Supreme Court dismisses appeal for lack of substantive examination regarding abuse of rights claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Security Institute against a lower court judgment. The lower court had rejected the institute's claim of abuse of rights, ruling that mere inaction by the employees did not constitute such abuse. The Supreme Court held that since the lower court rejected the claim as legally unfounded without needing to examine the underlying facts, the appeal argument regarding insufficient reasoning was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 C.Pol.D.; Art. 281 Civil Code: An appeal based on the lack of reasoning for rejecting a claim is inadmissible if the lower court dismissed the claim as legally unfounded without the need for a substantive examination of the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1478 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1478/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχο του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ)», που είχε έδρα την Αθήνα κι εκπροσωπείτo νόμιμα, για τα ασφαλιστικά - συνταξιοδοτικά θέματα, το οποίο ήταν με τη σειρά του καθολικός διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ» (Τ.Σ.Α.Υ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη, ο οποίος δήλωσε ότι το ως άνω νομικό πρόσωπο έχει μετονομασθεί σε Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e - Ε.Φ.Κ.Α.) και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Α. Α. του Α., κατοίκου ...,
2) Μ. Ζ. του Π., κατοίκου ...,
3) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,
4) Β. Κ. του Κ., κατοίκου ... ...,
5) Ν. Κ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,
6) Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ... Σερρών,
7) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ...,
8) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ...,
9) Α. Μ. του Β., κατοίκου ... ,
10) Ε. Π. του Α., κατοίκου ...,
11) Α. Π. του Ε., κατοίκου ... Αττικής,
12) Α. Π. του Μ., κατοίκου … Αθήνας,
13) Ε.-Α. Π. του Ν., κατοίκου ...,
14) Α. Π. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
15) Π. Π. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
16) Α. Π. του Α., κάτοικου ..., ...,
17) Σ. Ρ. του Φ., κατοίκου ... Αττικής,
18) Μ. Ρ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,
19) Σ. Σ. του Θ., κατοίκου ...,
20) Δ. Σ. του Γ., κατοίκου … Αθηνών,
21) Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,
22) Α. Σ. του Α., κατοίκου ... Αττικής,
23) Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,
24) Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ... Αθήνας,
25) Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ... Αθήνας,
26) Γ. Τ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,
27) Κ. Τ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής,
28) Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής,
29) Β. Τ. του Δ., κατοίκου ... Αθήνας,
30) Σ. Φ. του Α., κατοίκου ... Αττικής,
31) Γ. Φ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, και
32) Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής.
Οι 7η, 8η, 20ος, 30ος και 31η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Κουβέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.02.2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3053/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 21.10.2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υπ’ αριθμ. .../12-6-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κοσμά Μήτση προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τις 23.02.2021, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων που αποφασίστηκε στο πλαίσιο των μέτρων προς αποφυγή της μετάδοσης της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και ορίστηκε οίκοθεν εκ νέου, σύμφωνα με τα άρθρα 83 §§ 2 & 3 Ν. 4790/2021 σε συνδ. με το άρθρο 568 § 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 26 Ν. 4792/2021, για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 7η, 8η, 20ο, 30ο & 31η των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα στην παραστάσα στη δευτεροβάθμια δίκη πληρεξουσία δικηγόρο αυτών Μαρία Στεφανάτου (αρθρ. 143 §1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015). Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
[II] Με την από 21.10.2019 και με αριθ. κατάθεσης 10101/971/25-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 125/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
[III] Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη». Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση.
Προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του.
Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο. Εξάλλου, πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αυξήσεως του παθητικού της ή μειώσεως του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994).
Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.
Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.
Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης.
Συνεπώς, η απαίτηση του αδικαιολογήτου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, επήλθε η ωφέλεια αυτή. Η εν λόγω ωφέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια. Η ευθύνη δε του λήπτη περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, την υποχρέωση αυτού προς απόδοση αυτούσιου - in natura - του πράγματος, που λήφθηκε αδικαιολόγητα και ως τέτοιο νοείται, εν προκειμένω, διασταλτικά, κάθε αντικείμενο ενσώματο, αντικαταστατό ή μη, ή ασώματο. Έτσι, η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ' αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, αυτούσια, εφόσον σώζονται στα χέρια του λήπτη, έστω κι αν πρόκειται για αντικαταστατά πράγματα. Σε περίπτωση που ο λήπτης δεν είναι σε θέση να αποδώσει αυτούσια τα ληφθέντα, είτε λόγω της φύσης τους (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες κλπ) είτε από άλλους λόγους (π.χ. ανάλωση των ληφθέντων, από την οποία, όμως, ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε κλπ), ο λήπτης πρέπει να αποδώσει την αξία τους. Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ (ΟλΑΠ 1773/1981).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι’ αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.
Όμως, όπως κάθε σύμβαση, είναι δυνατόν και η σύμβαση εργασίας να πάσχει από ακυρότητα για διάφορους λόγους (άρθρ. 180, 184 ΑΚ). Εφόσον η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής.
Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα και ο εργαζόμενος να παράσχει κατ’ αυτό στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας, που σημαίνει την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της σύμβασης εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης.
Πιο συγκεκριμένα, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 του Ν. 1082/1980, 1 § 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 § 1 & 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 § 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.02.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.
Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο.
Πλουτισμό, δηλαδή, του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.
Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ’ αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.
Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.
Η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας, ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα προς όφελός του εργασία.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977).
Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 & 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των §§ 7 & 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.04.2001 με το από 06.04.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο, διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 & 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977).
Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 § 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 § 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως:
«1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου» και
«15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου».
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 § 2 περ. κα' Ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 § 4 Ν. 2738/1999, «Το προσωπικό προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά», κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 § 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, «Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε.
και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.
Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο», ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 § 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: «Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.
ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο.
Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1-1-2007 έως 31-12-2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους». Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.
προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2006).
Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ενάγοντες (μεταξύ των οποίων και οι) αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν τυπικά από τον ΟΑΕΔ στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, όμως στην πραγματικότητα παρείχαν εξαρτημένη εργασία στο εναγόμενο ασφαλιστικό Ταμείο ΤΣΑΥ του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος ήταν αρχικά το ΕΤΑΑ και τώρα το αναιρεσίβλητο νπδδ ΕΦΚΑ (και με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης Ε-ΕΦΚΑ).
Ότι συνήψαν διαδοχικές συμβάσεις έργου, κάλυπταν όμως πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα 2005-2010. Ότι το εναγόμενο νπδδ έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στο διάστημα 13.03/15.08.2010. Ζήτησαν δε (μεταξύ άλλων) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει ως διαφορές αποδοχών και λόγω μη καταβολής των επιδομάτων εορτών και άδειας τα προσδιοριζόμενα στην αγωγή ανά κονδύλιο και συνολικά χρηματικά ποσά και επικουρικά, αν κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους πάσχουν ακυρότητας, να τους καταβάλει τα ποσά αυτά βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή κατά τα κύρια αιτήματα και κατ' έφεση του εναγομένου το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και την απέρριψε, δέχθηκε δε την επικουρική βάση αυτής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και ως ουσία βάσιμη εν μέρει και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά εντόκως.
Ειδικότερα, δέχθηκε επί λέξει τα εξής:
«| Στα πλαίσια προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (STAGE) οι ενάγοντες υπέγραψαν με τον φορέα υλοποίησης ΟΑΕΔ σχετικά συμφωνητικά. Διετέθησαν όμως στις υπηρεσίες του εναγομένου ΤΣΑΥ και μετά ΕΤΑΑ (νυν ΕΦΚΑ) αρχικά για 18 μήνες, ο δε χρόνος παρατάθηκε με 2 νέα διαδοχικά συμφωνητικά για 12 μήνες και 18 μήνες αντίστοιχα.
Εργαζόντουσαν στις διοικητικές υπηρεσίες παρέχοντας εργασία ως διοικητικοί υπάλληλοι ευρισκόμενοι κάτω από τον έλεγχο των ιεραρχικών προϊσταμένων τους, ακολουθούσαν το ίδιο ωράριο και παρείχαν ακριβώς την ίδια εργασία όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες λόγω της έλλειψης μόνιμου προσωπικού.
Ειδικότερα απασχολούντο με τη εξυπηρέτηση του κοινού, έκδοση και θεώρηση βιβλιαρίων ασθενείας και συνταγολογίων, αρχειοθέτηση και πρωτοκόλληση εγγράφων, παραλαβή δικαιολογητικών κ.λ.π. Όπως προαναφέρθηκε οι ενάγοντες τελούσαν ως προς το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας αφού δεν μπορούσαν να συνάψουν έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.
Το εναγόμενο δεν αμφισβητεί ειδικότερα τα χρονικά διαστήματα απασχόλησης των εναγόντων ούτε τον ειδικότερο προσδιορισμό των αγωγικών κονδυλίων. Πρέπει δε να λάβουν τα παρακάτω ποσά (βάσει των ΕΓΣΕΕ 2004, 2005, 2008, 2010, ως διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και άδειας) δεδομένου ότι δεν τους καταβλήθηκε κανένα ποσό για επιδόματα εορτών και αδείας και οι μεν ανήκοντες στη κατηγορία ΔΕ (απόφοιτοι λυκείου) ελάμβαναν 500 € μηνιαίως, οι δε ανήκοντες στη κατηγορία ΤΕ-ΠΕ (Τεχνολογικής και Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης) ελάμβαναν 600 € μηνιαίως.
Σημειώνεται ότι τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν το διάστημα 2005-2007 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 137 περ. Β εδ. 1, 2 Ν. 3655/2008 [...] Όλα δε τα παραπάνω ποσά τα οφείλει το εναγόμενο νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής καθόσον είναι τα ποσά που ωφελήθηκε αδικαιολόγητα και που θα δαπανούσε αν απασχολούσε εργαζόμενους με έγκυρη σύμβαση εργασίας και με τους ίδιους όρους και συνεπώς η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη εν μέρει ως προς την επικουρική βάση του άρθρου 904 επ.
ΑΚ. Η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ που επαναφέρει με λόγο έφεσης το εκκαλούν είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον η απλή αδράνεια δεν είναι στοιχείο που να καθιστά καταχρηστική την άσκηση των επίδικων αξιώσεων ούτε δε επικαλείται επαχθείς συνέπειες από την ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεων|».
[V] Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ., 904 επ. ΑΚ, 6 ν. 765/1943 σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 20 §§ 1 & 15 ν. 2639/1998 και 32 § 12 ν. 3232/2004, όπως τροποπ. και αντικ. με την § 1 του άρθρου 8 ν. 3552/2007, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, υπήγαγε σ’ αυτούς τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στην αγωγή τους και δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, με το να κρίνει ότι η σύμβαση των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (οιονεί καθολικό διάδοχο του εναγομένου) δεν είναι αυτή της γνήσιας σύμβασης μαθητείας, όπως την ονόμαζαν, αλλά, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, πρόκειται για άκυρη (απλή) σχέση εξαρτημένης εργασίας (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας) λόγω της αδυναμίας σύναψης μεταξύ των μερών έγκυρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει των Συνταγματικών περιορισμών (βλ.
και σελ. 16 προσβαλλόμενης)και στη συνέχεια με το να υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού στους αναιρεσίβλητους την αμοιβή που ο εργοδότης αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες.
Πλέον συγκεκριμένα δέχεται ανελέγκτως ως συγκροτούντα τη σχέση που συνέδεε τους αναιρεσίβλητους με το αναιρεσείον ότι παρείχαν εργασία, στις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, υπό τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους και ωράριο, όπως και οι λοιποί υπάλληλοί του, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, τα οποία καταφάσκουν, σε κάθε περίπτωση, σε σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν συνάδουν στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Τα περιστατικά δε αυτά που δέχεται ανελέγκτως, συνιστούν επαρκή αιτιολογία επί του κρίσιμου τούτου ζητήματος της ακυρότητας της συνδέουσας τους διαδίκους γνήσιας συμβάσεως μαθητείας και της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος σε αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, οι 2ος και 3ος κατά το υπό στοιχεία (α) σκέλος του λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά, τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς παράπονα, ως προς το ότι δεν υπήρξε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τους αναιρεσίβλητους, αλλά απλής μαθητείας, πλήττουν απαραδέκτως τις ανέλεγκτες κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 § 1) και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.
[VI] Με τον 1ο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι το Εφετείο δέχθηκε το επικουρικό αίτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να το επικαλεστούν στην αγωγή τους. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2), για την θεμελίωση της επικουρικής βάσης των αγωγικών αιτημάτων, στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, οι αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν επί λέξει, στο μεν ιστορικό (σελ. 87 της αγωγής):
«| Επειδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας μας πάσχουν ακυρότητας, όλως επικουρικά, τα αιτούμενα ποσά το εναγόμενο μας οφείλει βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας μας από την εργασία μας, κατά τα πιο πάνω ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε άλλο μισθωτό της ειδικότητάς μας, τον οποίον θα απασχολούσε, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με τις ίδιες συνθήκες απασχόλησης με εμάς και τα οποία απέφυγε τελικά να καταβάλει και η ωφέλεια σώζεται σε αυτό|», στο δε αιτητικό αυτής (σελ. 88) «|Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει για τους λόγους και όπως αναλυτικά ιστορούμε στην παρούσα μας, για διαφορά μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασιακή μας σχέση από το 2005 και μέχρι τη φερομένη ως λήξη της, στον καθένα από εμάς τα εξής ποσά: [...] με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλι κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της παρούσας|».
Επομένως, ρητά οι αναιρεσίβλητοι πρόβαλαν με την αγωγή τους τη θεμελίωση των αξιώσεών τους επικουρικά και στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στην περίπτωση που κριθούν οι συμβάσεις εργασίας τους ότι πάσχουν ακυρότητας και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
[VII] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν μία απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 44/1990, ΟλΑΠ 3/1997).
Εν προκειμένω, με τον 3β' λόγο αναίρεσης, εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται για, άνευ επαρκούς αιτιολογίας, απόρριψη της ενστάσεώς του εκ του άρθρου 281 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 § 2), η ένσταση του εναγομένου -αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων του δικαιώματός τους, απορρίφθηκε από το Εφετείο, «| ... ως αβάσιμη, καθόσον η απλή αδράνεια (των αναιρεσιβλήτων στην άσκηση του δικαιώματός τους) δεν είναι στοιχείο που να καθιστά καταχρηστική την άσκηση των επίδικων αξιώσεων, ούτε δε (το αναιρεσείον) επικαλείται επαχθείς συνέπειες από την ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεων|», δηλ. απορρίφθηκε απ’ αυτό ως νόμω αβάσιμη. Επομένως, εφόσον η ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ που υπέβαλε το αναιρεσείον απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και ο προβαλλόμενος λόγος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (έλλειψη αιτιολογίας), προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, που δεν έγινε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
[VIII] Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, δοθέντος ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί μειωμένη γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το ΝΣΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.10.2019 και με αριθ. κατάθεσης 10101/971/25-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 125/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ