Legislator Case Law & Legislation
1478/2019 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision and retains case for substantive review due to procedural error.

Case Number 1478/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Collegiate Court of Patras decision regarding the appellants and retained the case for further discussion. The appellants argued that the lower court failed to consider specific grounds for appeal, while the respondent company contested this procedural flaw. The court ruled that the error was evident within the appealed judgment itself, necessitating a full retrial by the Supreme Court rather than remittal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 270, 524(1), 524(2), 528 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must retain a case for substantive discussion when annulling a decision based on a procedural error evident in the judgment, rather than remitting it to a different court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure annulment of judgment retention for discussion procedural error substantive review remittal to court appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 270, 524(1), 524(2), and 528 of the Code of Civil Procedure
Articles 28, 44(1), and 44(2) of Law 3994/2011
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1478 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1478/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. του Δ., και 2) Μ. Τ. του Μ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λεκέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο ... ΑΕ, που εδρεύει στην πόλη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Βγενόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 316/2012 μη οριστική και 256/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 740/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η από 11-9-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 256/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Δ. Σ., αναίρεσε την 256/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς τους αναιρεσείοντες 1) Δ. Τ. και 2) Μ. Τ. και παρέπεμψε την υπόθεση ως προς αυτούς προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 254/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 28, 44 παρ 1 και 44 παρ, 2 του v. 3994/2011, αντιστοίχως, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά.

Στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Η κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ισχύει όχι μόνον για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικο του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, (γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται), ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 280/2012, ΑΠ 93/2013).

Εκ τούτων παρέπεται ότι όταν ασκείται έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, μετά την έναρξη της ισχύος του ν.2915/2001 ήτοι από 1.1.2002 και εντεύθεν, ουδέποτε δύναται να παραλειφθεί η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή είναι κατά τα παραπάνω υποχρεωτική, και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν ισχύει ως εκ τούτου η ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γι' αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ 3 ΚΠολΔ και η απόρριψη συντελείται κατ' ουσία, ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσίβλητου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ2150/2014, 1858/2014, ΑΠ 11/2016).

Εξάλλου, η απαγόρευση παράστασης με δήλωση αφορά και τους δύο διαδίκους, δηλαδή και αυτόν που παραστάθηκε κανονικά στον πρώτο βαθμό (ΑΠ 652/2011, ΑΠ476/2017). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.2 ΚΠολΔ, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρείται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, ακόμη κι αν η αναίρεση δεν απευθύνεται εναντίον τους.

Περαιτέρω με την αναίρεση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η διαδικασία πριν την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Ως προτάσεις νοούνται αυτές που κατατίθενται μετά την αναιρετική απόφαση και όχι αυτές επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, αφού αυτές, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ, ακυρώνονται και συνεπώς δεν λαμβάνονται υπόψη, ακόμη κι αν έγινε νόμιμη επίκλησή τους (ΑΠ 672/1988, ΑΠ337/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους κατά δε τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. α του ίδιου άρθρου αναίρεση επίσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ.53/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος -πρώτου των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών, αλλά η διαδικασία προχώρησε σαν να ήταν και αυτός παρών, έγινε εν μέρει δεκτή η από 19.11.2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των σαράντα χιλιάδων τριακοσίων τριών ευρώ και δέκα λεπτών (40.303,10), το δεύτερο εναγόμενο το ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών (21.679,40) και τον τρίτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) το ποσό των ένδεκα χιλιάδων εκατό ευρώ (11.100), όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα επιδόσεως της αγωγής.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο πρώτος αναιρεσείων άσκησε την από 17.12.2009 έφεσή του, όπως και οι λοιποί εναγόμενοι, η συζήτηση των οποίων, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ορίστηκε για τη δικάσιμο της 16.2.2012. Επί των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 316/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία, α) έκανε τυπικά δεκτή την έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, επέτρεψε στους παραστάντες δικηγόρους της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης την προσωρινή συμμετοχή τους στη δίκη, γ) διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης και έταξε προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων ως προς την ύπαρξη της πληρεξουσιότητας των δικηγόρων της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και δ) ανέβαλε τη συζήτηση της συναφούς από 17.12.2009 εφέσεως των λοιπών εναγομένων και ήδη εκκαλούντων και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος.

Με την από 07.09.2012 κλήση της καλούσας - εφεσίβλητης (και ήδη αναιρεσίβλητης) επαναφέρθηκε προς συζήτηση η υπόθεση και μετά ταύτα εκδόθηκε, μετά συνεκδίκαση των ως άνω εφέσεων, η υπ' αριθ.256/2014 οριστική απόφαση, του Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη και δίκασε την ένδικη αγωγή στην ουσία της, την έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη.

Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλαν όλοι οι εκκαλούντες με την από 11.09.2014 αίτηση αναίρεσης, κατά τη συζήτηση της οποίας ο αναιρεσείων Δ. Σ. του Α. παραιτήθηκε του δικογράφου της και συνεπώς ως προς αυτόν η αίτηση αναιρέσεως θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς των αναιρεσειόντων, κατ' αποδοχή της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 740/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς τους ανωτέρω, δεχθείσα ειδικότερα ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ και παρέπεμψε την υπόθεση, κατ' άρθρο 580 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Ειδικότερα δέχθηκε "... Όμως οι αναιρεσείοντες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, αφού έλαβαν γνώση του περιεχομένου του ως άνω 716/5.9.2012 πρακτικού της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης... το αντέκρουσαν ισχυρισθέντες... Τον ισχυρισμό αυτό που ασκούσε ουσιώδη επίδραση της δίκης, καθόσον συνάπτεται με την παραδεκτή άσκηση της αγωγής και την ύπαρξη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο των δικηγόρων που εκπροσώπησαν την αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο...

Πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως, ενόψει του εύρους του αναιρετικού αποτελέσματος του προκείμενου λόγου...". 'Ηδη με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη τις προτάσεις της εφεσίβλητης ενάγουσας και τους με αυτές προταθέντες ισχυρισμούς και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μολονότι αυτή παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ.2ΚΠολΔ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Πατρών, δικάζοντος μετ' αναίρεση, οι μεν εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, η δε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε κανονική την παράσταση της αναιρεσίβλητης, παρά το γεγονός ότι η συζήτηση ήταν προφορική, εφόσον επρόκειτο περί εφέσεως κατά αποφάσεως που είχε εκδοθεί ερήμην του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, οπότε σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, επιβαλλόταν η παράσταση των διαδίκων στο ακροατήριο μετά ή διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, και συνακόλουθα εσφαλμένα έλαβε υπόψη τις προτάσεις της και τους σε αυτές περιεχόμενους ισχυρισμούς καθώς και τα με αυτές επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα.

Επομένως, αφού με την υπ' αριθ. 740/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου εξαφανίζεται λόγω του εύρους του διατακτικού της και της διάταξης του άρθρου 553 παρ.2 ΚΠολΔ η υπ'αριθ.256/2014 οριστική καθώς και η 316/2012 μη οριστική απόφαση και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση προ της εκδόσεως των ανωτέρω αποφάσεων, προκύπτει ότι κατά τη δικάσιμο της 19.1.2017, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ήταν υποχρεωτική για όλους τους διαδίκους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δίκασε παρά το νόμο αντιμωλία την αναιρεσείουσα, διότι η τελευταία, ενόψει της ερημοδικίας του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όφειλε, για να θεωρηθεί προσηκόντως παριστάμενη στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι να παραστεί με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και έλαβε υπόψη τις προτάσεις της και τους με αυτές επικληθέντες ισχυρισμούς και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν έπρεπε να τα λάβει υπόψη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 11περ.β,8περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι παραδεκτός, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔ) και βάσιμος. Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού λόγου αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016 Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση (ΑΠ1387/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.254/2017 απόφαση του Εφετείου Πατρών εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 740/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ.254/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ