Greece Supreme Court dismisses appeal on 17th defendant while ordering retrial for deceased heirs to prove inheritance rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the first-instance judgment regarding the 17th defendant, deeming the claim legally unfounded. However, the court ordered a retrial for the deceased heirs (8th, 9th, and 16th defendants) to allow the State to submit evidence proving their inheritance rights. This partial decision balances the rejection of meritless claims with the procedural necessity to resolve inheritance issues for those who passed away.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(3)(a) and 179 of the Code of Civil Procedure; The court may dismiss an appeal as legally unfounded while ordering a retrial for specific parties to present new evidence required for the resolution of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1478 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1478/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242, παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) …, και 18) …, κατοίκων απάντων..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1110/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4503/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 28/11/2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 352/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία ανέβαλε την έκδοση απόφασης, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που παραπέμφθηκε σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος. Κατόπιν της 16/2015 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και της από 11/10/2019 κλήσης του Ελληνικού Δημοσίου η υπόθεση αυτή φέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος ανέγνωσε την από 10/10/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή των λοιπών αναιρετικών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11 Οκτωβρίου 2019 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος κατά των καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 28 Νοεμβρίου 2012 με αριθ. καταθ. 152/30.11.2012 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου [ως ειδικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "Ο.Δ.Δ.Υ.
ΑΕ", μετά την κατάργηση της τελευταίας με το άρθρο 14Β του Ν 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314), όπως το ως άνω άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α 180/22.8.2011) και τον ορισμό του αναιρεσείοντος ως ειδικού διαδόχου αυτής, κατ'εφαρμογή του άρθρου 4 της εκδοθείσας κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 66 παρ. 2 του Ν. 4002/2011 με αριθ.
οικ. 2/84797/0025/2011 (ΦΕΚ Β 2742/25.11.2011) Απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών] κατά των αναιρεσίβλητων και κατά της υπ' αριθ. 4503/28.8.2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, μετά την έκδοση, αντιμωλία των διαδίκων, της υπ' αριθ. 352/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε, κατά το άρθρο 249 του ΚΠολΔ, η επί της ένδικης αίτησης αναίρεσης έκδοση οριστικής από τον Άρειο Πάγο απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ'αυτή, ήτοι της επέκτασης ή μη, κατ'εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, για τις οποίες δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και την επί του ζητήματος αυτού έκδοση της με αριθ. 16/2015 απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου.
Η συζήτηση της ως άνω από 11.10.2019 κλήσης προσδιορίσθηκε με πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος για τη δικάσιμο στις 26.5.2020, κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της με αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 30340/15.5.2020 Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ Β 1857/15.5.2020) και, κατόπιν της από 10.6.2020 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020 (Α 104) προσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο στις 9.3.2021.
Κατά τη δικάσιμο αυτή (9.3.2021) η συζήτησή της ματαιώθηκε εκ νέου, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της με αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 14453/6.3.2021 Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ Β 895/6.3.2021) και κατόπιν της από 19.5.2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 και 568 παρ.2 του ΚΠολΔ, προσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο στις 28.9.2021.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (28.9.2021) η συζήτησή της αναβλήθηκε, αιτήσει του αναιρεσείοντος, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24.5.2022). Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι", ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης ή της κλήσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του Ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ 104) ορίζεται ότι "σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων..." και με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ.2 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) ορίζεται ότι "σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων....". Με τις προαναφερόμενες διατάξεις προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 1121/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος.
Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι και η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του ή κατά των κληρονόμων του (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019).
Εξ άλλου από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες τόσο στην έκκλητη, όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ.1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ.1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα.
Διαφορετικά εάν, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο (όπως έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομά του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.
α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 516 παρ.1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019, ΑΠ 45/2018). Αν όμως το ένδικο μέσο απευθύνεται κατά αποβιώσαντος και ο ασκήσας αυτό διάδικος αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (όπως είναι η έφεση ή η αναίρεση) παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση όμως αυτού, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σε αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019, ΑΠ 304/2018, ΑΠ 433/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24.5.2022) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν οι καθών οι κλήση- αναιρεσίβλητοι, ούτε υποβλήθηκε η κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως από το καλούν-αναιρεσείον υπ' αριθ. 10.861/10.3.2020, 10826/4.3.2020, 10860/10.3.2020, 10832/4.3.2020, 10823/3.3.2020. 10833/4.3.2020, 10827/4.3.2020, 10862/10.3.2020, 10829/4.3.2020, 10822/3.3.2020, 10831/4.3.2020, 10863/10.3.2020, 10857/9.3.2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Αθηνών Μ. Ν., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11.10.2019 κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση της από 28.11.2012 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26.5.2020, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους 1ο, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο και 15ο καθών η κλήση-αναιρεσίβλητους, αντίστοιχα.
Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως προεκτέθηκε, ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων και προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο στις 9.3.2021, κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε, εκ νέου, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο στις 28.9.2021, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ακόμη, από την υπ'αριθμ. 4396β/16.7.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ευβοίας Ν. Τ., που προσκομίζει μετ'επικλήσεως το καλούν-αναιρεσείον Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11.10.2019 κλήσης με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο στις 28.9.2021 κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την 18η καθής η κλήση -18η αναιρεσίβλητη.
Συνακόλουθα οι ως άνω 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος και 18η αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, εφόσον α) οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος και 15ος αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα για την αρχική δικάσιμο (26.5.2020), η εγγραφή, δε, της υπόθεσης, στο οικείο πινάκιο, με πρωτοβουλία της Γραμματέως του Τμήματος τούτου αρχικά για τη δικάσιμο στις 9.3.2021 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο στις 28.9.2021 (μετά την ματαίωσή της συζήτησης της υπόθεσης αρχικά στη δικάσιμο στις 26.5.2020 και στη συνέχεια στη δικάσιμο στις 9.3.2021, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων), ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 74 παρ.2 Ν. 4690/2020, 83 παρ.2.
Ν. 4790/2021) και β) η 18η αναιρεσίβλητη κλήθηκε νόμιμα για τη δικάσιμο στις 28.9.2021, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε η συζήτησή της αναβλήθηκε, αιτήσει του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η δε αναγραφή της στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των ως άνω καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων (226 παρ. 4 του ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την επισκόπηση της προαναφερθείσας υπ'αριθμ. 352/2014 αναβλητικής απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι (πλην του 17ου) και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος 17ου αναιρεσίβλητου παρέστησαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο (22.10.2013) εκπροσωπηθέντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο και κατέθεσαν τις από 24.10.2013 προτάσεις από την επισκόπηση των οποίων προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν επισπεύσει οι ίδιοι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (2η σελίδα προτάσεων).
Επομένως πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία των ως άνω 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου και 18ης αναιρεσίβλητων. Εξάλλου, από την επισκόπηση της ανωτέρω με αριθμό 352/2014 αναβλητικής απόφασης του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο συνήγορος των αναιρεσίβλητων Φώτιος Κλαουδάτος δήλωσε ότι "ο υπό στοιχείο 17ος αναιρεσίβλητος Π.
Λ. του Μ. απεβίωσε στις 11.10.2008, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 100/1/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Άνω Λιοσίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Σ. Ι. χήρα Π. Λ., το γένος Π. Τ., β) Μ. Λ. του Π. και ) Μ. Λ. του Π.", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, απαραδέκτως στρέφεται η από 11.10.2019 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προς περαιτέρω συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά του 17ου καθού η κλήση - 17ου αναιρεσίβλητου Π. Λ., καθόσον το καλούν-αναιρεσείον είχε λάβει γνώση του θανάτου του παραπάνω διαδίκου, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και συνεπώς όφειλε με την κλήση του να καλέσει προς συζήτηση τους ως άνω κληρονόμους του 17ου αναιρεσίβλητου.
Συνεπώς, ως προς τον ως άνω 17ο καθού η κλήση-17ο αναιρεσίβλητο, που συνδεόταν με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με σχέση απλής ομοδικίας, καθότι ως εργαζόμενοι της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας είχαν ασκήσει εναντίον της την από 2.11.2006 αγωγή τους ζητώντας την επιδίκαση μισθολογικής παροχής (ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), πρέπει κατ'άρθρο 576 παρ.3 εδ.
β του ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που επισπεύδεται με την από 11.10.2019 κλήση, ως προς αυτόν. Τέλος, και καθό μέρος η από 11.10.2019 κλήση του αναιρεσείοντος προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στρέφεται κατά α) του 8ου των καθών η κλήση - 8ου αναιρεσίβλητου Χ.
Η., ο οποίος απεβίωσε την 19.10.2015, β) του 9ου των καθών η κλήση - 9ου αναιρεσίβλητου Β. Η. ο οποίος απεβίωσε στην Αθήνα την 12.8.2018, και γ) του 16ου των καθών η κλήση - 16ου αναιρεσίβλητου Ν. Λ., ο οποίος απεβίωσε στην Ηλιούπολη Αττικής την 27.5.2017, παραδεκτώς απευθύνεται, κατά αυτών, αφού δεν προκύπτει γνωστοποίηση από τους κληρονόμους των θανόντων ως άνω αναιρεσίβλητων στο αναιρεσείον-καλούν Ελληνικό Δημόσιο περί του θανάτου αυτών κατά το προ της άσκησης της ως άνω κλήσης και μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 352/2014 αναβλητικής απόφασης του Αρείου Πάγου χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το καλούν-αναιρεσείον είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου των ως άνω καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων πριν από την άσκηση αυτής (κλήσης), η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά των ως άνω θανόντων, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.
Από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον υπ'αριθμ. 4406/11.3.2022 και 4421/17.3.2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11.10.2019 κλήσης προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε προς τον Γ.
Θ. και Π. Η. αντίστοιχα, ως κληρονόμους του αποβιώσαντος 8ου αναιρεσίβλητου. Το καλούν-αναιρεσείον προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας των ως άνω κληρονόμων προσκομίζει α) το με αριθμ 301/2.11.2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αχαρνών Αττικής περί δημοσίευσης της από 7.9.2015 ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος 8ου αναιρεσίβλητου, από την οποία προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος άφησε μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο του τον ανεψιό του Γ.
Θ. του Α., δ) έγγραφο εκ τριών (3) σελίδων με τίτλο "Άντληση στοιχείων πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης" από την ΥΠΕΣ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με ημερομηνία εκτύπωσης 8.10.2021 και έγγραφο αναζήτησης στοιχείων φυσικού προσώπου από τα οποία προκύπτει ότι ο ως άνω 8ος αναιρεσίβλητος, από το γάμο του με τη Μ.
Π. απέκτησε δύο τέκνα την Π. Η. (που κλήθηκε ως κληρονόμος) και την Ε. Η., β) το υπ'αριθμ. 2646/16.9.2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αχαρνών Αττικής από το οποίο προκύπτει ότι δεν δημοσιεύθηκε άλλη διαθήκη του αποβιώσαντος, γ) το υπ'αριθμ. 1479/13.9.2021 πιστοποιητικό του ως άνω Γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας του αποβιώσαντος από τη θυγατέρα του Ε.
Η., η οποία, όμως, δεν κλήθηκε στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως κληρονόμος αυτού, σε αντίθεση με την ετέρα θυγατέρα του Π. Η., που, όπως προεκτέθηκε, κλήθηκε ως κληρονόμος αυτού, χωρίς να προσκομίζεται, ως προς την ως άνω κληθείσα με την ιδιότητα της κληρονόμου του θανόντος θυγατέρα του, κανένα αποδεικτικό στοιχείο για το αν αυτή ως νόμιμη μεριδούχος προέβη σε αποδοχή της κληρονομίας του ως άνω θανόντος κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα της, ή σε άσκηση αγωγής για αναγνώριση του ως άνω δικαιώματός της [δεδομένου ότι από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1829, 1846 - 1851 και 1857 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης, κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα και ότι η ακυρότητα της διαθήκης λόγω προσβολής της νόμιμης μοίρας είναι σχετική, τασσόμενη μόνο υπέρ του μεριδούχου και των κληρονόμων του (ΑΠ 1425/2019, ΑΠ 409/2017)] καθώς επίσης δεν προσκομίζονται πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του θανόντος (περιλαμβανομένης και της συζύγου του Μ.
Π., ωσαύτως νομίμως μεριδούχου επί της κληρονομίας του συζύγου της) και πιστοποιητικά μη αποποίησης και μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος των ως άνω κληθέντων, με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του 8ου αναιρεσίβλητου. Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον υπ' αριθ. 10.872/12.3.2020, 10870/12.3.2020 και 10871/12.3.2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Αθηνών Μ.
Ν., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11.10.2019 κλήσης προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε προς τους Α. Η., Γ. Η. και Μ. χήρα Β. Η., αντίστοιχα, ως κληρονόμους εκ διαθήκης του αποβιώσαντος 9ου αναιρεσίβλητου Β. Η.. Το καλούν προσκομίζει προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας των ως άνω κληθέντων ως κληρονόμων του 9ου αναιρεσίβλητου α) το υπ'αριθ. .../3.9.2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Κορυδαλλού Αττικής από το οποίο προκύπτει ότι ο θανών άφησε ως εγγύτερους συγγενείς τους ως άνω κληθέντες ως εκ διαθήκης κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγό του Μ.
Η. και τα τέκνα του Α. Η. και Γ. Η. και β) το με αριθμ. 540/2018 πρακτικό δημοσίευσης της από 23.11.2017 ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Νικαίας, από την οποία προκύπτει ότι θανών άφησε ως εκ διαθήκης κληρονόμους του, στα αναγραφόμενα σ'αυτή περιουσιακά του στοιχεία, τη σύζυγό του Μ. Η. και τα τέκνα του Α. Η. και Γ.
Η. καθώς και τα τέκνα της Γ. Η. αα) Μ. Ε. Δ. και ββ) αβάπτιστο θήλυ τέκνο που γεννήθηκε 18.4.2017, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στην ψιλή κυριότητα του αναγραφόμενου σ'αυτή ακινήτου, τα οποία όμως δεν κλήθηκαν από το καλούν-αναιρεσείον ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του θανόντος, το οποίο δεν προσκομίζει προς απόδειξη της ιδιότητας όλων των ανωτέρω, ως εκ διαθήκης κληρονόμων, πιστοποιητικά περί δημοσίευσης ή μη δημοσίευσης ετέρας διαθήκης του ως άνω θανόντος 9ου αναιρεσίβλητου, μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος των κληρονόμων και μη αποποίησης της κληρονομίας εκ μέρους των ως άνω κληρονόμων.
Τέλος από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον υπ' αριθ. 10.855/9.3.2020, 10854/9.3.2020 και 10853/9.3.2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Αθηνών Μ. Ν. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11.10.2019 κλήσης προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε προς τους Σ.
Λ., Α. Λ. και Π. Λ., αντίστοιχα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος 16ου αναιρεσίβλητου Ν. Λ.. Το αναιρεσείον προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας αυτών προσκομίζει το υπ'αριθμ. .../26.6.2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ηλιουπόλεως από το οποίο προκύπτει ότι ο θανών άφησε εγγυτέρους συγγενείς τους κληθέντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Σ.
Λ., σύζυγό του και Α. Λ. και Π. Λ., τέκνα του, χωρίς αυτό να προσκομίζει προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά περί δημοσίευσης ή μη δημοσίευσης διαθήκης του ως άνω θανόντος, μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος των ως άνω κληρονόμων και μη αποποίησης της κληρονομίας του θανόντος εκ μέρους αυτών.
Συνακόλουθα και εφόσον δημιουργήθηκε αμφιβολία στο παρόν Δικαστήριο για αν οι μη παρασταθέντες κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης (24.5.2022) κλητευθέντες από το καλούν-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως κληρονόμοι των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, ήτοι α) Γ. Θ. και Π. Η. ως κληρονόμοι του 8ου αναιρεσίβλητου Χ.
Η., β) Α. Η., Γ. Η. και Μ. Η., ως κληρονόμοι του 9ου αναιρεσίβλητου Β. Η. και γ) Σ. Λ., Α. Λ. και Π. Λ. ως κληρονόμοι του 16ου αναιρεσίβλητου Ν. Λ., έχουν την ιδιότητα αυτή και ότι είναι οι μοναδικοί καθολικοί διάδοχοί τους, αφού το αναιρεσείον δεν προσκομίζει τα ανωτέρω εκτεθέντα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να βεβαιωθεί η κληρονομική τους ιδιότητα για τη νομότυπη συνέχιση της παρούσας δίκης, πρέπει, και ως προς αυτούς, κατ'άρθρο 576 παρ.3 εδ.
β του ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 573 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης (ΑΠ 906/2020) προκειμένου να προσκομισθούν, με την επιμέλεια του αναρεσείοντος, τα προαναφερόμενα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, που είναι αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου.
Με την από 28 Νοεμβρίου 2012 και με αριθ. κατάθ. 152/30.11.2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4503/22.6.2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 3.3.2008 και με αριθ. καταθ. 438/4.3.2008 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατά της υπ' αριθ. 1110/2007 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη στο σύνολό της η από 2.11.2006 και με αριθ.
καταθ. 1613/3.11.2006 αγωγή τόσον ως προς την κυρία, όσο και ως προς τις επικουρικές της βάσεις από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και στην ουσία την έφεση, εξαφάνισε τη με αριθμό 1110/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας στην ουσία αυτή, δέχθηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή, κατά την κύρια βάση της, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 παροχή (επίδομα 88 ευρώ από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 30.10.2006 συνολικού ύψους 9.680 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο έγινε απαιτητό μέχρι την εξόφληση Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο στις 2.11.2012, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 30.11.2012 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 17/2015).
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 17/2015).
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α' ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1.Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής : "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ( ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού.
Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους... 5. 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό των 176 ευρώ, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 17/2015, Ολ.
ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 17/2015).
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου (3205/2003) ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016 / 2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 17/2015, ΑΠ 628/2020, ΑΠ 490/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "...Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν ως υπάλληλοι από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ" το οποίο ιδρύθηκε με το Ν. 251/1976 και δυνάμει του ΠΔ 413/1998 (ΦΕΚ 291 Α/28.12.1998) μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΕ" εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη (ειδικός διάδοχος της οποίας είναι το αναιρεσείον), λειτουργούσα σύμφωνα με το καταστατικό της και με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας χάριν του δημοσίου συμφέροντος.
Οι ανωτέρω (....) από της πρόσληψής τους μέχρι και σήμερα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή (....), υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τους Ν. 2470/1997 και 3205/2003, το σύνολο δε των ανωτέρω συνομολογείται από το εναγόμενο.
Ωστόσο κατά τη διάρκεια της ανωτέρω εργασίας τους το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ.2 του Ν. 3016/2002, ποσού 88 ευρώ μηνιαίως από 01.01.2002 και 176 ευρώ από 01.07.2002. Ως, εκ τούτου, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2002 έως 30.10.2006, την προαναφερόμενη πρόσθετη ειδική παροχή σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες λάμβαναν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δυνάμει της υπ'αριθμ.2065240/6952/0022/1990 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών τη πρόσθετη παροχή με το όνομα "Δικαίωμα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων", άλλως ΔΙΒΕΕΤ, το ακριβές ύψος της οποίας δεν προέκυψε, ωστόσο, όπως συνομολογείται από τους αντιδίκους, υπερέβαινε το ποσό της επίδικης παροχής των 176 ευρώ(...).
Ωστόσο η ως άνω αναφερόμενη αποζημίωση από τον προαναφερόμενο ειδικό Λογαριασμό δεν παρεμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσής τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του Ν. 3016/2002, καθόσον η αποζημίωση αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη, όπως άλλωστε προκύπτει από την ως άνω υπουργική απόφαση που την προβλέπει, με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας ως υπαλλήλων του εναγομένου και τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδής προς την επίδικη του άρθρου 14 παρ.2 του Ν. 3016/2002, που αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και απονέμεται συλλήβδην προς όλους τους υπαλλήλους, χωρίς να γίνεται διάκριση σε χαμηλόμισθούς ή μη, αντίθετη δε ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε στο προδήλως άτοπο αποτέλεσμα οι υπάλληλοι, που λόγω της φύσης της εργασίας τους πρέπει να λάβουν υψηλότερες αποδοχές από υπαλλήλους διαφορετικών υπηρεσιών, τελικά να εξισώνονται μισθολογικά με αυτούς και να λαμβάνουν ίδιες αποδοχές για εντελώς διαφορετική εργασία.
Επομένως, η επίδικη παροχή, κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ.2 του Ν. 3016/2012, είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού προς την ειδική αποζημίωση της ανωτέρω υπουργικής απόφασης(....). Επομένως βάσει των ανωτέρω, καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 έως 30.06.2002, το χρηματικό ποσό των (88 ευρώ Χ 6 μήνες =) 528 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 01.07.2002 έως 30.10.2006 το χρηματικό ποσό των (176 Χ 52 ευρώ (ενν.
μήνες) =) 9.152 ευρώ και συνολικά δε το ποσό των (528 + 9.152 =) 9.680 ευρώ....". Κατόπιν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 3.3.2008 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμ. 1110/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την από 2.11.2006 αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα το ποσό των 9.680 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, επιδικάζοντας την επίδικη παροχή στους αναιρεσίβλητους, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, προϋπόθεση μη συντρέχουσα στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι λάμβαναν άλλη (ανώτερη) πρόσθετη μισθολογική παροχή και συγκεκριμένα την παροχή "Δικαίωμα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων", άλλως ΔΙΒΕΕΤ (ΑΠ 628/2020).
Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 17/2015, ΑΠ 628/2020).
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης ερειδόμενος αληθώς εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και όχι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα που αναφέρεται στο αναιρετήριο, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί ασκηθείσας έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 14 παρ.2 του Ν. 3016/2002, 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες για παραβίαση των αναφερομένων σ'αυτούς διατάξεων κανόνων δικαίου καθό μέρος απέρριψε ένσταση περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων (δεύτερος λόγος) και επιδίκασε τόκους από όταν κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό (τρίτος λόγος).
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Ενόψει, δε, του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 2.11.2006 αγωγή των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου και 18ης εναγόντων-αναιρεσιβλήτων είναι νομικά αβάσιμη, όπως απεφάνθη σε πρώτο βαθμό και το Ειρηνοδικείο Αθηνών, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.
α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η από 3.3.2008 έφεση των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου και 18ης εκκαλούντων-εναγόντων ως κατ'ουσία αβάσιμη. Τέλος η δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου και 18ης αναιρεσίβλητων της παρούσας αναιρετικής δίκης και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), διατάξεις που εφαρμόζονται και στις δίκες με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 295/2021, ΑΠ 720/2021), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι το ανωτέρω νομικό ζήτημα τέθηκε και στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και επιλύθηκε με την υπ' αριθμ. 16/2015 απόφασή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28 Νοεμβρίου 2012 με αριθμ. κατάθ. 152/30.11.2012 αίτησης αναίρεσης, που επισπεύδεται με την από 11.10.2019 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 4503/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, ως προς τον 17ο των καθών η κλήση-17ο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως προς τους αποβιώσαντες, μετά την άσκηση αυτής 8ο αναιρεσίβλητο, 9ο αναιρεσίβλητο και 16ο αναιρεσίβλητο, προκειμένου να προσκομισθούν, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος Δημοσίου, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με τη νομιμοποίηση των κλητευθέντων, από αυτό α) Γ. Θ. και Π. Η., ως μοναδικών κληρονόμων του 8ου αναιρεσίβλητου Χ. Η., β) Α. Η., Γ. Η. και Μ. Η., ως μοναδικών κληρονόμων του 9ου αναιρεσίβλητου Β. Η. και γ) Σ. Λ., Α. Λ. και Π. Λ., ως μοναδικών κληρονόμων του 16ου αναιρεσίβλητου Ν. Λ..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4503/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους 1ο, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο και 18ης εκεί εκκαλούντες-ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς τους διαδίκους αυτούς.
Απορρίπτει ως κατ'ουσία αβάσιμη την από 3.3.2008 με αριθμ. καταθ. 438/4.3.2008 έφεση των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου και 18ης εκκαλούντων-εναγόντων, κατά της υπ'αριθμ. 1110/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου και 18ης αναιρεσίβλητων της προκειμένης αναιρετικής δίκης και της δίκης του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ