Supreme Court dismisses appeal on costs calculation, ruling second and third appellants' arguments inadmissible due to procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding inheritance distribution and legal fees. The court found that the lower court correctly calculated the costs owed to the second, third, and fourth heirs based on the specific arguments they raised in the appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the first and fifth appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine whether a party who failed to appear participated in the appeal hearing in a proper manner, and if the lower court's calculation of legal fees is based on the specific arguments raised by the parties in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1478 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1478/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Κ. του Σ., κατοίκου……, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. χήρας Φ. Μ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου………., 2) Α. Μ. του Ι., κατοίκου……….., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου-συζύγου της αποβιώσασας Π. θυγατέρας Φ. Μ., 3) Ι.-Ί. Μ. του Α., κατοίκου………, ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου-τέκνου της αποβιώσασας Π. θυγατέρας Φ. Μ., 4) Φ.-Ν. Μ. του Α., κατοίκου…………, ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου-τέκνου της αποβιώσασας Π. θυγατέρας Φ. Μ. και 5) Δ. συζύγου Θ. Ζ., το γένος Φ. Μ., κατοίκου…….., εκ των οποίων οι με α/α 1η και 5η παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Άννας Τσιφτελίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 22/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2876/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ……..και ……../ 10.5.20… εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Κ. Ε. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την, επ' αυτής, πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο της 18.10.2022, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.
Εξ άλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την εν λόγω δικάσιμο της υπόθεσης οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει όμως, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 2.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών 1707/164/2022 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Φ. Κ. προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 2876/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή η από 20.5.2019 (αριθμ.
εκθ. καταθ.) έφεση 4876/3907/2019 και οι από 12.2.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1487/171/2020) πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του ενάγοντος- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και Α) απορρίφθηκαν κατ' ουσία ως προς τους 1η και 5η των εφεσιβλήτων και ήδη 1η και 5η των αναιρεσιβλήτων και Β) έγινε δεκτή κατ' ουσία η ως άνω έφεση ως προς τους 2ο, 3ο και 4ο των εφεσιβλήτων και ήδη 2ο, 3ο, και 4ο των αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 22/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 12.12.2017 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 607237/288/2017) αγωγή έγινε δεκτή αυτή εν μέρει κατ' ουσία και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων να καταβάλλουν στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σε αυτή (αγωγή) χρηματικά ποσά. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 2, 38, 39, 46, 49, 91, 92, 94 και 170 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (εφεξής ΚπΔ), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής (νόμιμη αμοιβή από 3.7.2011 κατά το άρθ. 5 § 6 ν. 3919/2011) ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του ΚπΔ (ΑΠ 1800/2017, ΑΠ 1309/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρ. 92 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό ή διαφορά ή περατωθεί η εργασία.
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 677/2020, 175/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 190 του ίδ.κ. "αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και τας δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από το τέλος του έτους καθ' ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από το τέλος του έτους καθ' ο ενεργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανωτέρω παραγραφή έχει εφαρμογή σε απαιτήσεις δικηγόρων για αμοιβές και δαπάνες τους προερχόμενες από δίκες ή διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες τους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικώς επί των ρυθμιζόμενων από το ως άνω άρθρο του ΚπΔ περιπτώσεων: "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη δεν είναι δυνατή αν από νομικούς λόγους αποκλείεται η, από τον δικαιούχο, άσκηση αγωγής. Ενόψει τούτων, χρόνος ενάρξεως της ως άνω πενταετούς παραγραφής είναι, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες, το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη και υπό την προϋπόθεση ότι κατά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως (ΑΠ 1276/2018, 478/2017).
Εφόσον δε η εκτέλεση της εντολής προϋποθέτει και τη διεξαγωγή προηγούμενης επιτυχούς δίκης, χρόνος ενάρξεως της ως άνω πενταετούς παραγραφής και ως προς την πρώτη δίκη, είναι το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής. Τούτο προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 190 ΚπΔ, που αναφέρεται σε "δίκες" και στην τελευταία διαδικαστική πράξη του δικηγόρου σ' αυτές.
Η σκοπιμότητα δε της διατάξεως είναι προφανής, διότι με αυτή κατοχυρώνονται οι δικηγορικές απαιτήσεις, οι οποίες υπό την αντίθετη εκδοχή θα κινδύνευαν να παραγραφούν σε περιπτώσεις μακροχρόνιων δικών, λόγω ευλόγων ηθικών ενδοιασμών των δικηγόρων να εγείρουν αγωγές κατά πελατών τους με αντικείμενο την επιδίκαση καθυστερούμενων αμοιβών, ενώ συνεχίζεται η σχέση εντολής και ο χειρισμός των υποθέσεών τους από αυτούς (πρβλ.
Ολ. ΑΠ 42/1990, ΑΠ 949/2020, 407/2008). Από το άρθρο 260 Α.Κ., που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο, συνάγεται σαφώς, ότι δεν απαιτείται μεν δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη γενόμενη προς σκοπό δεσμεύσεως και παραγωγής υποχρεώσεως, ήτοι αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 Α.Κ., αλλ' αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά αυτού.
Η τέτοια όμως ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ' αυτόν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 170 του ίδιου κώδικα (περί Δικηγόρων) αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, επί εργολαβίας δίκης ή εξώδικων εργασιών, ο όρος της συμφωνίας ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε αμοιβή, καθώς και επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελούν γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 396/2017, 730/2015, 1778/2013, 1310/2012).
Στην παραπάνω περίπτωση αν η εντολή προς τον δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 730/2015, 1310/2012).
Περαιτέρω από την ίδια διάταξη του άρθρου 170 του κώδικα δικηγόρων συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 396/2017, 956/2014, 1388/2015).
Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 1310/2012). Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 810/2003).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανακλήσεως της εντολής είναι νομική (ΑΠ 1310/2012, 193/2008). Πέρας της υποθέσεως κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων νοείται το στάδιο εκείνο, κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα ή αμετάκλητα, αν αυτό έχει συμφωνηθεί, δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 59/2007, 1513/2006, 1308/2004).
Χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου (ΑΠ 1310/2012) και η εν λόγω αμοιβή είναι απαιτητή από τότε που ο εντολέας ικανοποιηθεί από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς του με τις ενέργειες του δικηγόρου (ΑΠ 133/2018,1310/2012, 193/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραίτητα σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (ΑΠ 1346/2012).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 2016/2019).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018).
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς την διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση, κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 899/2019, 128/2008).
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά τον νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ.
εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΟλΑΠ 1/1999, 12/2000, ΑΠ 145/2014, 204/2014). Από την επισκόπηση της αγωγής, της προσβαλλομένης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα εξής: " Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου ……, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτη και πέμπτης των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων καθώς και της μετέπειτα αποβιωσάσης Π..
Μ., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων, υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου προέβη στη διεξαγωγή εξώδικων και δικαστικών ενεργειών κατά τη διάρκεια των ετών 1997 έως 2014 για τη διεκδίκηση αξιώσεών τους κατά του Θ. Ζ. από την εκμετάλλευση επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων.
Ότι δεν είχε λάβει μεταξύ τους ειδική συμφωνία για την αμοιβή του και τα έξοδα για τις εν λόγω ενέργειες, οπότε δικαιούται τις νόμιμες αμοιβές που προβλέπονται από το ν.δ. 3026/1954 (ΚπΔ). Στα πλαίσια αυτής της εντολής ο αναιρεσείων προέβη στις αναφερόμενες εξώδικες ενέργειες από το έτος Ιανουάριο 1997 έως 16.5.2007, και δικαστικές ενέργειες από 6.2.1997 έως 16.2.2006, οι οποίες κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και αντιστοιχούσες στα υπό στοιχεία 1-7 κονδύλια αυτής, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, και για τις οποίες δεν υφίσταται λόγος αναιρέσεως....
Ότι: 8) στις 2.7.2008 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 30.6.2008 (με αρ. εκθ. κατ 27932/2008) συνταχθείσα απ' τον ίδιο αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "Φ.. Μ. Σ. Α. Α..Ε..", την οποία είχαν συστήσει το έτος 2007 οι εντολείς του, κατά του Θ. Ζ., κοινοποιούμενη προς τη "S. H. Α.", με την οποία ζητούσαν την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου όπου λειτουργούσε το πρατήριο υγρών καυσίμων, η οποία συζητήθηκε στις 4.12.2008 και με την 2934/2009 απόφαση του άνω Δικαστηρίου αναβλήθηκε η συζήτηση μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της δίκης που είχε ανοιγεί με την με αρ.
εκθ. κατ. 14110/2005 αγωγή. Μετά την έκδοση της 2122/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου επί της με αρ. εκθ. κατ. 14110/2005 αγωγής, ο ενάγων συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 11.1.2010 κλήση για επανασυζήτηση της με αρ. εκθ. κατ. 27932/2008 αγωγής κατά τη δικάσιμο της 18.3.2010, οπότε και αναβλήθηκε για να συνεκδικαστεί με την από 3.3.2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση του Θ.
Ζ. προς τη "S. H. Α." κατά τη δικάσιμο της 29.11.2010, κατά την οποία και ματαιώθηκε. Η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, καθώς η πρώτη και πέμπτη εκ των εφεσιβλήτων, πριν τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 29.11.2010, αποφάσισαν, λόγω προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ αυτών και του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εφεσιβλήτων, να μην συνεχίσουν τη δίκη κατά του Θ.
Ζ. και ανακάλεσαν τη σχετική εντολή που είχαν δώσει στον εκκαλούντα. Εφόσον ο ενάγων πριν την 29.11.2010 έπαυσε να εκπροσωπεί τους εντολείς του, λόγω ανακλήσεως της εντολής τους προς αυτόν, η δε τελευταία διαδικαστική πράξη στη μισθωτική αυτή διαφορά που διενεργήθηκε από τον ενάγοντα είναι η παράσταση της αναβολής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 18.3.2010, η πενταετής παραγραφή όλων των προαναφερόμενων δικαστικών ενεργειών στη δίκη αυτή, που αντιστοιχούν στα υπό στοιχείο 45, 46 και 47 κονδύλια της αγωγής, αρχίζει στις 1.1.2011 και συμπληρώνεται στις 1.1.2016.
Κατ' ακολουθίαν, τα κονδύλια για δικηγορική αμοιβή και έξοδα που ζητεί ο ενάγων σχετικά με τη διενέργεια των προαναφερόμενων δικαστικών ενεργειών του στις υπό στοιχείο 1-8 δίκες, έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του κώδικα δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), εφόσον η ένδικη αγωγή κοινοποιήθηκε στην πρώτη και πέμπτη των εναγομένων στις 19.12.2017 (βλ.
τις ……/19.12.2017 και ……/19.12.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ….Β. Τ.) και στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων στις 20.12.2017 (βλ. τις …./20.12.2017, …../20.12.2017 και ……/20.12.2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο …… Κ. Κ.). Περαιτέρω, για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη ο ενάγων κατ' εντολή των εντολέων του αναφορικά με την από 5.7.2003 (με αρ.
εκθ. κατ. 37537/2003) αγωγή αποζημιώσεως, προέκυψαν τα εξής: στις 22.10.2003 κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 5.7.2003 (με αρ. εκθ. κατ. 37537/2003) συνταχθείσα απ' τον ίδιο αγωγή των εντολέων του κατά του Θ. Ζ., με την οποία ζητούσαν α) το ποσό των 183.418,25 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αξία της εισφοράς καθεμιάς εξ αυτών για τη συμμετοχή της στην αφανή εταιρεία που συνέστησαν με τον εναγόμενο β) το ποσό των 73.367,50 ευρώ που αντιστοιχούσε στα μη αποδοθέντα κέρδη κατά τη διετία που λειτούργησε η εταιρεία γ) το ποσό των 420.303 ευρώ που αντιστοιχούσε στα παράνομα ιδιοποιηθέντα κέρδη της επιχείρησης για το χρόνο μετά τη λύση της και μέχρι το πρώτο εξάμηνο 2003 και δ) το ποσό των 110.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στην εμπορική αξία που απέκτησε η επιχείρηση μέχρι την άσκηση της αγωγής, συνολικά δε η πρώτη ενάγουσα ζητούσε το ποσό των 666.246,42 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 675.683,03 ευρώ και η τρίτη ενάγουσα το ποσό των 677.088,75 ευρώ.
Η αγωγή συζητήθηκε στις 18.10.2005 και με την 13307/2006 απόφαση του άνω Δικαστηρίου έγινε δεκτή εν μέρει, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 6.414,92 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 15.851,53 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 17.257,25 ευρώ. Κατά της εν λόγω απόφασης συνέταξε ο ενάγων και κατέθεσε στις 12.9.2006 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 19.5.2006 (με αρ.
εκθ. κατ. 3519/2006) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί μαζί με την αντίθετη (με αρ. εκθ. κατ. 4319/2006) έφεση του Θ. Ζ. στη δικάσιμο της 25.5.2007, αναβλήθηκε δε για τη δικάσιμο της 30.5.2008, οπότε ο ενάγων παραστάθηκε για τους εντολείς του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε τις από 28.5.2008 προτάσεις τους, όπως και προτάσεις επί της αντίθετης έφεσης του αντιδίκου.
Η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20.11.2009 στη συνέχεια δε για τις δικασίμους της 18.3.2011, της 11.1.2013 και της 26.9.2014. Κατά τη δικάσιμο της 26.9.2014 οι αντίθετες εφέσεις κατά της 13307/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συζητήθηκαν μόνο μεταξύ του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εδώ εναγομένων και του Θ.
Ζ., καθώς η πρώτη και πέμπτη των εδώ εναγομένων παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της έφεσής τους με δήλωση στο ακροατήριο του Εφετείου Θεσσαλονίκης του παραστάντος γι' αυτές δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Β. Α., ενώ ο Θ. Ζ. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αντίθετης έφεσής του ως προς αυτές με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του.
Στη δίκη αυτή, για λογαριασμό των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εδώ εναγομένων παραστάθηκε ο ενάγων με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρακαταθέτοντας τις από 28.5.2008 προτάσεις, μαζί με τον παραστάντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης, Βασίλειο Αντωνόπουλο, εκδόθηκε δε στη συνέχεια η 2668/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που, αφού κατάργησε τη δίκη ως προς την πρώτη και πέμπτη των εδώ εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη Π.
Μ. και δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου Θ. Ζ. να καταβάλει στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εδώ εναγομένων κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας στην κληρονομιά της Π.. Μ., το ποσό των 9.685 ευρώ. Από το περιεχόμενο της κοινοποιηθείσας και στον ενάγοντα από 4.7.2012 εξώδικης διαμαρτυρίας του Α.
Μ. (δεύτερου εναγομένου) προς τη Δ. Ζ. (πέμπτη εναγομένη), με την οποία ζητά ενημέρωση σχετικά με την απόφασή της να σταματήσει τη δίκη για την έξωση του Θ. Ζ. και να ζητήσει αναβολή της δίκης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ως προς την αγωγή αποζημίωσης, αλλά και από το περιεχόμενο της από 23.9.2012 εξώδικης απάντησης του ενάγοντος προς τον δεύτερο και την πέμπτη των εναγομένων, στην οποία κάνει λόγο για "απόφαση της οικογένειας Μ.
να σταματήσει τις δικαστικές ενέργειες κατά του Θ.. Ζ. στο πιο αποφασιστικό τους σημείο, δηλαδή την έξωσή του από το πρατήριο" και "για τη διακοπή των δικαστικών ενεργειών εναντίον του Θ.. Ζ. και τις προσπάθειές μου (ενν. του ενάγοντος) αλλαγής της απόφασης αυτής που δεν είχαν αποτέλεσμα", σε συνδυασμό με το γραπτό μήνυμα του ενάγοντος προς την πέμπτη εναγομένη με ημερομηνία 23.9.2014, σύμφωνα με το οποίο η πρώτη και πέμπτη των εναγομένων του είχαν δηλώσει ότι δεν θέλουν να γίνει η δίκη της αποζημίωσης, αλλά και την ένορκη κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος απόδειξης, προκύπτει ότι εξαιτίας οικογενειακών διενέξεων και προστριβών μεταξύ της πρώτης, δεύτερου και πέμπτης των εναγομένων, η πρώτη και πέμπτη εξ αυτών αποφάσισαν να μην συνεχίσουν τις διεκδικήσεις τους εναντίον του Θ.
Ζ., ήτοι τόσο στη δίκη της έξωσης, όσο και στη δίκη της αποζημίωσης. Για το λόγο αυτό και ανακάλεσαν τη σχετική εντολή που είχαν δώσει στον εκκαλούντα, πριν τη δικάσιμο της 29.11.2010, οπότε και ματαιώθηκε η δίκη της έξωσης. Εφόσον ο ενάγων πριν την 29.11.2010 έπαυσε να εκπροσωπεί τις προαναφερόμενες εντολείς του, λόγω ανακλήσεως της εντολής τους προς αυτόν, η τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη της αποζημίωσης που διενεργήθηκε από τον ενάγοντα για λογαριασμό της πρώτης και πέμπτης των εναγομένων είναι η παράσταση για αναβολή της δίκης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 20.11.2009 για τη δικάσιμο της 18.3.2011.
Η πενταετής παραγραφή όλων των προαναφερόμενων δικαστικών ενεργειών στη δίκη αυτή, που αντιστοιχούν στα υπό στοιχείο 30, 31, 32, 33 και 48 κονδύλια της αγωγής, αρχίζει στις 1.1.2010 και συμπληρώνεται στις 1.1.2015. Καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στην προκειμένη περίπτωση, αν η ανάκληση της εντολής εκ μέρους της πρώτης και πέμπτης των εναγομένων ήταν δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη.
Κατά τις δικασίμους της 18.11.2011 και της 11.1.2013 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου παραστάθηκε για λογαριασμό των εκεί εναγουσών (πρώτης και πέμπτης των εδώ εναγομένων) ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Βασίλειος Αντωνόπουλος, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω απεργίας των δικηγόρων, για τη δικάσιμο της 26.9.2014, οπότε και έλαβε χώρα η παραίτηση της πρώτης και πέμπτης των εναγομένων από το δικόγραφο της έφεσης κατά της 13307/2006 απόφασης.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η υπόθεση που του ανέθεσαν οι εναγόμενοι το έτος 1997 ήταν ενιαία και η παραγραφή της αξίωσης για την αμοιβή του αρχίζει το έτος 2014 που εκδόθηκε η 2668/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ενόψει του ότι, μπορεί πράγματι η υπόθεση να αφορά την επίλυση της διαφοράς των εναγομένων με τον Θ.
Ζ., αλλά στα πλαίσια αυτής διενεργήθηκαν κατ' εντολή των εναγομένων περισσότερες από μία δίκες και εξώδικες ενέργειες και η παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος για τα έξοδα και την αμοιβή του γι' αυτές θα κριθεί για κάθε δίκη και για κάθε εξώδικη ενέργεια ξεχωριστά, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 190 του κώδικα δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954).
Επειδή δε οι ένδικες αξιώσεις δεν στηρίζονται στην αναγνώριση χρέους, αλλά στηρίζονται στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και συμπληρωματικά στις διατάξεις για την εντολή του ΑΚ, δεν υπόκεινται στην εικοσαετή αλλά στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα Δικηγόρων σε συνδυασμό με τα άρθρα 250, 251 και 252 του ΑΚ.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι αξιώσεις του δεν έχουν παραγραφεί, αφού υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η αμοιβή και τα έξοδά του να καταβληθούν μετά την έκδοση θετικής απόφασης στην όλη υπόθεση και έτσι δεν ήταν αυτές δικαστικά επιδιώξιμες πριν από το έτος 2014 που εκδόθηκε η 2668/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι είχε λάβει χώρα τέτοια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αντίθετα είχε συμφωνηθεί ότι η αμοιβή και τα έξοδά του θα καταβάλλονται με τη διενέργεια καθεμιάς δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας.
Τούτο προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η μη καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος ήταν το μόνιμο πρόβλημα στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος, όπου εργαζόταν για 15 χρόνια, και ότι στα αιτήματα του ενάγοντος υπήρχαν συνεχείς διαβεβαιώσεις από πλευράς των εναγομένων για την καταβολή της.
Πέραν αυτού, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι είχε συμφωνήσει να μην εισπράξει καμία αμοιβή από το έτος 1997 έως το έτος 2014 και να πληρώνει επιπλέον ο ίδιος τα έξοδα για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που διενεργούσε κατ' εντολή των εναγομένων, αντιβαίνει και στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή καθό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης και πέμπτης των εναγομένων, λόγω παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος που περιλαμβάνονται στα υπό στοιχείο 1 έως 48 κονδύλια, δεχόμενο τη σχετική ένσταση των εναγομένων αυτών, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Αντικατάσταση αιτιολογίας θα πρέπει να λάβει χώρα και ως προς το υπό στοιχείο 49 κονδύλιο της αγωγής αναφορικά με την παράσταση αναβολής στο Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 18.3.2011, που είναι μεν απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, όχι όμως λόγω παραγραφής, αλλά ως αναπόδεικτο. Για τα κονδύλια υπό στοιχείο 50 και 51 που απορρίφθηκαν ως αναπόδεικτα με την εκκαλουμέvη απόφαση, δεν παραπονείται ο ενάγων.
Ο λόγος της έφεσης με τον οποίο ο ενάγων παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής που πρότειναν επικουρικά η πρώτη και πέμπτη των εναγομένων, χωρίς πρώτα να ερευνήσει την ένσταση εξόφλησης που επίσης πρότειναν αυτές, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς το παρόν δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει την ένσταση εξόφλησης μόνο στην περίπτωση που θα εξαφάνιζε την εκκαλουμέvη απόφαση και θα δίκαζε την αγωγή, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση...
Ότι παραπονείται ο ενάγων με την έφεσή του ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθείσα την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών του, λόγω αναγνώρισης αυτών από την πρώτη και πέμπτη των εναγομένων. Από τα προσκομισθέντα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων δεν είχε προτείνει προφορικά και δεν έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε είχε υποβληθεί καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών του, λόγω αναγνώρισής τους από τις εν λόγω εναγόμενες, παρά μόνο με την προσθήκη-αντίκρουση, συνεπώς αυτή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ειδικότερα δε, ως προς τον ισχυρισμό για καθ' υποφορά υποβολή της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής με το δικόγραφο της αγωγής, σημειώνεται ότι στη σελίδα 77 αυτής, αναφέρεται επί λέξει σχετικά με την πέμπτη εναγομένη η φράση ότι "τις βραδινές ώρες της προτεραίας 25.9.2014 της δίκης ... η ίδια αναγνώρισε την ανωτέρω αξίωσή μου, υποσχεθείσα την εξόφληση αυτής και όλων των προηγηθεισών ... ", πλην όμως η φράση αυτή δεν αρκεί για να στηρίξει νόμιμη αντένσταση διακοπής της παραγραφής, αφού δεν τη συνδέει ο ενάγων με αίτημα διακοπής της ένστασης παραγραφής λόγω αναγνώρισης της οφειλής.
Ακόμα, ισχυρίζεται ο ενάγων με λόγο έφεσης ότι η πρώτη και πέμπτη των εναγομένων με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναγνώρισαν την ένδικη οφειλή τους προς αυτόν, επικαλούμενος έγγραφη δικαστική ομολογία των αντιδίκων του για την παραδεκτή προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών του για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των εν λόγω εναγομένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σ' αυτές δεν περιλαμβάνεται αναγνώριση εκ μέρους τους της ένδικης οφειλής ώστε εξ αυτού να συνάγεται έγγραφη δικαστική ομολογία τους για την ύπαρξη της οφειλής και διακοπή της παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος.
Από τα αναγραφόμενα στη σελίδα 11 των προτάσεων των άνω εναγομένων, που επί λέξει έχουν ως εξής: "... ο ενάγων μετέβη το φθινόπωρο του 2015 στη …….και μου πρότεινε να μας επισκεφθεί στην οικία της πρώτης εξ ημών. Εκεί επανέλαβε ό,τι και στην τηλεφωνική μας συνομιλία το 2012, δηλαδή ότι του οφείλουμε ως μια ελάχιστη ένδειξη φιλοφρόνησης και ευγνωμοσύνης το ποσό των 20.000 ευρώ και ότι επικαλείται και τη μνήμη της Π.
ως προς αυτό. Η δεύτερη εξ ημών αρνήθηκα διότι δεν κατανοούσα το λόγο αλλά με δεδομένο ότι επικαλούνταν και επανειλημμένα τη μνήμη της αδελφής μου, του είπα ότι χάριν αυτής θα του κατέβαλα ένα ποσό κατά την κρίση μου όχι όμως της τάξης των 20.000 ευρώ..." δεν συνάγεται αναγνώριση της ένδικης οφειλής κατά την έννοια του άρθρου 260 ΑΚ, δηλαδή συμπεριφορά με την οποία να εκφράζεται σαφώς η πεποίθηση των εναγομένων για την ύπαρξη της υποχρεώσεως τους και αντίστοιχης αξιώσεως του δανειστή, αλλά το αντίθετο, άρνηση δηλαδή της οφειλής.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης ισχυρίζεται ο ενάγων ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε την ένσταση παραγραφής των εναγομένων (ειδικά για τα κονδύλια 30, 31, 32, 33, 48, 49, 50, 51 και 45, 46, 47 της αγωγής) και δεν εφάρμοσε το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4193/2013, καθόσον επί των από 5.7.2003 και από 30.6.2008 δύο αγωγών, που αφορούν τα ανωτέρω κονδύλια, δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση ούτε είχαν περατωθεί με άλλο τρόπο, με συνέπεια η διακοπείσα με την άσκηση της ένδικης αγωγής παραγραφή να τελεί σε αναστολή.
Ο ισχυρισμός αυτός, είναι μη νόμιμος (στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση) και πρέπει να απορριφθεί, καθώς η διακοπή της παραγραφής που αναφέρεται στο άρθρο 261 ΑΚ και η επανέναρξη αυτής μετά την τελεσιδικία της απόφασης, αφορά, κατά τα εκτιθέμενα από τον ενάγοντα, τη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων που ασκήθηκαν με τις δύο (από 5.7.2003 και από 30.6.2008) αγωγές των εναγομένων κατά του αντιδίκου τους Θ.
Ζ. και όχι τη διακοπή της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος από δικηγορική αμοιβή που παράγονταν από τις εν λόγω δίκες που διενήργησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων. Περαιτέρω, αναφορικά με τις αξιώσεις του ενάγοντος κατά του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων σχετικά με τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη κατ' εντολή τους αναφορικά με την από 5.7.2003 (με αρ.
εκθ. κατ. 37537/2003) αγωγή αποζημιώσεως, προέκυψε ότι αυτές δεν έχουν παραγραφεί, ενόψει του ότι η τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη αυτή που διενεργήθηκε από τον ενάγοντα είναι η παράσταση για λογαριασμό τους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά τη συζήτηση της από 19.5.2006 έφεσης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 26.9.2014 και η προκατάθεση από 28.5.2008 προτάσεων, επί της οποίας εκδόθηκε στη συνέχεια η 2668/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς, με δεδομένο ότι η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων για αμοιβή του ενάγοντος που πηγάζουν από τις δικαστικές ενέργειές του στη δίκη αυτή, που αντιστοιχούν στα υπό στοιχείο 30, 31, 32, 33, 48 και 49 κονδύλια της αγωγής, αρχίζει στις 1.1.2015 και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση στους εν λόγω εναγομένους της ένδικης αγωγής στις 20.12.2017, οι αξιώσεις αυτές δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι αυτές (σημειώνεται ότι για τα κονδύλια υπό στοιχείο 50 και 51 της αγωγής που απορρίφθηκαν ως αναπόδεικτα με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν παραπονείται ο ενάγων) έχουν παραγραφεί, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των εν λόγω εναγομένων, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος αυτό και αφού κρατηθεί η υπόθεση να δικαστεί από το παρόν δικαστήριο και να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) απέρριψε κατ' ουσία την από 20.5.2019 έφεση και τους από 12.2.2020 πρόσθετους λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος καθ' ο μέρος στρέφονται κατά της πρώτης και πέμπτης των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και β) δέχθηκε κατ' ουσία την ως άνω έφεση και πρόσθετους λόγους εφέσεως καθ' ο μέρος στρέφονται κατά των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 22/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς αυτούς, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατ' ουσία και αναγνώρισε την υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσόν των 9.775,73 ευρώ, το ποσόν των 14.663,61 ευρώ, ο δεύτερος και το ποσό των 14.663,61 ευρώ, ο τρίτος, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα μεταξύ του αναιρεσείοντος δικηγόρου και της πρώτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων καθώς και της μετέπειτα αποβιωσάσης Π.. Μ., στη θέση της οποίας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι υπεισήλθαν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, δεν καταρτίσθηκε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και ότι η πρώτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ανεκάλεσαν αδικαιολόγητα την εντολή τους προς αυτόν, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 211, 216, 217, 218, 220, 159 παρ. 1, 222, 223, 224, 229, 235, 361 ΑΚ, 54 παρ. 2 του ν.δ. 3026/1954 (ΚπΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 3, 102 παρ. 1 και 2, 104, 105, 143 παρ. 1, 152 παρ. 2, 159 αριθμ. 1, 544 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες, αλλά ούτε και τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 91, 92, 94 του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (ΚπΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθ' όσον από την επισκόπηση της αγωγής και τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή α) ότι στις αρχές Ιανουαρίου 1997, η πρώτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων και η μετέπειτα αποβιώσασα Π. Μ., στη θέση της οποίας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι υπεισήλθαν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων ανέθεσαν από κοινού με προφορική εντολή στον αναιρεσείοντα δικηγόρο να διεκδικήσει τις αξιώσεις τους από το Θ.
Ζ., σύζυγο της πέμπτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες προέρχονταν από την εκμετάλλευση εκ μέρους του της επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων στη ……….β) ότι στα πλαίσια της εντολής αυτής, ο αναιρεσείων προέβη σε πλήθος δικαστικών και εξώδικων ενεργειών καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 1997 έως 2014, και ότι είχε συμφωνηθεί η αμοιβή και τα έξοδά του θα καταβάλλονται με τη διενέργεια κάθε ενέργειας, γ) ότι η πρώτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, λόγω προβλημάτων με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πριν τη δικάσιμο της 18.3.2010 κατά την οποία επανασυζητείτο η από 30.6.2008 αγωγή απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου, όπου λειτουργούσε το πρατήριο υγρών καυσίμων, αυτές ανεκάλεσαν τη σχετική εντολή προς τον αναιρεσείοντα, δ) ότι σε συνδυασμό με το με ημερομηνία 23.9.2014 γραπτό μήνυμα του αναιρεσείοντος προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το οποίο αυτή και η πρώτη αναιρεσίβλητη του είχαν δηλώσει ότι δεν θέλουν να γίνει η δίκη της αποζημίωσης και ε) ότι καμία επιρροή δεν ασκεί η ανάκληση της εντολής εκ μέρους της πρώτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, και αν ήταν δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής στον εντολοδόχο αναιρεσείοντα δεδομένου ότι ο αναιρεσείων - ενάγων δεν προσβάλλει το δικαιολογημένο αυτής προκειμένου να στηρίξει την ένδικη αγωγή του στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνονται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν καταρτίσθηκε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, αλλά αντίθετα είχε συμφωνηθεί ότι η αμοιβή και τα έξοδά του θα καταβάλλονται με τη διενέργεια καθεμιάς δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας και ότι ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός της δικαιολογημένης ή μη ανακλήσεως της εντολής.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης κατά τα οικεία σκέλη του από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά των πρώτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί πέραν του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται καθ' όσον από την επισκόπηση της αγωγής ο αναιρεσείων - ενάγων δεν προσβάλλει το δικαιολογημένο της ανακλήσεως προκειμένου να στηρίξει την ένδικη αγωγή στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Κατά το σκέλος δε, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον αγωγικό του ισχυρισμό περί αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον έλαβε υπ' όψη και τον απέρριψε , δεχόμενο ότι καμία επιρροή δεν ασκεί στην προκείμενη περίπτωση, αν η ανάκληση της εντολής εκ μέρους της πρώτης και πέμπτης των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων ήταν δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη.
Κατά δε το σκέλος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν κήρυξε ακυρότητα της ανάκλησης της εντολής κατ' άρθρο 159 παρ. 1 ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 8/2016).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με έτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα υπ' αριθμ. 2365/9.3.1998, 9410/5.1.2007 πληρεξούσια έγγραφα. Ο λόγος αυτός κατά το οικείο σκέλος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης και τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα.
Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο με το να δεχθεί α) σχετικά με την από 30.6.2008 αγωγή τη συνταχθείσα από τον αναιρεσείοντα της εταιρείας με την επωνυμία "Φ.. Μ. Σ. Α. Α..Ε.." κατά του Θ. Ζ., με την οποία ζητούσαν την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου που λειτουργούσε το πρατήριο υγρών καυσίμων, ότι όλες οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος είναι παραγεγραμμένες, δεδομένου ότι η τελευταία διαδικαστική πράξη είναι της 18.3.2010 και αρχομένης της παραγραφής από 1.1.2011 συμπληρώθηκε στις 1.1.2016, ενώ η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στις 19.12.2017 και στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων στις 20.12.2017 και β) σχετικά με την από 5.7.2003 αγωγή τη συνταχθείσα από τον αναιρεσείοντα κατ' εντολή των εντολέων του κατά του Θ.
Ζ., με την οποία ζητούσαν 1) το ποσό των 183.418,25 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία της εισφοράς καθεμιάς για τη συμμετοχή της στην αφανή εταιρεία που συνέστησαν με τον εναγόμενο, 2) το ποσό των 73.367,50 ευρώ που αντιστοιχεί στα μη αποδοθέντα κέρδη κατά τη διετία που λειτούργησε η εταιρεία, 3) το ποσό των 420.303 ευρώ, που αντιστοιχεί στα παράνομα ιδιοποιηθέντα κέρδη της επιχείρησης για τον χρόνο μετά τη λύση της και μέχρι το πρώτο εξάμηνο 2003 και 4) το ποσό των 110.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην εμπορική αξία της επιχείρησης μέχρι την άσκηση της αγωγής, ότι οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος ως προς τις πρώτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων είναι παραγεγραμμένες καθ' όσον η τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη της αποζημίωσης είναι η παράσταση για αναβολή της δίκης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 20.11.2009, οπότε από 1.1.2010 συμπληρώθηκε στις 1.1.2015, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 190ΚπΔ και 251ΑΚ, καθ' όσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων περί παραγραφής.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επρόκειτο για δύο αυτοτελείς δίκες, καθ' όσον η μία αγωγή είχε ως αντικείμενο την απόδοση της χρήσεως του μισθίου και η έτερη αγωγή την επιδίκαση αποζημιώσεως από τη συμμετοχή τους στην αφανή εταιρεία που είχαν συστήσει με το Θ.
Ζ., και ως εκ τούτου, ορθά το Εφετείο δέχθηκε ξεχωριστή αντί ενιαία παραγραφή, αρχομένη από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από το δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής και ειδικότερα όσον αφορά την πρώτη αγωγή (εντολή), η τελευταία διαδικαστική πράξη είναι η 18.3.2010, αρχομένης της παραγραφής από 1.1.2011 και όσον αφορά τη δεύτερη αγωγή (εντολή), η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής όσον αφορά τις πρώτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων είναι η παράσταση για αναβολή της δίκης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 20.11.2009, αρχομένης της παραγραφής από 1.1.2010 και χρόνος ενάρξεως της υπό του άρθρου 190ΚπΔ πενταετούς παραγραφής είναι το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από το δικηγόρο - αναιρεσείοντα η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής.
Επιπλέον, έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά το κεφάλαιο τούτο της αγωγής, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως (με εσφαλμένη εφαρμογή), ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 260 και 873 Α.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, στο, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της μη διακοπής της παραγραφής μέρους της αγωγικής αξιώσεως λόγω αναγνωρίσεως του σχετικού χρέους, δεχόμενο, ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό της καθ' υποφορά υποβολής αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, ότι η φράση που σημειώνεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι "τις βραδινές ώρες της προτεραίας 25.9.2014 της δίκης ...
η ίδια αναγνώρισε την ανωτέρω αξίωσή μου, υποσχεθείσα την εξόφληση αυτής και όλων των προηγηθεισών...", δεν αρκεί για να στηρίξει αντένσταση διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της οφειλής, αφού ο αναιρεσείων δεν τη συνέδεε και με σαφές αίτημα διακοπής της ένστασης παραγραφής λόγω αναγνώρισης της οφειλής.
Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά των πρώτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι απαραδέκτως το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον προταθέντα ισχυρισμό αυτών περί παραγραφής και μη νομίμως επαναφερθέντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όσον από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των πρώτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι νόμιμα επανέφεραν τον παραδεκτώς προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό τους περί παραγραφής δια αναφοράς στο σώμα των προτάσεων τους και όχι μόνο με την επισύναψη των πρωτοδίκως επαναφερθέντων ισχυρισμών τους.
Επειδή, κατά τα άρθρα 914, 297, 340, 345 και 346 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι όταν ζητείται αποζημίωση για ανόρθωση ζημίας από αδικοπραξία, υπόκειται χρηματική οφειλή και οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, εφόσον ο οφειλέτης δεν κατέστη υπερήμερος από προηγούμενο χρόνο συνεπεία οχλήσεως από το δικαιούχο της απαίτησης (ΑΠ 1253/2003).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 και 2, 107 παρ. 1 και 2 και 110 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (του εφαρμοζομένου ν.δ.3026/54) προκύπτει ότι, εάν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος για τη σύνταξη της αγωγής είναι 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζήτησης της υποθέσεως και για κάθε επόμενη συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου 1% επί του αντικειμένου της αγωγής και για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου 2% επί του αντικειμένου της αγωγής.
Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο έγερσής της ή εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ το αντικείμενο της αγωγής και επομένως και οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού.
Εάν το αντικείμενο της αγωγής είναι ορισμένη χρηματική απαίτηση, είτε ως κεφάλαιο είτε ως τόκοι αυτού, η αξία αυτού προσδιορίζεται από το αίτημα της αγωγής, για το ύψος του οποίου λαμβάνεται υπόψη ως κρίσιμος χρόνος, εφόσον πρόκειται για αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της αγωγής ο χρόνος ασκήσεώς της, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του.
Αν με την αγωγή επιδιώκεται η επιδίκαση χρηματικής απαίτησης με τους επ' αυτής τόκους υπερημερίας για χρόνο προγενέστερο από την έγερσή της, για τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου αυτής, με βάση την οποία λογίζεται η αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος, λαμβάνεται υπόψη το ποσό του κεφαλαίου της απαίτησης καθώς και το ποσό των τόκων αυτής μέχρι την έγερσή της ή την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 538/2014, 1613/2006).
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση της, όσον αφορά τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, πέραν των ανωτέρω τα εξής: "Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στις 22.10.2003 κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 5.7.2003 συνταχθείσα από τον ίδιο αγωγή των εντολέων του κατά του Θ.
Ζ., με την οποία ζητούσαν α) το ποσό των 183.418,25 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αξία της εισφοράς καθεμιάς εκ των Ε. Μ., Π.. Μ. και Δ. συζ. Θ. Ζ. για τη συμμετοχή της στην αφανή εταιρεία που συνέστησαν με τον εναγόμενο β) το ποσό των 73.367,50 ευρώ που αντιστοιχούσε στα μη αποδοθέντα κέρδη κατά τη διετία που λειτούργησε η εταιρεία γ) το ποσό των 420.303 ευρώ που αντιστοιχούσε στα παράνομα ιδιοποιηθέντα κέρδη της επιχείρησης για το χρόνο μετά τη λύση της και μέχρι το πρώτο εξάμηνο 2003 και δ) το ποσό των 110.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στην εμπορική αξία που απέκτησε η επιχείρηση μέχρι την άσκηση της αγωγής, συνολικά δε η πρώτη ενάγουσα ζητούσε το ποσό των 666.246,42 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 675.683,03 ευρώ και η τρίτη ενάγουσα το ποσό των 677.088,75 ευρώ.
Η αγωγή συζητήθηκε στις 18.10.2005 και με την 13307/2006 απόφαση του άνω Δικαστηρίου έγινε δεκτή εν μέρει, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 6.414,92 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 15.851,53 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 17.257,25 ευρώ. Κατά της εν λόγω απόφασης συνέταξε ο ενάγων και κατέθεσε στις 12.9.2006 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 19.5.2006 (με αρ.
εκθ. κατ. 3519/2006) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί μαζί με την αντίθετη (με αρ. εκθ. κατ. 4319/2006) έφεση του Θ. Ζ. στη δικάσιμο της 25.5.2007, αναβλήθηκε δε για τη δικάσιμο της 30.5.2008, οπότε ο ενάγων παραστάθηκε για τους εντολείς του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε τις από 28.5.2008 προτάσεις τους, όπως και προτάσεις επί της αντίθετης έφεσης του αντιδίκου.
Η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20.11.2009, στη συνέχεια δε για τις δικασίμους της 18.3.2011, της 11.1.2013 και της 26.9.2014. Κατά τη δικάσιμο της 26.9.2014 οι αντίθετες εφέσεις κατά της 13307/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συζητήθηκαν μόνο μεταξύ του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εδώ εναγομένων (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Π.
Π.. Μ.) και του Θ. Ζ., καθώς η πρώτη και πέμπτη των εδώ εναγομένων παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της έφεσής τους με δήλωση στο ακροατήριο του Εφετείου Θεσσαλονίκης του παραστάντος γι' αυτές δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Βασίλειο Αντωνόπουλο, ενώ ο Θ. Ζ. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αντίθετης έφεσής του ως προς αυτές με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του.
Στη δίκη αυτή, για λογαριασμό των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εδώ εναγομένων παραστάθηκε ο ενάγων με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκαταθέτοντας τις από 28.5.2008 προτάσεις, μαζί με τον παραστάντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης, Βασίλειο Αντωνόπουλο, εκδόθηκε δε στη συνέχεια η 2668/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που, αφού κατάργησε τη δίκη ως προς την πρώτη και πέμπτη των εδώ εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη Π.
Μ. και δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου Θ. Ζ. να καταβάλει στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εδώ εναγομένων κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας στην κληρονομιά της Π.. Μ., το ποσό των 9.685 ευρώ. Δεδομένης της μη ύπαρξης συμφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής στον ενάγοντα για τις δικαστικές του ενέργειες στη δίκη αυτή, του οφείλονται οι ελάχιστες για κάθε ενέργεια αμοιβές σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το επίδικο χρόνο κώδικα δικηγόρων ΝΔ 3026/1954 (άρθρο 98) αλλά και τις οικείες ΚΥΑ.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) απέρριψε κατ' ουσία την από 20.5.2019 έφεση και τους από 12.2.2020 πρόσθετους λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος καθ' ο μέρος στρέφονται κατά της πρώτης και πέμπτης των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και β) δέχθηκε κατ' ουσία την ως άνω έφεση και πρόσθετους λόγους εφέσεως καθ' ο μέρος στρέφονται κατά των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 22/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς αυτούς, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατ' ουσία και αναγνώρισε την υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσόν των 9.775,73 ευρώ, ο δεύτερος, το ποσόν των 14.663,61 ευρώ, ο τρίτος και το ποσό των 14.663,61 ευρώ, ο τέταρτος, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν συμπεριέλαβε στην αξία του αντικειμένου της αγωγής και αιτούμενους τόκους στο σχετικό λόγο αναίρεσης όσον αφορά τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, για τον προσδιορισμό της δικαιούμενης αμοιβής του αναιρεσείοντος -εκκαλούντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προρρηθείσες διατάξεις, και δεν έλαβε υπ' όψη τόκους υπερημερίας, καθ' όσον σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής δεν ζητούσε τόκους υπερημερίας για χρονικό διάστημα προγενέστερο του χρόνου άσκησης αυτής ώστε να αποτελούν αντικείμενο της αγωγής. Κατά συνέπεια ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, πρώτης και πέμπτης, οι οποίες κατέθεσαν κοινές προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.3.2022 αίτηση του Φ. Κ. για αναίρεση της 2876/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, πρώτης και πέμπτης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ