων, ενώ β) έκρινε αυτή (αγωγή) νόμιμη ως προς τους με στοιχεία 18, 30, 34 και 35 των καλούντων - εναγόντων.

Στη συνεχεία θεωρώντας ότι η αγωγή αυτή δεν ασκήθηκε όσον αφορά τους 3η, 14η, 15η, 16η, 17ο, 21ο, 23η, 33η και 36η των αρχικώς καλούντων - εναγόντων, συνεκδίκασε κατ' αντιμολίαν των διαδίκων την αγωγή και την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες απέρριψε, συμψηφίζοντας τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους των 1ης, 2ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ης, 10ης, 11ης, 12ης, 13ης, 18ης, 19ης, 20η, 22ου, 24ου, 25ου, 26ου, 27ης, 28ης, 29ης, 31ης, 32ης, 35ης, 37ης, 38ης, 39ου, 40ου και 41ου καλούντων -εναγόντων, το Μονομελές Εφετείο ...

εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη 2157/2020 απόφασή του, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή ως προς την 29η καλούσα - ενάγουσα και δέχθηκε αυτή ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες, αναγνωρίζοντας ότι συνδέονται με το ήδη αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η λύση των συμβάσεων τους είναι άκυρη και υποχρέωσε το αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 150 ευρώ υπέρ καθενός για κάθε ημέρα παράλειψης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, 509/2016, 104/2016). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον...

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, 509/2016, 1664/2007).

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 , όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1α ν. 4765/2021 (ΦΕΚ 6/15.1.2021 τ. Α) και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της αγωγής, ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Επιπλέον, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.

Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Επίσης, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C-197/15).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ. 1 και 3 στοιχ.

γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Σημειώνεται δε, ότι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.

Η διάταξη αυτή όμως δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής, εφόσον η αρχική πρόσληψη, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα μετά τις 19.7.2004. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).

Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ.

β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού.

Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω C-760/18 απόφαση). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο μιας οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, έχει ως όρια τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (C-212/04, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 123, C-282/2019, σκέψη 123).

Όπως προεκτέθηκε, έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης. Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του πδ 164/2004, με τα οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις) α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του πδ 164/2004.

Σημειωτέον ότι το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο απαντά η C -760/18 απόφαση του ΔΕΕ αφορά σε συμβάσεις (για τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι με διάταξη νόμου συνεχόμενες παρατάσεις της ίδιας σύμβασης ορισμένου χρόνου εξομοιώνονται, ως προς το επίπεδο προστασίας του εργαζόμενου, με περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου) οι οποίες συνήφθησαν πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το πδ 164/2004, καθώς η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω πδ, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016 και το άρθρο 10 παρ. 4 ν. 4506/2017, δηλαδή με διατάξεις νεότερες, ειδικότερες και αυξημένης τυπικής ισχύος σε σχέση με το πδ 164/2004.

Το ζήτημα τίθεται επειδή με τις ως άνω διατάξεις αφενός δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή αποζημιώσεως στους απασχοληθέντες, αφετέρου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του ν. 4528/2018, ουσιαστικά αίρεται αναδρομικά η πειθαρχική και ποινική ευθύνη των εκπροσώπων των φορέων που τους απασχόλησαν με τον πιο πάνω τρόπο, ματαιώνοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 πδ 164/2004 ποινικό και δημοσιονομικό καταλογισμό.

Υπό την έννοια αυτή, στις ως άνω συμβάσεις θα μπορούσε κατ' αρχήν να υποστηριχθεί ότι ελλείπουν τα "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" που επιβάλλει η ρήτρα 5 σημείο 1 της από 18.3.1999 συμφωνίας - πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP), για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και ότι, ελλείψει των ισοδύναμων μέτρων, ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 και να χαρακτηρίσει τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία θεωρείται ότι καταγγέλλεται ατύπως με τη μη ανανέωση της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις και την άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί, έκτοτε, τις υπηρεσίες του μισθωτού, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τις υποχρεώσεις που γεννώνται από αυτήν.

Όμως η ως άνω θέση εκκινεί από την άποψη ότι ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει αναλογικά τη διάταξη του άρθρου 7 του πδ 164/2004 στις περιπτώσεις εκείνες που η ορισμένου χρόνου εργασία υπερβαίνει τα ανώτατα όρια απασχόλησης, όταν η παράταση της λήξης των συμβάσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει ειδικών ρυθμίσεων του νόμου, οι οποίες της στερούν το χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης εργασίας.

Τούτο επειδή η ακυρότητα της σύμβασης συνιστά, κατά τη γραμματική διατύπωση του νόμου, προϋπόθεση για την καταβολή αποζημιώσεως, λόγω της μη περαιτέρω ανανέωσης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Η άποψη αυτή είναι τελολογικώς εσφαλμένη, καθώς η πρόβλεψη στην ως άνω διάταξη για καταβολή αποζημίωσης - σε αντίθεση με την πρόβλεψη του καταλογισμού των σχετικών δαπανών στους υπευθύνους των φορέων που συνήψαν τις άκυρες συμβάσεις εργασίας, η οποία έχει αμιγώς αποτρεπτικό χαρακτήρα - συνιστά ταυτόχρονα και μέτρο προστασίας του εργαζομένου, που αν και απασχολούμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, λαμβάνει την αποζημίωση που θα λάμβανε στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (καταγγελία), εξάλλου, επιτρέπεται κατά το εσωτερικό δίκαιο και ουδόλως εξασφαλίζει τη "μονιμοποίηση" εργαζομένου, συνδεόμενου με το Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου.

Με τον όρο "άκυρη σύμβαση" ο νομοθέτης επιθυμεί να στερήσει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που επαναλαμβάνεται παρανόμως, από τη δυνατότητα να μετατραπεί σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ταυτόχρονα να διασφαλίσει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης του μισθωτού, η σχέση εργασίας του οποίου διακόπτεται αιφνιδίως, ως εάν είχε καταγγελθεί, όχι όμως να θέσει την ακυρότητα της σύμβασης που διακόπτεται ως προϋπόθεση για την λήψη της αποζημίωσης, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η κατ' όνομα σύμβαση ορισμένου χρόνου υποκρύπτει σύμβαση αόριστης διάρκειας.

Η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ που έκρινε ότι με την καταβολή της αποζημίωσης αντισταθμίζονται οι συνέπειες της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (πρβλ. και την C-619/17, σκέψεις 94 και 95). Σημειώνεται δε ότι κατά την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος, επί του οποίου απάντησε η εν λόγω απόφαση (C-760/18), δεν τέθηκε υπόψη του ΔΕΕ - το οποίο επαναλαμβάνει ρητά τη θέση πως δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να κρίνουν κατά πόσον οι απαιτήσεις τις οποίες θέτει η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου πληρούνται από τις διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας (C-619/17, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 89) και ότι στα αιτούντα δικαστήρια απόκειται, εν προκειμένω, να εκτιμήσουν εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν κατάλληλο μέτρο για την πρόληψη της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, αν απαιτείται, για την επιβολή κυρώσεων για την κατάχρηση αυτή (C-103/18, C-429/18, σκέψη 90) - η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 πδ 164/2004, σε αντίθεση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, που προτάθηκε ευθέως από το αιτούν δικαστήριο, ως το μοναδικό εφαρμόσιμο ισοδύναμο μέτρο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.

Αλλά, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΕ, καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 στο δημόσιο τομέα, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι συντρέχει η βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της, που είναι η πρόθεσή του εργοδότη να καταστρατηγήσει την προστασία του μισθωτού, η οποία του παρέχεται από τις διατάξεις για την σύμβαση αορίστου χρόνου.

Η καταστρατήγηση θεωρείται ότι τεκμαίρεται από το γεγονός και μόνο ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Το τεκμήριο αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν αποκλειστεί αιτιολογημένα η εκδοχή ότι η νομοθετική επιταγή για την με νόμο παράταση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (όπως συνέβη με τις προμνησθείσες διατάξεις για το ειδικό καθεστώς των οποίων απεφάνθη το ΔΕΕ με την C-760/1918 απόφασή του) δεν εξυπηρετεί υφιστάμενες δημοσιονομικές ανάγκες.

Οι τελευταίες, εξάλλου, μπορεί να προκληθούν αιφνιδίως και από νομοθετήματα άσχετα με την δια νόμου παράταση υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως η διάταξη του άρθρου 63 ν. 4430/2016, η οποία θεσπίστηκε, κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του εν λόγω νόμου, λόγω "της ανορθολογικής λειτουργίας των κανόνων ανταγωνισμού", των "εκτεταμένων παθογενειών" και της "ενίσχυσης της εργατικής ανασφάλειας", κατά το σύστημα ανάθεσης των υπηρεσιών καθαριότητας στο δημόσιο τομέα μέσω δημόσιων ανοιχτών διαγωνιστικών διαδικασιών, καθώς και της ανάγκης διασφάλισης του δημοσιονομικού οφέλους και η οποία οδήγησε σε παράταση των συμβάσεων των εργαζομένων στην καθαριότητα σε συγκεκριμένους φορείς του Δημοσίου, δημιουργώντας έκτακτες και απρόβλεπτες καταστάσεις (πρβλ.

ΟλΣτΕ 943/2020).

Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι, υπό το πρίσμα της οδηγίας, κάμπτεται η αντίθεση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 στις συνταγματικές επιταγές, η τελευταία δεν θα μπορούσε, άνευ ετέρου, να αναχθεί σε ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 του παραρτήματος της Οδηγίας, χωρίς την ταυτόχρονη διαπίστωση της πρόθεσης του εργοδότη (Δημοσίου) να καταστρατηγήσει την αυξημένη εργασιακή ασφάλεια που παρέχεται σε κάθε εργαζόμενο από τη σύμβαση εργασίας αορίστου σε σχέση με της αντίστοιχης διάρκειας διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Επομένως, ούτε υπό την εκδοχή αυτή καταλείπεται πεδίο γενικής και άνευ όρων εφαρμογής της ως άνω διάταξης, ως υποκατάστατης ελλείποντος ισοδύναμου μέτρου. Αντιθέτως, ορατός είναι ο κίνδυνος η υιοθέτηση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 ως ισοδύναμου προς την Οδηγία 70/1999 μέτρου να οδηγήσει στην παράκαμψη της ειδικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8, καταλείποντας ευρύτατο περιθώριο μη ορθής εφαρμογής της και στο μέλλον, με προφανή βλάβη του σημαντικού δημόσιου σκοπού που υπηρετείται από τη διάταξη αυτή, πριν από τη θεσμοθέτηση της οποίας υπήρχαν πράγματι, στον τομέα αυτό, διαπιστωμένες κατ' επανάληψη παθογένειες.

Σποραδικές δε, πρόσκαιρες και μεμονωμένες, νομοθετικές ή μη επιλογές, που καταστρατηγούν τον ως άνω συνταγματικό κανόνα, δεν είναι ικανές για να χαρακτηρίσουν, στην κρίση του Έλληνα Δικαστή, τις ρυθμίσεις του πδ 164/2004 ως αναποτελεσματικά ισοδύναμα μέτρα της ρήτρας 5 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας (ΑΠ 104/2022, 1198/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: "[....] " Όλοι δε οι προαναφερόμενοι καλούντες - ενάγοντες πρόσφεραν στο καθ' ου η κλήση - εναγόμενο - εφεσίβλητο τις ανωτέρω υπηρεσίες τους, με συνθήκες εργασίας που ήταν ίδιες, όπως και για το υπόλοιπο προσωπικό του τελευταίου (π.χ.

τήρηση ωραρίου, μισθοδοσία κ.λ.π.), δυνάμει, όμως, συμβάσεων που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Όσον αφορά το συγκεκριμένο συμβατικό όρο, το καθ' ου η κλήση - εναγόμενο - εφεσίβλητο είχε εντάξει στις δομές των παραπάνω υπηρεσιών του τους προ αναφερόμενους καλούντες - ενάγοντες - εκκαλούντες, που εργάστηκαν με τις προπαρατεθείσες ιδιότητες.

Για τις ανάγκες δε της λειτουργίας των παραπάνω υπηρεσιών αυτοί), που εμπίπτουν στις κύριες αρμοδιότητές του, το καθ' ου η κλήση - εναγόμενο - εφεσίβλητο, απασχολεί, επίσης, σε σταθερή βάση, προσωπικό, που εργάζεται στα συγκεκριμένα αντικείμενα. Ειδικότερα οι εν λόγω διάδικοι (προαναφερόμενοι καλούντες - ενάγοντες - εκκαλούντες) ήταν επιφορτισμένοι με οργανωτικές εργασίες των ως άνω υπηρεσιών, με την γραμματειακή υποστήριξη αυτών, με την επιμέλεια του πρωτοκόλλου που αυτές τηρούν, ενώ, παράλληλα ήταν υπεύθυνοι για την διαχείριση, στο ίδιο επίπεδο, κονδυλίων και πιστώσεων καθώς και για την διαχείριση του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων.

Ο μόνιμος χαρακτήρας των αναγκών που κάλυπταν οι παραπάνω καλούντες - ενάγοντες προκύπτει άλλωστε τόσο από τις ίδιες τις διαρκείς ανανεώσεις των συμβάσεών τους, όσο και από την έλλειψη επαρκούς προσωπικού για την στελέχωση των ανωτέρω υπηρεσιών. Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οι προαναφερόμενοι καλούντες - ενάγοντες - εκκαλούντες, με την πρόσληψή τους, κλήθηκαν να καλύψουν έκτακτες ανάγκες του καθ' ου η κλήση - εvαγόμενου - εφεσίβλητου (π.χ.

αναπλήρωση προσωπικού που απουσίαζε από την εργασία του, παροδικό φόρτο εργασίας στα ανωτέρω αντικείμενα), που να επέβαλαν την πρόσκαιρη πρόσληψή τους και την εν συνεχεία αυτοδίκαιη αποχώρησή τους. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι, η ορισμένη χρονική διάρκεια καθεμίας από τις μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες συμβάσεις δεν συμβιβάζεται με τη φύση των αναγκών που οι ανωτέρω καλούντες - ενάγοντες - εκκαλούντες κάλυπταν, καθόσον τόσο οι τομείς στους οποίους αυτοί απασχολήθηκαν, όσο και η παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών τους, δεν σχετίζονταν με την εκτέλεση συγκεκριμένων, χρονικώς προσδιορισμένων εργασιών των αντίστοιχων τμημάτων του καθ' ου η κλήση - εναγόμενου - εφεσίβλητου, ούτε συνδέεται με συγκεκριμένες έκτακτες ανάγκες της λειτουργίας των ως άνω υπηρεσιών του, τις οποίες οι καλούντες - ενάγοντες - εκκαλούντες να κλήθηκαν να διεκπεραιώσουν με την πρόσληψή τους, έτσι ώστε μετά το τέλος αυτών (εργασιών) να έληγε αυτοδικαίως η σύμβασή τους, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συμβατικούς όρους.

Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, η πρόσληψη των παραπάνω καλούντων - εναγόντων - εκκαλούντων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ήταν σε κάθε περίπτωση αδικαιολόγητη, δεδομένης της διαρκούς απασχόλησης των συγκεκριμένων διαδίκων, με τις μεταγενέστερες, διαδοχικώς καταρτισθείσες συμβάσεις εργασίας, που επακολούθησαν τις αρχικές, οι οποίες στόχευαν στην κάλυψη των ανωτέρω μόνιμων αναγκών του καθ' ου η κλήση - εναγόμενου - εφεσίβλητου.

Από τα προαναφερθέντα, καθίσταται σαφές ότι, ανεξαρτήτως των όσων τυπικώς αναγράφονταν στις επί μέρους καταρτισθείσες ως άνω συμβάσεις, η εν τοις πράγμασι εφαρμογή και εκπλήρωσή τους είχε να κάνει με την παροχή συγκεκριμένης εργασίας, διαρκούς προοπτικής, αφού η προσδιορισθείσα εκάστοτε διάρκειά της δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος και το σκοπό της εργασίας που καθένας των παραπάνω καλούντων - εναγόντων - εκκαλούντων παρείχε, αλλά ούτε και από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τα ανωτέρω και ιδίως τις λειτουργικές ανάγκες του καθ' ου η κλήση - εναγόμενου - εφεσίβλητου, προκύπτει ότι οι συγκεκριμένοι καλούντες- ενάγοντες - εκκαλούντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου. Με βάση δε τα προαναφερθέντα, η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, τόσο βάσει της αρχικής, όσο και κατόπιν των διαδοχικώς καταρτισθεισών αυτής, μεταγενέστερων, ως άνω, συμβάσεων, ήταν, εξ αρχής, αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, ο οποίος αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, χωρίς το δικαστήριο να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που της δίνουν ο νόμος ή οι δικαιοπρακτούντες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και δεν συνιστά απαγορευμένη από το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος μετατροπή της σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, καθώς η εν λόγω συνταγματική απαγόρευση, με βάση τη σαφή γραμματική διατύπωσή της, αφορά μόνο στις συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πρόσκαιρες, απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, και όχι εκείνες που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του v. 2112/ 1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.

Κι αυτό, γιατί, αφ' ενός, οι προαναφερόμενοι καλούντες - ενάγοντες - εκκαλούντες κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του καθ' ου η κλήση - εναγόμενου - εφεσιβλήτου, αφ' ετέρου η κατάτμηση των εργασιακών τους σχέσεων, σε ορισμένου χρόνου συμβάσεις, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της παρεχόμενης από πλευράς των πρώτων (καλούντων - εναγόντων - εκκαλούντων) εργασίας ή από τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας των παραπάνω υπηρεσιών, καθώς οι συγκεκριμένες ανάγκες του τελευταίου (καθ' ου η κλήση - εναγόμενου - εφεσίβλητου), δεν έπαυσαν μετά την τυπική λήξη των κατ' επίφαση χαρακτηριζόμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου καθενός των παραπάνω καλούντων - εναγόντων - εκκαλούντων, καθώς ο χαρακτηρισμός αυτός επιβλήθηκε ώστε να διατηρείται η δυνατότητα η δυνατότητα καταγγελίας των ενεργών, εν τοις πράγμασι υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, με καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που διέπουν τις συμβάσεις αυτές (εργασίας αορίστου χρόνου).

Τούτο δε, επειδή η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, που αποτελεί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά την έννοια της ρήτρας 5 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε, της 28.6.1999 "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", για την πρόληψη των καταχρήσεων από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 18/2006) εφαρμόζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή κατ' επίφαση έργου ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν και έπειτα από την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004, δηλαδή από τις 19.7.2004 και μετά, διάστημα που συνήφθησαν οι περισσότερες προαναφερόμενες ανωτέρω αρχικές συμβάσεις, δεδομένου ότι το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 κατισχύει έναντι των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004:

α) ως κανόνας δικαίου με ανώτερη τυπική ισχύ από το εν λόγω π.δ. και β) βάσει ρητής πρόβλεψης του άρθρου 10 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004, ότι το διάταγμα αυτό δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους εν γένει, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εξάλλου, σιωπηρή κατάργηση του ως άνω άρθρου με το ανωτέρω π.δ.

θα αντέβαινε επίσης στο κοινοτικό δίκαιο, διότι στην περίπτωση αυτή, θα επρόκειτο για καταστρατήγηση του κοινοτικού δικαίου από νομοθετικό μέτρο της εσωτερικής έννομης τάξης, δια του οποίου, υποτίθεται, ενσωματώνεται η Οδηγία σε αυτήν. Περαιτέρω, ουδέποτε έχει κριθεί από το ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ) ότι η Οδηγία δεν είναι επιδεκτική απευθείας εφαρμογής".

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο ..., δεχόμενο ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων κατ' επίφαση έφεραν τον χαρακτήρα ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, καθ' όσον οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 και 249 ΕΚ, της Οδηγίας 1999/70ΕΚ του Συμβουλίου της της 28.6.1999, 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281,671 ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 5,6,7,10 και 11 του π.δ/τος 164/2004.

Τούτο διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και αν ακόμα οι ενάγοντες [αναιρεσίβλητοι μεταξύ των οποίων και η 22η αναιρεσίβλητη] κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, εκ του χρόνου κατάρτισης αυτών (συμβάσεων) μετά την 17.4.2001, ημερομηνία ισχύος των παρ. 7 και 8 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού το αναιρεσείον δεν είχε την διακριτική ευχέρεια να συνάψει με αυτούς σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εάν ακόμα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού [αναιρεσείοντος] ούτε υπήρχε πεδίο εκτίμησης αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεων αορίστου χρόνου και επιπλέον όσον αφορά την 18η ενάγουσα [13η αναιρεσίβλητη], της οποίας η αρχική σύμβαση καταρτίστηκε πριν την 17.4.2001 δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ/γμα 164/2004.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας, αναγνωρίζοντας ότι η σχέση που συνέδεε τους αναιρεσιβλήτους με το αναιρεσείον ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε ευθέως τις προρρηθείσες διατάξεις, είναι βάσιμοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση".

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση η υπόθεση επανέρχεται στο στάδιο κατά το οποίο είχε εμφιλοχωρήσει το σφάλμα, που επισημάνθηκε με το λόγο αναίρεσης, ο οποίος ευδοκίμησε, και αφού η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο πραγματικά περιστατικά, είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής τους οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της έφεσης, της οποίας μετά την αναίρεση αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν τινά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό, και λόγω νομικής αβασιμότητας της από 1.6.2007 αγωγής των εναγόντων [αναιρεσιβλήτων], να απορριφθεί κατ' ουσία η από 30.1.2015 έφεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2157/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει κατ' ουσία την από 30.1.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 641/2015) έφεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και την παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ