Supreme Court dismisses appeals against a court awarding damages for physical and moral injury.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed against a First Instance Court judgment awarding €60,000 in damages for physical and moral injury. The appellants argued that the amount exceeded the limits of judicial discretion and violated the principle of proportionality. The Court rejected these claims, ruling that the awarded sum was consistent with common practice and judicial precedent for similar cases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 183, 189 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a court's determination of monetary compensation for moral and physical injury does not violate the principle of proportionality or exceed the limits of judicial discretion if it aligns with common practice and established judicial criteria.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1478 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1478/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Βγόντζα και Άννα - Όλγα Μήτσου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Α. , κατοίκου ... , οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλφαντάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Α. , κατοίκου Λος Άντζελες Η.Π.Α., οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλφαντάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Βγόντζα και Άννα - Όλγα Μήτσου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Κ. του Κ. , 3) Π. Τ. του Γ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Βούλγαρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαγεωργάκη και κατέθεσε προτάσεις, 5) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... " (πρώην "... ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κουτσογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2003 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, την από 19/8/2004 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της υπό στοιχείο Β τέταρτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8/9/2004 πρόσθετη παρέμβαση της υπό στοιχείο Β πέμπτης ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1955/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5432/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 1/6/2016 αίτησή του και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 1/6/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεώς τους και την απόρριψη της αιτήσεως των αντιδίκων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού είναι εκκρεμείς οι από 1-6-2016 και 15-9-2016 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η 5432/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί των:
α) από 15-9-2014 έφεσης των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων της από 15-9-2016 αίτησης αναίρεσης, β) από 24-9-2014 έφεσης του αναιρεσείοντος και ενάγοντος Κ. Α. , γ) από 22-9-2014 έφεσης της τέταρτης αναιρεσίβλητης της από 15-9-2016 αίτησης αναίρεσης και δ) από 25-9-2014 έφεσης του αναιρεσείοντος Α. Μ. , καθώς και οι από 27-8-2015 πρόσθετοι λόγοι έφεσης του τελευταίου κατά της 1955/201 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές η από 24-11-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος Κ.
Α. και η από 19-8-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της τέταρτης αναιρεσίβλητης της από 15-9-2016 αίτησης αναίρεσης. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτό, αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η καθιερώνουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντάς την ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή.
Αποτελεί δε η αρχή της αναλογικότητας την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο και όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται οι σχετικές κρίσεις, ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1843/2017, ΑΠ 1587/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Σημειώνεται εδώ ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων, που είναι έμπορος, γεννήθηκε στις 11-3-1976 και το έτος 2000 ασχολείτο επαγγελματικά με το άθλημα της χειροσφαίρισης (handball), αγωνιζόμενος ως αθλητής του αθλητικού σωματείου "... " στην Α1 εθνική κατηγορία.
Περί το τέλος του έτους 1999 αισθάνθηκε πόνο και ενοχλήσεις στον αριστερό προσαγωγό και στους αριστερούς κοιλιακούς μύες. Συμβουλευόμενος τον φυσικοθεραπευτή του ως άνω σωματείου Δ. Β. , ακολούθησε υπό την επίβλεψή του τρίμηνο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας, χωρίς να απουσιάζει από τους αγώνες της ομάδας του.
Επειδή όμως η συχνότητα και η ένταση των ενοχλήσεων αυξανόταν διαρκώς, κατόπιν προτροπής του ίδιου φυσικοθεραπευτή, αποφάσισε να απευθυνθεί στον πρώτο εναγόμενο, χειρούργο-ορθοπεδικό, αναπληρωτή καθηγητή ορθοπεδικής της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντή της Γ' Ορθοπεδικής Κλινικής του ιδιωτικού θεραπευτηρίου "... ", που εκμεταλλεύεται η τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία σε εγκαταστάσεις της στο ... .
Κατά τη συνάντηση των εν λόγω διαδίκων ο πρώτος εναγόμενος εξέτασε τον ενάγοντα, διέγνωσε ότι είχε τραυματιστεί κατά τη διάρκεια των αθλητικών του δραστηριοτήτων στην περιοχή των αριστερών κοιλιακών μυών και του συνέστησε να συνεχίσει τη φυσικοθεραπεία που ακολουθούσε, προκειμένου να αποφύγει τη χειρουργική επέμβαση.
Ο ενάγων ακολούθησε τις οδηγίες αυτές, χωρίς όμως να αισθανθεί βελτίωση αν και είχαν παρέλθει τρεις ακόμη μήνες, με συνέπεια να επισκεφθεί εκ νέου τον πρώτο εναγόμενο στο ιατρείο του, συνοδευόμενος από τον Κ. Μ. , γενικό αρχηγό της ως άνω ομάδας χειροσφαίρισης. Ο πρώτος εναγόμενος, αφού εξέτασε τον ενάγοντα, διέγνωσε ότι αυτός αντιμετώπιζε πλέον σοβαρό πρόβλημα, καθώς είχε υποστεί τραυματισμό των μυών της κοιλιακής χώρας, ο οποίος έπρεπε να αντιμετωπιστεί χειρουργικά.
Συγκεκριμένα του συνέστησε ότι για την πλήρη αποκατάσταση του προβλήματος έπρεπε να διενεργηθεί χειρουργική-πλαστική επέμβαση στους κοιλιακούς-προσαγωγούς μύες, όχι μόνον στην αριστερή πλευρά, όπου είχε επέλθει ο τραυματισμός, αλλά και στη δεξιά πλευρά της κοιλίας, για την αποφυγή μελλοντικών επιπλοκών επί της εγχειρισθείσας δεξιάς πλευράς.
Ο ενάγων συμφώνησε στη διενέργεια πλαστικής χειρουργικής επέμβασης και στις δύο πλευρές των κοιλιακών προσαγωγών μυών και επειδή τα έξοδα της επέμβασης θα τα κάλυπτε το ως άνω αθλητικό σωματείο, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων για οικονομικούς λόγους, που σχετίζονταν με την καταβολή μειωμένης αμοιβής του πρώτου εναγομένου που θα διενεργούσε την επέμβαση στο θεραπευτήριο ... , να αναγραφεί στο πρακτικό και σε οποιοδήποτε άλλο σχετικό με την χειρουργική επέμβαση έγγραφο ως διεξαχθείσα επέμβαση η εγχείρηση βουβωνοκήλης και πλαστικής κοιλιακών μυών μόνο στη δεξιά πλευρά του σώματος.
Στις 6-9-2000 ο ενάγων εισήχθη στο θεραπευτήριο ... και, μετά από τις απαραίτητες προετοιμασίες, υποβλήθηκε στην προγραμματισμένη παραπάνω εγχείριση και στις δύο πλευρές των κοιλιακών προσαγωγών μυών, ενώ κατ' εφαρμογή της ως άνω συμφωνίας τους, ανεγράφη στο μεν πρακτικό του χειρουργείου διεξαχθείσα εγχείρηση "βουβωνοκήλη δεξιά", στο δε εξιτήριο ως αιτία εισαγωγής "βουβωνοκήλη δεξιά", και ως θεραπευτική αγωγή που εφαρμόστηκε "πλαστική βουβωνοκήλης δεξιά".
Για τον ίδιο επίσης λόγο στο ιατρικό έγγραφο του ως άνω θεραπευτηρίου με τίτλο ''αναφορά ενεργειών νοσηλείας" ως αιτία εισαγωγής αναφέρεται "βουβωνοκήλη (πλαστική)". Η αμφοτερόπλευρη χειρουργική επέμβαση στην οποία ο ενάγων είχε υποβληθεί διεγνώσθη επακριβώς κατά την εξέτασή του στις 30-7-2004 από τον ιατροδικαστή Π.
Γ. , επίτιμο προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, ο οποίος διαπίστωσε ότι ο ενάγων έφερε: α) μετεγχειρητική ουλή λευκάζουσα, μήκους 12 cm, κατά τη δεξιά βουβωνική χώρα, λοξώς καθέτως φερόμενη από αριστερά και άνω προς τα δεξιά και κάτω και β) μετεγχειρητική ουλή, μήκους 11 cm, λευκάζουσα επί της αριστερής βουβωνικής χώρας, λοξώς φερόμενη από αριστερά και άνω προς τα δεξιά κάτω.
Όμως η εν λόγω κήλη δεν είναι διάφορη της βουβωνοκήλης, αλλά αποτελεί ειδική περίπτωση της τελευταίας, από την οποία διαφέρει καθώς δεν υπάρχει εμφανής κήλη, αλλά εξασθένιση των κοιλιακών τοιχωμάτων του βουβωνικού πόρου, γεγονός που δεν αρνείται και ο ίδιος ο εναγόμενος. Ειδικότερα το σύνδρομο των κοιλιακών προσαγωγών σε αθλητές αποκαλείται και ως "κήλη" του αθλητή, χωρίς όμως να είναι πραγματική κήλη, καθώς πρόκειται για μία σύνθετη μυοτενόντιο βλάβη στην περιοχή της ηβικής σύμφυσης.
Σ' αυτήν καταλήγουν ο ορθός κοιλιακός μυς που ενώνεται με τον εγκάρσιο και σχηματίζουν συνδυασμένο τένοντα. Από την ηβική σύμφυση ξεκινά και εξασκεί αντίθετες δυνάμεις ο μακρύς προσαγωγός μυς. Το σύνδρομο αυτό, το οποίο εμφανίζεται συχνά αθλητές αθλημάτων που απαιτούν επαναλαμβανόμενες στροφές, απότομες αλλαγές κατεύθυνσης και εναλλαγές ταχύτητας (όπως οι αθλητές του handball) εκδηλώνεται με πόνο χαμηλά προς την ηβική σύμφυση ή κατά μήκος του βουβωνικού πόρου, ενός καναλιού δηλαδή περίπου 4 εκ., που στους άντρες μέσα του περνά ο σπερματικός τόνος.
Ο σπερματικός τόνος έχει μήκος 15 εκ. και εκτείνεται από τον άνω πόλο του όρχεως μέχρι το κοιλιακό στόμιο του βουβωνικού πόρου, όπου τα διάφορα μόρια, τα οποία αποτελούν τον τόνο, αποχωρίζονται το ένα από το άλλο και πορεύονται σε διαφορετική κατεύθυνση. Ο σπερματικός πόρος αρχίζει από τον κάτω πόλο του όρχεως, ως συνέχεια της ουράς της επιδιδυμίδας και φθάνει μέχρι τη βάση του προστάτη όπου αναστομώνεται με τη σπερματοδόχο κύστη σχηματίζοντας τον εκσπερματικό πόρο.
Έχει μήκος 40-45 εκ. και στην αρχή πορεύεται ελικοειδώς κατά μήκος του οπίσθιου χείλους του όρχεως και επί τα εντός της επιδιδυμίδας (ορχική μοίρα) και ύστερα φέρεται προς τα επάνω μέχρι το υποδερμάτιο στόμιο του βουβωνικού πόρου (τονική μοίρα). Η μοίρα αυτή πορεύεται στο πίσω μέρος του σπερματικού τόνου, όπου μπορεί να ψηλαφηθεί.
Στην πορεία του στον βουβωνικό πόρο τον συνοδεύουν η έσω και έξω σπερματική αρτηρία, η αρτηρία του πόρου, το φλεβικό δίκτυο που θα σχηματίσει τις σπερματικές φλέβες, λεμφαγγεία, νεύρα και ίνες του κρεμαστήρα μυ. Όλα τα παραπάνω περικλείονται σε λεπτό στρώμα περιτονίας και συναποτελούν τον ως άνω σπερματικό τόνο.
Στη συνέχεια ο σπερματικός πόρος περνά το βουβωνικό πόρο και φθάνει στο κοιλιακό του στόμιο (βουβωνική μοίρα), όπου αποχωρίζεται από το σπερματικό τόνο και περνά στην κοιλιακή κοιλότητα. Στο σημείο αυτό, αφού χιαστεί με τα κάτω επιγάστρια και τα έξω λαγόνια αγγεία, πορεύεται στο πλάγιο πυελικό τοίχωμα, χιάζεται στη συνέχεια με τον ουρητήρα και πορεύεται πίσω από την ουροδόχο κύστη και επί τα εντός της σπερματοδόχου κύστης μέχρι τη βάση του προστάτη.
Ο σπερματικός πόρος έχει λεπτό και παχύ τοίχωμα που αποτελείται από βλεννογόνο, υποβλεννογόνο και ισχυρό μυϊκό χιτώνα. Η ανωτέρω λοιπόν κήλη των αθλητών περιλαμβάνεται στις ανωμαλίες του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού σωλήνα, με αποτέλεσμα μια κρυφή ή λοξή βουβωνοκήλη. Εξαιτίας του γεγονότος ότι μόνο το οπίσθιο τοίχωμα παραβιάζεται, δεν παρουσιάζεται κλινικά ανιχνεύσιμη κήλη κατά τη φυσική εξέταση.
Αν και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την κήλη των αθλητών από άλλα αίτια του βουβωνικού άλγους, στην περίπτωση της κήλης ο πόνος εντοπίζεται συνήθως προς τα έξω και άνω. Η κήλη αυτή χαρακτηρίζεται από ξαφνική έναρξη άλγους βαθιά στη βουβωνική χώρα που σταδιακά επιδεινώνεται, η δε επέκταση του άλγους στους όρχεις ανευρίσκεται σε ποσοστό 30% των ασθενών.
Μετά την πρώτη εβδομάδα της χειρουργικής αποκατάστασης ο αθλητής περπατά σε διάδρομο 20 λεπτά και στέκει άνετα όρθιος, με ήπιες διατάσεις. Σταδιακά αρχίζει να περπατά, αρχίζοντας ελαφρύ τρέξιμο και εκτελώντας ήπιες ασκήσεις κοιλιακών με λυγισμένα γόνατα και ασκήσεις προσαγωγών. Την τρίτη εβδομάδα αυξάνεται η ένταση στο τρέξιμο και στις ασκήσεις και προστίθεται ελεύθερο κολύμπι και ποδήλατο.
Την τέταρτη εβδομάδα όλα γίνονται σε πλήρη ένταση και, εφόσον όλα εξελίσσονται ομαλά, ο αθλητής επιστρέφει στις αγωνιστικές του δραστηριότητες. Εξάλλου ως βουβωνοκήλη ονομάζεται η διόγκωση (μόρφωμα) που εμφανίζεται στο κάτω δεξιό ή αριστερό πλάγιο τμήμα της κοιλίας και συγκεκριμένα στην περιοχή της βουβωνικής χώρας, το δε περιεχόμενό της είναι συνήθως τμήμα εντέρου και περιτοναϊκού (ενδοκοιλιακού) λίπους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να περιέχει και τμήμα της ουροδόχου κύστης.
Τα προς τα έξω προβάλλοντα ενδοκοιλιακά σπλάχνα καθορίζονται κυρίως από τη θέση και τη μορφή της κήλης. Στον άνδρα βουβωνοκήλη ακολουθεί τη διαδρομή καθόδου του όρχεως, από την ενδοκοιλιακή του θέση προς το όσχεο και εμφανίζεται είτε σε μια αδυναμία της εγκάρσιας περιτονίας του βουβωνικού τοιχώματος (ευθεία βουβωνοκήλη) είτε στη διαδρομή προς τον όρχι (λοξή κήλη), η δε τελευταία μπορεί να επεκταθεί σταδιακά προς το όσχεο και να το καταλάβει ολοκληρωτικά, οπότε καλείται οσχεοκήλη.
Η λοξή κήλη στην αρχική της μορφή δεν συνοδεύεται από προβολή προς τα έξω ενδοκοιλιακού σπλάχνου και είναι κρυφή, συνοδευόμενη όμως από πόνο και καυσαλγία, ενώ αργότερα στο σημείο αυτό εμφανίζεται ένας "μαλακός όγκος", ο οποίος μεταβάλλεται με την κίνηση, την κατάκλιση, το βήχα ή ενίοτε επανεισάγεται στο σώμα (ανατάσσεται).
Συνήθη συμπτώματα της βουβωνοκήλης είναι η εμφάνιση διόγκωσης, μόνιμης ή διαλείπουσας, στο αντίστοιχο τμήμα της κοιλιακής χώρας, ανάλογα με το στάδιο εξέλιξης αυτής, ο ήπιος πόνος στην περιοχή και η αύξηση της έντασης αυτού με την κίνηση ή το βήχα, ενώ η ερυθρότητα του δέρματος της περιοχής σε συνδυασμό με έντονο αιφνίδιο πόνο αποτελεί ένδειξη περίσφυξης της κήλης.
Η κήλη αυτή θεραπεύεται χειρουργικά (με ανοικτή μέθοδο ή λαπαροσκοπικά). Συνήθως η κρυφή-λοξή βουβωνοκήλη διαφέρει από την περιγραφείσα ευθεία μορφή βουβωνοκήλης, καθώς αυτή είναι δυνατό να προκληθεί ως συνέπεια της ανωτέρω αθλητικής κήλης και στο αρχικό της στάδιο δεν φέρει εξωτερικά γνωρίσματα. Με βάση λοιπόν τα προαναφερθέντα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έφερε εξωτερικό μόρφωμα στο κάτω δεξιό ή αριστερό πλάγιο τμήμα της κοιλίας του, γεγονός που δεν επικαλείται άλλωστε, παρά μόνον υπέφερε από έντονους και συνεχείς πόνους.
Κατά συνέπεια, με βάση το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, ο ενάγων εισήχθη στις 6-9-2000 στο ως άνω θεραπευτήριο προκειμένου να χειρουργηθεί προς αντιμετώπιση, αποκατάσταση και θεραπεία του συνδρόμου των κοιλιακών-προσαγωγών μυών (αθλητικής κήλης) και όχι βουβωνοκήλης και γι' αυτό το λόγο ο αναισθησιολόγος Π.
στο διάγραμμα αναισθησίας που συνέταξε την ημέρα της επέμβασης ανέγραψε ως είδος εγχείρισης "πλαστική κοιλιακών μυών". Ειδικότερα ο ενάγων εισήχθη περί ώρα 08:30 π.μ της 6ης Σεπτεμβρίου 2000 στο θεραπευτήριο ... , συνοδευόμενος από τους γονείς του και τον αδελφό του Σ. και περί ώρα 11:30 διενεργήθηκε η χειρουργική επέμβαση από τον πρώτο εναγόμενο, η οποία διήρκεσε περίπου τρεις ώρες και όχι 30 λεπτά (από 11:30 έως 12:00) όπως ανακριβώς ανεγράφη στο πρακτικό του χειρουργείου.
Κατά τη χειρουργική αυτή επέμβαση, ως βοηθοί χειρουργοί, συνέδραμαν τον πρώτο εναγόμενο οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων. Μετά το πέρας της ανάνηψης ο ενάγων άρχισε να παραπονείται για ισχυρούς πόνους στο δεξί του όρχι, στον οποίο παρουσίασε έντονο οίδημα και για το λόγο αυτό, όπως προκύπτει από την αναφορά ενεργειών νοσηλείας του ως άνω θεραπευτηρίου, κρίθηκε αναγκαία η τοποθέτηση ενός μαξιλαριού κάτω από τα γόνατα και ενός μικρότερου μαξιλαριού κάτω από τους όρχεις.
Ο πρώτος εναγόμενος ωστόσο δεν επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο θάλαμο νοσηλείας του την ίδια ημέρα της επέμβασης, προκειμένου να διαπιστώσει την κλινική κατάσταση της υγείας του, αλλά ένας άλλος (προφανώς ο εφημερεύων) ιατρός, ο οποίος επέμενε να ουρήσει ο ενάγων, ώστε να μην του τοποθετηθεί καθετήρας, την ίδια ημέρα, δηλαδή λίγες ώρες μετά την επέμβαση, η θερμοκρασία του κυμάνθηκε από 36,6 έως 38 βαθμούς.
Την επόμενη ημέρα (17-9-2000) ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα, προκειμένου να αλλαχθούν οι γάζες στις δύο ως άνω χειρουργηθείσες πλευρές της κοιλιακής χώρας. Στα παράπονα του ενάγοντος για τους συνεχιζόμενους πόνους και το εμφανισθέν ως άνω οίδημα, ο α' εναγόμενος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι τα συμπτώματα αυτά δεν ήταν ανησυχητικά, αλλά εντάσσονταν στη φυσιολογική μετεγχειρητική εξέλιξη (για την πιθανότητα των οποίων όμως ουδόλως προκύπτει ότι τον είχε ενημερώσει πριν την επέμβαση) και ότι με την πάροδο του χρόνου θα υποχωρούσαν τόσο οι πόνοι όσο και το οίδημα.
Στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος αφαίρεσε τους επιδέσμους στο σημείο των τομών, ήλεγξε τα ράμματα στις δύο πλευρές της κοιλιακής χώρας, ζήτησε από τις νοσηλεύτριες να επανατοποθετήσουν τους επιδέσμους και συνέστησε στον ενάγοντα να συναντηθούν μετά από δέκα περίπου ημέρες ώστε να του αφαιρεθούν τα ράμματα.
Όμως και η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, αμέσως μετά τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης, ήταν προοδευτικά επιδεινούμενη, χωρίς να υπάρχουν επαρκείς και σαφείς ενδείξεις ομαλής μετεγχειρητικής πορείας. Στις 16:00 της 6ης-9-2000 παρουσίασε εφίδρωση και ζάλη, ενώ τόσο το βράδυ της ίδιας ημέρας όσο και.
τα επόμενα βράδια ο ενάγων συνέχισε να πονά, με αποτέλεσμα να κοιμάται με τα πόδια ανοιχτά και κατά τη βάδιση να υποβαστάζεται από τον πατέρα και τον αδελφό του. Στις 7-9-2000 ο πυρετός του ενάγοντος υποχώρησε στους 37,4 βαθμούς, οπότε και εξήλθε του ως άνω θεραπευτηρίου, καθώς εκτιμήθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν εμπνέει καμία ανησυχία.
Όμως, παρά ταύτα, οι πόνοι και το οίδημα δεν υποχωρούσαν και συνέχισε αμέσως μετά να νοσηλεύεται κατ' οίκον. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αυτής, συγκεκριμένα δε στις 8-9-2000, ο ενάγων εμφάνισε και πάλι υψηλό πυρετό περίπου 40 βαθμών. Η μητέρα του ανήσυχη τηλεφώνησε στον πρώτο εναγόμενο για τις απαραίτητες ιατρικές συμβουλές και εκείνος της συνέστησε να του χορηγηθεί αντιβιοτική αγωγή.
Η αγωγή αυτή είχε ως μόνο αποτέλεσμα να υποχωρήσει ο πυρετός, χωρίς όμως περαιτέρω αποτέλεσμα, καθόσον ο ενάγων εξακολούθησε να πονά και περπατούσε με τα πόδια ανοικτά και με τη συνδρομή των ως άνω οικείων του. Τα περιστατικά αυτά αποδεικνύονται όχι μόνο από τις σαφείς καταθέσεις (περιεχόμενες στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις) της μητέρας και του αδελφού του ενάγοντος, αλλά και απ' αυτές των φίλων του Δ.
Σ. και Κ.-Γ. Χ. , οι οποίοι τον επισκέπτονταν κατά το μετεγχειρητικό διάστημα στην οικία του. Στη συνέχεια η μητέρα του ενάγοντος προσπάθησε να επικοινωνήσει και πάλι με τον πρώτο εναγόμενο για να του εκθέσει την παραπάνω κατάσταση της υγείας του γιού της, χωρίς όμως αποτέλεσμα λόγω απουσίας του εναγομένου στο εξωτερικό.
Τελικά, μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την επέμβαση, ο ενάγων συναντήθηκε με τον πρώτο εναγόμενο στο ... για την κοπή των ραμμάτων και για τη διενέργεια του τακτικού κλινικού μετεγχειρητικού επανελέγχου. Τότε ο ενάγων ανέφερε στον α' εναγόμενο την ως άνω περιγραφείσα κατάσταση της υγείας του και του τόνισε ότι αν και οι πόνοι στην κοιλιακή χώρα είχαν υποχωρήσει, συνεχίζει να πονά στην περιοχή του όσχεως και ότι ο δεξιός του όρχις έφερε μέγεθος και διαστάσεις σχεδόν διπλάσιες απ' αυτές του αριστερού, ενώ δεν τον αισθανόταν.
Ο πρώτος εναγόμενος όμως, αφού προέβη σε επανέλεγχο της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, τον καθησύχασε και πάλι, λέγοντάς του ότι θα υποχωρήσουν σταδιακά οι πόνοι και το οίδημα στον όρχι και ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν αυτά τα συμπτώματα μετά από τέτοιου είδους χειρουργική επέμβαση. Με την πάροδο του χρόνου υποχωρούσε σταδιακά το οίδημα του δεξιού όρχεως, γεγονός που καθησύχασε τον ενάγοντα, ο οποίος λαμβάνοντας υπόψη τις σαφείς διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου, ανέμενε ότι η κατάσταση της υγείας του θα επανέλθει στα προ της επέμβασης φυσιολογικά επίπεδα.
Ωστόσο, αν και το οίδημα του δεξιού όρχεως του ενάγοντος υποχώρησε, ο όρχις αυτός άρχισε να λαμβάνει μέγεθος και διαστάσεις μικρότερα του φυσιολογικού, με αποτέλεσμα τελικά να καταστεί ατροφικός. Αποδείχθηκε ειδικότερα ότι ο ενάγων, μετά την πάροδο δύο ετών από τη διενέργεια της ως άνω χειρουργικής επέμβασης, είχε υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία στο εν λόγω γεννητικό όργανο του σώματός του, αφού ο δεξιός του όρχις ήταν λίαν ατροφικός, η παραγωγή σπερματοζωαρίων μηδενική και τεστοστερόνης μειωμένη σε μέγιστο βαθμό, συνεπεία της ως άνω μεγάλης ατροφίας.
Η μόνιμη παραπάνω σωματική βλάβη του ενάγοντος αποδεικνύεται από την ως άνω δικαστική πραγματογνωμοσύνη του ουρολόγου-χειρουργού Δ. Δ. , αλλά και τις λοιπές ιατρικές γνωμοδοτήσεις. Συγκεκριμένα στην από 1-7-2007 εξέταση του ενάγοντος από τον ανωτέρω ιατρό προέκυψε ότι ο δεξιός όρχις του ενάγοντος ήταν λίαν ατροφικός και μαλθακός στη σύσταση, αλλά και επώδυνος κατά την ψηλάφηση, σύμφωνα με τις διαγνώσεις των ιατροδικαστών Π.
Γ. , Φ. Κ. και Δ. Μ. . Όπως δε αποδεικνύεται από το 15-9-2008 σπερμοδιάγραμμα του ενάγοντος που έγινε στο Τμήμα Εξωσωματικής Γονιμοποίησης της Β' Μαιευτικής Κλινικής του … Νοσοκομείου …, εντός της πρώτης ώρας από τη λήψη του δείγματος, χρόνος που είναι και καταλληλότερος ως προς τη διάγνωση της κινητικότητας των σπερματοζωαρίων, διεγνώσθη ότι το 53% των σπερματοζωαρίων ήταν ακίνητα εκ των δε υπολοίπων κινητών μόνο το 6% εμφάνιζε ταχεία προωθητική κίνηση, ενώ ποσοστό 38% παρουσίαζε βραδεία προωθητική κίνηση και 3% νωθρή επιτόπια κίνηση.
Επίσης η συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων ήταν μικρή, ήτοι 18 xl06ml αν και η φυσιολογική τιμή είναι μεγαλύτερη των 20 xl06ml, ενώ ο συνολικός αριθμός σπερματοζωαρίων ήταν 28,8χ106, με φυσιολογική τιμή μεγαλύτερη των 40χ106. Από την εξέταση αυτή διεγνώσθη ότι ο ενάγων πάσχει από ήπια ολιγοασθενοζωοσπερμία (ελαφρώς μειωμένη συγκέντρωση σπερματοζωαρίων και ασθενής κινητικότητα από την 1η ώρα των παρατηρήσεων με εντονότερη εξασθένηση μετά την 3η ώρα, καθώς στις 24 ώρες η κινητικότητα μειώθηκε σημαντικά και παρατηρήθηκαν μόνο ελάχιστα σπερματοζωάρια με επιτόπια κίνηση).
Η ως άνω γνωμάτευση όχι μόνο δεν αναιρεί την, αδυναμία ύπαρξης σπερματοζωαρίων στο δεξιό όρχι του ενάγοντος, αλλ' αντίθετα την επιβεβαιώνει, καθώς αν ο δεξιός όρχις παρήγαγε σπερματοζωάρια, δεν θα ήταν μικρός ο όγκος του ανωτέρω οιδήματος, ούτε ο αριθμός των σπαρματοζωαρίων θα ήταν σχεδόν ο μισός της ανωτέρω φυσιολογικής τιμής.
Εφόσον κατά κανόνα και οι δύο όρχεις παράγουν τον ίδιο τύπο σπέρματος, όπως αποδέχεται και ο τεχνικός σύμβουλος του α' εναγομένου Π. Κ. , τότε θα έπρεπε ο συνολικός αριθμός σπερματοζωαρίων να εμφανίζει τιμή μεγαλύτερη των 40χ ΙΟ6, αδυνατώντας ο ίδιος να εξηγήσει στην από 17-2-2008 γνωμάτευσή του την ως άνω μικρή τιμή γέννησης σπερματοζωαρίων.
Το δε γεγονός ότι η παραπάνω εξέταση διενεργήθηκε μετά από δέκα ημέρες σεξουαλικής αποχής και όχι μεταξύ δύο έως πέντε ημερών, όπως συνιστούν οι ιατροί, επηρεάζει μόνο τη διάγνωση περί της υψηλής ή χαμηλής κινητικότητας των σπερματοζωαρίων, καθώς αν και με τη μικρή αποχή μειώνεται ο όγκος τού σπέρματος, αυξάνεται η κινητικότητα των σπερματρζωαρίων, ενώ με τη μεγάλη αποχή, όπως παραπάνω, αν και αυξάνεται ο όγκος του σπέρματος μειώνεται η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.
Παρά ταύτα, αν και μεσολάβησαν δέκα ημέρες αποχής, κατά την ως άνω εξέταση ο όγκος σπέρματος ήταν 1,6 ml, δηλαδή μικρότερος του κατώτερου ορίου του φυσιολογικού των 2 ml. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με όλες τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις ο αριστερός όρχις του ενάγοντος ανευρέθη απόλυτα φυσιολογικός και συνεπώς ικανός να παράγει σπερματοζωάρια, αυτός δε χαρακτηρίζεται από την ως άνω ήπια ολιγοασθενοζωοσπερμία, σε αντίθεση με το δεξιό όρχι στον οποίο, λόγω της ατροφίας του, εμφανίζεται αζωοσπερμία....
Περαιτέρω, η ως άνω ήπια διαταραχή του σπέρματος που παράγει ο αριστερός όρχις του ενάγοντος είναι φυσιολογική και δεν αποδείχθηκε ότι είναι αποτέλεσμα οποιασδήποτε ασθένειας ή κτυπήματος. Συνάμα δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η ως άνω ατροφία του δεξιού όρχεως προκλήθηκε είτε από εξωγενές τραύμα (π.χ λάκτισμα) στον όρχι, είτε από ορχίτιδα (λόγω επέκτασης προστατίτιδας ή επιδιδυμίτιδας), είτε από χρήση αναβολικών ή άλλων φαρμακευτικών ουσιών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Αντίθετα, όπως αποδεικνύεται από τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις του αδελφού, της μητέρας και των φίλων του που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι ζούσαν καθημερινά με τον ενάγοντα και είχαν προσωπική επαφή μαζί του πριν υποβληθεί στην ως άνω χειρουργική επέμβαση και μετά απ' αυτήν, ο ενάγων ουδέποτε είχε κάνει χρήση απαγορευμένων φαρμακευτικών ουσιών ως αθλητής, ούτε είχε τραυματιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων.
Όμως και στην υποθετική περίπτωση που είχε προβεί σε οποιαδήποτε τέτοιου είδους χρήση (γεγονός που δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο), τότε θα έπρεπε, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, να είχε επέλθει ατροφία και στους δύο όρχεις. Εξάλλου, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, η κιρσοκήλη, δηλαδή η κιρσοειδής διεύρυνση των φλεβών του όρχεως (σπερματικών φλεβών) εμφανίζεται στη συντριπτική πλειοψηφία των ανδρών στον αριστερό όρχι (σε ποσοστό 90%), ενώ δεν συνιστά αιτία πλήρους ατροφίας και αδυναμίας παραγωγής σπερματοζωαρίων, αλλά μόνο αιτία υπογονιμότητας.
Επίσης, αν ο ενάγων έπασχε από κιρσοκήλη, λόγω της έντονης άσκησης που υποβαλλόταν ως αθλητής, σίγουρα θα αισθανόταν βάρος στο δεξιό του όρχι, στοιχείο που ουδόλως αποδείχθηκε. Για το λόγο αυτό εξάλλου και ο ως άνω τεχνικός σύμβουλος του πρώτου εναγόμενου στις γνωματεύσεις του αποφεύγει να μνημονεύσει την εν λόγω πάθηση ως αιτία ατροφίας του δεξιού όρχεως του ενάγοντος, έστω και ως ενδεχόμενη.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αιτία της ως άνω ατροφίας του δεξιού όρχεως ήταν ισχαιμική νέκρωση που προκλήθηκε στο δεξιό όρχι κατά την επίδικη χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε, και οδήγησε μετεγχειρητικά στην σχεδόν πλήρη ατροφία του. Στο συμπέρασμα αυτό συνηγορούν η ύπαρξη οιδήματος, πόνου και πυρετού κατά το μετεγχειρητικό στάδιο, όπως αυτά έχουν προεκτεθεί.
Ως ισχαιμία δε νοείται η μειωμένη παροχή του αποκτούμενου αίματος, ώστε η διαταραχή αυτή της αιματώσεως του οργάνου να οδηγεί στην ατροφία και τη νέκρωση αυτού. Η αιμάτωση του όρχεως γίνεται από τα αγγεία (αρτηρίες, φλέβες και λεμφαγγεία). Κατά τη διάρκεια της παραπάνω χειρουργικής επέμβασης, ο πρώτος εναγόμενος διαπίστωσε ότι ο ενάγων είχε υποστεί μεγάλη βλάβη στους προσαγωγούς-συνδέσμους και συγκεκριμένα διέγνωσε τότε για πρώτη φορά ότι η αθλητική κήλη, από την οποία έπασχε ο ενάγων, είχε προκαλέσει σ' αυτόν αποδυνάμωση του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού σωλήνα, με αποτέλεσμα την ύπαρξη μιας κρυφής - λοξής βουβωνοκήλης, η οποία ακολουθούσε διαδρομή προς το δεξιό όρχι και βρισκόταν στο αρχικό στάδιο της δημιουργίας της, χωρίς έντονη προβολή ενδοκοιλιακού σπλάχνου διαμέσου του βουβωνικού τοιχώματος.
Για το λόγο αυτό, κατά την επίδικη επέμβαση, πέραν της πλαστικής των κοιλιακών μυών, προχώρησε και σε χειρουργική διόρθωση της ως άνω μορφής κήλης στη δεξιά βουβωνική χώρα. Το γεγονός αυτό και ο ίδιος κατέγραψε στην από 15-5-2003 ιατρική του γνωμάτευση, στην οποία και αποτύπωσε πραγματικά το είδος της επέμβασης στην οποία είχε υποβληθεί ο ενάγων, δεδομένου ότι μετά την παρέλευση περίπου 3ετίας από την επέμβαση δεν συνέτρεχαν πλέον οικονομικοί ή άλλου είδους πρακτικοί λόγοι που δικαιολογούν την αναγραφή άλλου είδους επέμβασης απ' αυτήν που πραγματικά έλαβε χώρα.
Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος, στην εν λόγω γνωμάτευσή του, βεβαιώνει ότι "ο ασθενής κ. Α. Κ. εισήχθη στο διαγνωστικό και θεραπευτικό κέντρο Αθηνών ... στις 6-9-2000 λόγω αθλητικής κήλης (sport hernia) στη δεξιά βουβωνική χώρα και υποβλήθηκε την ίδια ημέρα σε πλαστική κοιλιακών μυών κι σε διόρθωση της κήλης στη δεξιά βουβωνική χώρα" χωρίς να κάνει μνεία ευθέως περί "βουβωνοκήλης", αφού ευθεία κήλη δεν υπήρχε υπό την ανωτέρω έννοια.
Για το λόγο αυτό εξάλλου, ο ίδιος ανέφερε στις προτάσεις του ότι κατά την ως άνω επέμβαση εφήρμοσε τη μέθοδο Bassini τροποποιημένη κατά Nessovic, προς ενίσχυση του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού πόρου και αποκατάσταση της ως άνω κήλης, καθώς η ανωτέρω μέθοδος χρησιμοποιείται προς αποκατάσταση βλάβης τέτοιου είδους (βλ.την ως άνω πραγματογνωμοσύνη του ιατροχειρουργού Ε.
Τ. , σε συνδυασμό με την από 13-9-2004 γνωμάτευση του ιατροδικαστή Δ. Μ. ). Αν ο πρώτος εναγόμενος είχε εκτελέσει μόνο πλαστική κοιλιακών μυών, για κανένα λόγο δε θα ανέγραφε στην εν λόγω γνωμάτευσή του ότι ο ενάγων υποβλήθηκε και σε διόρθωση κήλης στη δεξιά βουβωνική χώρα. Προς αντιμετώπιση του συνδρόμου των κοιλιακών-προσαγωγών ο πρώτος εναγόμενος ανασήκωσε τον σπερματικό τόνο και τοποθέτησε κάτω από αυτόν ραφές προς ενίσχυση του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού πόρου.
Παράλληλα, προς διόρθωση της ως άνω κρυφής-λοξής κήλης ο ίδιος εναγόμενος έπρεπε να εκτελέσει χειρουργικούς χειρισμούς στον σπερματικό τόνο που αιματώνουν το δεξιό όρχι. Η λοξή βουβωνοκήλη προβάλλει δια του έσω στομίου και πορεύεται εντός του βουβωνικού πόρου μαζί με τον σπερματικό τόνο, γεγονός που υποχρέωνε τον πρώτο εναγόμενο, αφού πρώτα ανατάξει τον κοιλιακό σάκο, να μειώσει το εύρος του έσω στομίου, χωρίς να συσφίξει το σπερματικό τόνο και τα αιμοφόρα αγγεία που αυτός περιείχε.
Παρά ταύτα, αυτός προχώρησε κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης σε πέραν του δέοντος σύγκλιση του έσω στομίου του δεξιού βουβωνικού πόρου με άμεσο αποτέλεσμα την υπερβολική σύσφιξη του δεξιού σπερματικού τόνου και των περιεχομένων σε αυτόν αιμοφόρων αγγείων, λεμφαγγείων και νεύρων. Λόγω της ανατομικής τους κατασκευής, τα τοιχώματα των φλεβών και των λεμφαγγείων είναι πιο ευένδοτα σε ασκούμενη εξωτερική πίεση, σε σχέση με τα τοιχώματα των αρτηριών.
Έτσι, η υπερβολική σύσφιξη του δεξιού σπερματικού τόνου προκάλεσε διαταραχή στην αιμάτωση του δεξιού όρχεως υπό την έννοια της μειωμένης απαγωγής του αίματος από τις φλέβες και του υγρού των ιστών από τα λεμφαγγεία. Αμέσως μετά την επέμβαση προκλήθηκε οίδημα στον δεξιό όρχι του ενάγοντος, το οποίο, σε συνδυασμό με τη συνεχή μειωμένη αιμάτωση αυτού, οδήγησε σταδιακά στην ως άνω μεγάλη ατροφία του.
Η παραπάνω αιτία πρόκλησης της ατροφίας του δεξιού όρχεως του ενάγοντος συμβαδίζει με τα κλινικά μετεγχειρητκά ευρήματα, όπως αυτά προαναφέρθηκαν και αποδεικνύεται τόσο από την ως άνω πραγματογνωμοσύνη του χειρουργού-ουρολόγου Δ. Δ. , όσο και από τις προαναφερθείσες επιστημονικά τεκμηριωμένες τρεις γνωμοδοτήσεις του ιατροδικαστή Φ.
Κ. , τότε προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών. Η ως άνω μειωμένη αιμάτωση, στην υπό κρίση περίπτωση συνοδεύτηκε όχι μόνο από οίδημα και πόνους, αλλά και από υψηλό πυρετό, δηλαδή κλινικές ενδείξεις οι οποίες και κατά την επιστημονική κρίση του Π. Κ. είναι συμβατές με την ως άνω αιτία ατροφίας του όρχεως.
Επιπροσθέτως, υπέρ της ως άνω αιτίας πρόκλησης της ατροφίας συνηγορούν και οι από 13-9-2004 και 25-2-2008 ιατρικές γνωμοδοτήσεις του καθηγητή Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Μ. , κατά τις οποίες επήλθε κάκωση του σπερματικού τόνου δια της υπερβολικής περίσφυξης αυτού, με αποτέλεσμα να προκληθεί ισχαιμική νέκρωση και εκσεσημασμένη ατροφία του δεξιού όρχεως, σύμφωνα με τη από 1-7-2004 έκθεση του ιατροδικαστή Π.
Γ. . Εξάλλου, την ανωτέρω αιτία δεν αποκλείει ο πραγματογνώμονας Εμ. Τσεπέτης, αλλ' αντίθετα τη θεωρεί πιθανή, το γεγονός δε ότι στην έκθεση πραγματογνωμσύνης του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει καμία περίπτωση εσφαλμένων χειρουργικών χειρισμών, οφείλεται στο ότι δεν εκτίμησε ορθά το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που του τέθηκε υπόψη, καθώς, όπως ο ίδιος δηλώνει, δεν έχει καμία εμπειρία στη διάγνωση και αντιμετώπιση αθλητικών κηλών, αποδεχόμενος λανθασμένα ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν προέβη σε διόρθωση κρυφής-λοξής κήλης στη δεξιά βουβωνική χώρα, αλλά μόνο σε πλαστική κοιλιακών τοιχωμάτων.
Την επιστημονική δε τεκμηρίωση της ως άνω αιτίας πρόκλησης ατροφίας του δεξιού όρχεως, όπως αυτή αναφέρεται στις από 23-8-2004 και 10-10-2011 γνωμοδοτήσεις του ιατροδικαστή Φ. Κ. , δεν αμφισβητεί και ο τεχνικός σύμβουλος του πρώτου εναγομένου Π. Κ. , αποδεχόμενος ότι ο ως άνω μηχανισμός σύσφιξης του σπερματικού- τόνου στο έσω στόμιο του βουβωνικού πόρου μετά από την ως άνω επέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε παθητική υπεραιμία του όρχεως με πιθανότητα ατροφίας.
Ο πρώτος εναγόμενος, αν και αρνείται ότι διενήργησε οποιαδήποτε διορθωτική επέμβαση κήλης και ισχυρίζεται ότι ο ενάγων υποβλήθηκε μόνο σε επέμβαση ενίσχυσης κοιλιακών τοιχωμάτων, δεν προσκομίζει ούτε και επικαλείται οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει σε ποιές επακριβώς χειρουργικές ενέργειες προέβη κατά την εν λόγω επέμβαση, δεδομένου ότι ουδέν ανέγραψε στο πρακτικό χειρουργείου περί των ειδικοτέρων στοιχείων της επέμβασης αυτής, όπως όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 του α.ν.1565/1939 (όπως αυτό εξειδικεύτηκε μεταγενέστερα και με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν.3418/2005) και 288 ΑΚ.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη ατροφία ήταν αποτέλεσμα τρώσης του σπερματικού τόνου με αβλύ και θλών χειρουργικό εργαλείο, με συνέπεια την ταυτόχρονη τρώση της έσω και έξω σπερματικής αρτηρίας, της εκφορητικής αρτηρίας, των φλεβών που αντιστοιχούν σε αυτές, των νεύρων που φέρονται κατά μήκος της έσω σπερματικής αρτηρίας και του σπερματικού πόρου, όπως εκτίθεται στην κρινόμενη αγωγή.
Αν υπήρχε τραυματισμός των αγγείων και αιμορραγία, αυτή θα γινόταν άμεσα αντιληπτή από τους εναγομένους που προέβαιναν στη επέμβαση, ακόμα και αν αυτοί δεν προχωρούσαν σε αιμόσταση, το αιμάτωμα που θα προέκυπτε μετεγχειρητικά θα συσσωρευόταν στο όσχεο, στην ανατομική θέση που βρίσκεται φυσιολογικά ο όρχις και θα είχε απορροφηθεί κανονικά.
Όμως δεν θα μπορούσε να υπερνικήσει τη ροή του αίματος στις σπερματικές αρτηρίες και συνεπώς να προκαλέσει ισχαιμική ορχίτιδα και ατροφία. Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι η ως άνω ισχαιμική νέκρωση προκλήθηκε συνεπεία ανάπτυξης από το ενισχυμένο με την εγχείριση κοιλιακό τοίχωμα υπερτροφικής ουλής, η ρίκνωση της οποίας μπορούσε να συσφίξει βαθμηδόν τον σπερματικό τόνο και να προκαλέσει ελάττωση της κυκλοφορίας του αίματος στο δεξιό όρχι, αφού στην περίπτωση αυτή τα ζημιογόνα αποτελέσματα θα επέρχονταν αμφοτερόπλευρα.
Επίσης, ακόμα και αν είχε επέλθει αποψίλωση των αγγείων του δεξιού όρχεως, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, δεν θα είχε επέλθει διατάραξη στο σύστημα αιμάτωσης του όρχεως αυτού. Οι παραπάνω κρίσεις δεν αναιρούνται ούτε από την ασαφή και μη τεκμηριωμένη επιστημονικά αναφερθείσα γνωμοδότηση του χειρουργού Φ.
Γ. (διευθυντή της Β' χειρουργικής κλινικής του ίδιου ιδιωτικού θεραπευτηρίου), ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατά πάσα πιθανότητα ο ενάγων υπέστη τυχαία ατελή συστροφή του δεξιού όρχεως που οδήγησε σε ατροφία, χωρίς να παραθέτει τα αίτια που μπορεί να οδήγησαν στην ως άνω συστροφή, ούτε αν τα μετεγχειρητικά ως άνω ευρήματα του ασθενούς είναι συμβατά με την κατ' αυτόν πιθανή αιτία πρόκλησης ατροφίας, ούτε και από τις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις του Π.
Κ. , ο οποίος αν και δεν αναφέρει σε ποιές συγκεκριμένες χειρουργικές κινήσεις προέβη ο πρώτος εναγόμενος προκειμένου να ενισχύσει τους ασθενείς κοιλιακούς μύες του ενάγοντος (ώστε να καταστήσει σαφές αφενός το είδος και την ένταση της επίδικης χειρουργικής επέμβασης και αφετέρου ότι ο τρόπος εκτέλεσης της επέμβασης αυτής ήταν ο ενδεδειγμένος), επικαλείται αόριστα πιθανές αιτίες πρόκλησης ατροφίας του δεξιού όρχεως, χωρίς αυτές οι αναφορές να συνοδεύονται από συγκεκριμένα στοιχεία που να ανάγονται είτε στην προεγχειρητική είτε στην μετεγχειριτική κλινική κατάσταση της υγείας του ενάγοντος.
Εξάλλου οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις των ιατρών Γ. Π. , χειρουργού-ορθοπεδικού, Π. Μ. , χειρούργου- ορθοπεδικού και Ε. Π. , χειρούργου-ουρολόγου, κατά τις οποίες η επίδικη χειρουργική επέμβαση ήταν απολύτως επιτυχής, δεν κρίνονται ως πειστικές, γιατί η ως άνω επιστημονική τους άποψη δεν αιτιολογείται και δεν τεκμηριώνεται επαρκώς, αφού ούτε τους χειρουργικούς χειρισμούς στους οποίους προέβη ο πρώτος εναγόμενος αναφέρουν, ούτε και προβαίνουν σε εκτίμηση της ως άνω μετεγχειρητικής πορείας του ενάγοντος.
Εξάλλου, αντίθετα με όσα αυτοί ισχυρίζονται, η έσω και η έξω σπερματική αρτηρία βρίσκεται εντός του σπερματικού τόνου, όπως προαναφέρθηκε, ενώ η ανωτέρω ισχαιμική νέκρωση δεν προκαλεί απαραιτήτως γάγγραινα και μάλιστα εντός 24 ωρών από τη χειρουργική επέμβαση, οι δε ως άνω καταθέσεις τους αντικρούονται από τις από 1-3-2008 και 3-3-2008 γνωμοδοτήσεις των ιατροδικαστών Δ.
Μ. και Φ. Κ. , αντίστοιχα. Η ισχαιμική νέκρωση στην κρινόμενη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ήταν επιπλοκή της επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προσκομιζομένη από τον α' εναγόμενο ιατρική μελέτη του κλινικού χειρουργού G. W. η ατροφία του όρχεως είναι μια σπάνια επιπλοκή της επέμβασης στην οποία ο ενάγων υποβλήθηκε.
Αναφέρει μάλιστα μόλις 1% περιπτώσεις ατροφίας του όρχεως σε 28.760 χειρουργικές επεμβάσεις βουβωνοκήλης και μόνο σε μεγάλες απόλυτες έμμεσες κήλες του οσχέου και σε επαναλαμβανόμενες βουβωνοκήλες, η ατροφία του όσχεως αποτελεί συνήθη επιπλοκή αποκατάστασης αυτών, περιπτώσεις όμως που δεν συντρέχουν στην κρινόμενη επέμβαση.
Επίσης η υποστηριζόμενη άποψη ότι η ατροφία του όρχεως μπορεί να επακολουθήσει μιας απλής πρωταρχικής επέμβασης βουβωνοκήλης λόγω ανωμαλιών της παροχής αίματος του ασθενούς (βλ. Μελέτη του Amos Koontz "Η ορχική ατροφία ως χειρουργικός κίνδυνος", στο περιοδικό Surgery Gynecology & Obstetrics, Μάρτιος 1965), δεν επιβεβαιώνεται στην υπό κρίση περίπτωση, καθώς ουδείς εκ των ως άνω πραγματογνωμόνων και των ιατρών που γνωμοδότησαν, μετά από εξέταση του ενάγοντος, αναφέρει ότι αυτός έπασχε από ανωμαλίες στην παροχή αίματος.
Από τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε πράξεις και παραλείψεις αντίθετα με τα διδάγματα και τις αρχές της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία θα επεδείκνυε κάθε μέσος επιμελής και συνετός χειρουργός-ορθοπεδικός ιατρός υπό τις ίδιες συνθήκες και την οποία μπορούσε να επιδείξει με τις γνώσεις και τα μέσα που είχε στη διάθεσή του.
Συγκεκριμένα η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι αυτός : α) προέβη σε εσφαλμένους χειρουργικούς χειρισμούς κατά τη διεξαγωγή της ως άνω επέμβασης ως προς τη διόρθωση της λοξής-κρυφής κήλης του ενάγοντος στη δεξιά βουβωνική χώρα και ειδικότερα σε πέραν του δέοντος σύγκλιση του έσω στομίου του δεξιού βουβωνικού πόρου με άμεσο αποτέλεσμα την υπερβολική σύσφιξη του δεξιού σπερματικού πόρου και των περιεχομένων εντός αυτού αιμοφόρων αγγείων, λεμφαγγείων και νεύρων και τελικό αποτέλεσμα την ατροφία του δεξιού όρχεως του ενάγοντος, β) δεν εκτίμησε συνδυαστικά τα μετεγχειρητικά στοιχεία της κλινικής κατάστασης του ενάγοντος και συγκεκριμένα την ύπαρξη πόνου, τη δημιουργία έντονου οιδήματος στην περιοχή του δεξιού όρχεως του ασθενούς, την εμπύρετη κατάστασή του, όπως αυτά εκτέθηκαν παραπάνω, τα οποία δεν εντάσσονταν στη φυσιολογική ακολουθία ανάρρωσης του ασθενούς, αλλ' αντίθετα αποτελούσαν σαφείς ενδείξεις ότι η κατάσταση της υγείας του έβαινε σταδιακά και σταθερά επιδεινούμενη και καθιστούσαν αναγκαία την ιατρική διερεύνηση περί πρόκλησης ισχαιμικής νέκρωσης του δεξιού όρχεως, γ) κατά τον μετεγχειρητικό επανέλεγχο του ενάγοντος, δεκαπέντε μέρες μετά την εγχείριση, δεν προέβη σε ορθή αξιολόγηση του ως άνω οιδήματος, καθώς πιστεύοντας προφανώς ότι επρόκειτο για οίδημα λεμφικής ή φλεβικής αιτιολογίας που παρέρχεται μετά από τέσσερις ή περισσότερες εβδομάδες, καθησύχαζε τον ενάγοντα ότι επρόκειτο για συνήθη μετεγχειρητική εξέλιξη (για την οποία όμως ουδόλως τον είχε ενημερώσει προηγουμένως), χωρίς να προτείνει την τακτική και επισταμένη παρακολούθησή του σε βάθος χρόνου, ώστε να αποκλειστεί οποιαδήποτε περίπτωση διαταραχής στην αιμάτωση του δεξιού όρχεως και δ) δεν συνέστησε στον ενάγοντα να υποβληθεί μετεγχειρητικά σε υπερήχους doppler, ώστε να αξιολογηθεί η κυκλοφορία του αίματος στον δεξιό όρχι και να εξακριβωθεί η προέλευση του οιδήματος, ώστε να αποφευχθεί αν όχι η νέκρωση, τουλάχιστον η εκτεταμένη νέκρωση του ανωτέρου οργάνου με τη λήψη κατάλληλης αποιδηματικής αγωγής, σε συνδυασμό με τη διενέργεια νέας χειρουργικής επέμβασης.
Σημειώνεται ότι η εξακρίβωση της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς και ο καταλογισμός της στον πρώτο εναγόμενο δεν συνιστούν μεταβολή της βάσης της αγωγής, στο ιστορικό της οποίας σαφώς αναφέρεται ότι ο εν λόγω εναγόμενος ενήργησε αμελώς τόσο κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, όσο και μετεγχειρητικά.
Ο πρώτος εναγόμενος διενήργησε την ως άνω επέμβαση χωρίς να διασφαλίσει την πλήρη παρακολούθηση του ασθενούς, βασιζόμενος στην αναμφισβήτητη μακροχρόνια πείρα και εξειδίκευσή του. Το γεγονός ότι είχε προβεί κατ' επανάληψη σε παρόμοιες επεμβάσεις υπό τις ίδιες συνθήκες, του έδινε τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση ότι όλα θα κυλήσουν ομαλά και αν προκόψει πρόβλημα θα αντιμετωπιστεί ευχερώς.
Ενδεικτικό της αυτοπεποίθησής του αυτής και της θεώρησης της επέμβασης ως πράξης "ρουτίνας" είναι και ο τρόπος τήρησης του πρακτικού χειρουργείου που απέχει από τα διεθνή ιατρικά πρότυπα. Η μεγάλη εμπειρία του ωστόσο λειτούργησε μάλλον εφησυχαστικά στην υπό κρίση περίπτωση, καθώς αποδείχτηκε στη πράξη αδράνεια αναντίστοιχη με τις ικανότητές του, με αποτέλεσμα να μη γίνει αντιληπτή η ισχαιμική νέκρωση και η προεκτεθείσα ατροφία του δεξιού όρχεως του ενάγοντος, Ο τελευταίος, κατά τη συνήθη μετεγχειρητική πορεία, όπως αυτή έχει προεκτεθεί, έπρεπε ήδη από την πρώτη εβδομάδα να στέκει άνετα όρθιος και όχι να υποβαστάζεται και μετά από ένα μήνα να επανέλθει στην αγωνιστική δράση, γεγονός που δεν συνέβη, αυτά δεν αξιολογήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι επιβαλλόταν κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης η παρουσία ιατρού χειρουργού - ουρολόγου κατά τη διάρκεια της επέμβασης, ούτε η παρουσία του θα απέτρεπε την προκληθείσα σωματική βλάβη του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται.......Αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο όμως, ως παρέχων ιατρικές υπηρεσίες, ευθύνεται και στα πλαίσια της καθιερουμένης από το άρθρο 8 του Ν.2251/1994 νόθου αντικειμενικής ευθύνης του, καθώς δεν αποδείχθηκε η ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ή η συνδρομή κάποιου λόγου που επάγεται την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του.
Δεν είναι δυνατόν δε να αναιρέσει την κρίση του Δικαστηρίου η απόρριψη της έγκλησης του ενάγοντος κατά του α' εναγομένου με εισαγγελική διάταξη, η οποία δεν το δεσμεύει. Το γεγονός δε και μόνο ότι ο ενάγων ήγειρε την υπό κρίση αγωγή του περίπου μετά από τέσσερα έτη μετά τη διενέργεια της ως άνω επέμβασης, χωρίς μετά την τελευταία ως άνω συνάντηση με τον πρώτο εναγόμενο να παρακολουθείται ιατρικά, δεν συνιστά πταίσμα αυτού, αλλά αντίθετα παραβίαση της υποχρέωσης του α' εναγομένου, ο οποίος ως θεράπων ιατρός του είχε την υποχρέωση να παρακολουθεί συνεχώς και επισταμένως τη μετεγχειρητική του πορεία της εξέλιξης της υγείας του, ώστε να εξακριβώσει αν το εμφανισθέν ανωτέρω οίδημα θα υποχωρούσε φυσιολογικά ή θα οδηγούσε σε ατροφία του δεξιού όρχεως.
Συνεπώς ο ενάγων δεν βαρύνεται με οικείο πταίσμα, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, αλλ' ούτε η αγωγή του, με μόνη την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από άλλες ειδικές περιστάσεις που να δημιουργούν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί, καθίσταται καταχρηστική, κατ' αρθρο 281 ΑΚ. Η προεκτεθείσα υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου είναι παράνομη, αφενός γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/ 1939 και αφετέρου γιατί αντιβαίνει στη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής και επαγγελματικής δραστηριότητας των ιατρών, δηλαδή παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και απορρέουσας εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνετούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η ως άνω δε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τελέστηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ιατρού πρώτου εναγομένου εντός του θεραπευτηρίου της τέταρτης εναγομένης εταιρείας, μεταξύ της οποίας και του εν λόγω ιατρού υπήρχε σαφώς σχέση πρόστησης, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού η εναγομένη παρείχε σ' αυτόν γενικές οδηγίες ως προς τον τόπο, χρόνο και τους όρους εργασίας του, δεδομένου ότι και αυτός ήταν υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων να ενεργεί όχι σύμφωνα με ειδικές οδηγίες αυτής, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.
Άλλωστε ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν απλά τρίτος, συνεργαζόμενος ιατρός με το ως άνω διαγνωστικό και θεραπευτικό κέντρο της τέταρτης εναγομένης, αλλά διευθυντής της Γ' Ορθοπεδικής Κλινικής αυτού. Όμως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε σχέση ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του θεραπευτηρίου της τέταρτης εναγομένης, υπήρχε και πάλι κατά τον επίδικο χρόνο η ως άνω σχέση πρόστησης.
Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της σχέσης ελεύθερης συνεργασίας, ο ως άνω ιατρός είχε το δικαίωμα να διενεργεί στους χώρους του ιδιωτικού θεραπευτηρίου ... χειρουργικές επεμβάσεις σε ασθενείς του και να επιμελείται της θεραπείας τους, εντασσόμενος όμως στο πρόγραμμα του εν λόγω θεραπευτηρίου, που καθόριζε ανάλογα με το φόρτο των ιατρικών περιστατικών, τον τόπο και το χρόνο παροχής της ιατρικής συνδρομής από τον πρώτο εναγόμενο ιατρό, ο οποίος είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις κτιριακές, μηχανολογικές και λοιπές εγκαταστάσεις του θεραπευτηρίου της εναγομένης (χειρουργεία, μηχανήματα, εργαλεία, δωμάτια νοσηλείας κλπ.), καθώς επίσης και το παραϊατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του (νοσηλεύτριες, τραυματιοφορείς κλπ.), να χορηγεί τα απαραίτητα για την αποθεραπεία, του ασθενούς φάρμακα, ενώ ο ίδιος εισέπραττε χωριστή αμοιβή από τον πελάτη του ασθενή όπως και στην υπό κρίση περίπτωση), η δε τέταρτη εναγόμενη εισέπραττε επίσης χωριστή αμοιβή απευθείας από τον προσωπικό πελάτη του εναγομένου ιατρού, για τη χρησιμοποίηση όλων των υπηρεσιών του ως άνω θεραπευτηρίου της.
Με αυτόν τον τρόπο λειτουργίας της σχέσης συνεργασίας των δύο εναγομένων μεταξύ τους, ο μεν πρώτος εναγόμενος ιατρός λειτουργούσε βέβαια με πρωτοβουλία κατά τη άσκηση των ιατρικών του καθηκόντων, κερδοφόρα όμως για τον ίδιο, αφού χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες και την υποδομή του θεραπευτικού κέντρου της τέταρτης εναγομένης, η δε τελευταία, με τη συνδρομή του εναγομένου ιατρού, εξασφάλιζε πελατεία, αποκόμιζε κέρδη και ωφελείτο από τη δραστηριότητα αυτού, με τη βοήθεια του οποίου επεξέτεινε τον κύκλο της δραστηριότητάς της και τη δυνατότητα κερδών.
Έτσι, σαφώς και ο ιατρός λειτουργεί ως προστηθείς της εναγομένης, ο δε χαρακτηρισμός αυτής δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι μπορεί να λειτουργεί ως "εξωτερικός" ή "ελεύθερος" συνεργάτης, γιατί το πλέον καθοριστικό κριτήριο για την έννοια της πρόστησης δεν είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης που συνδέει το θεραπευτήριο με τον ιατρό, ούτε ακόμη οι "γενικές" οδηγίες για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων, αλλά η τελολογική αξιολόγηση ότι, αφού η κλινική ωφελείτο από τη δραστηριότητα ιατρών, διευρύνοντας την πελατεία και τα κέρδη της, πρέπει και να επιβαρύνεται από τα επιζήμια αποτελέσματα της ίδιας δραστηριότητας (μάλιστα που η ίδια έκρινε ως ασφαλιστέα με ασφάλιση αστικής ευθύνης).
Εφόσον λοιπόν, από αμελή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του πρώτου εναγομένου, προκλήθηκε βλάβη στην υγεία του ενάγοντος που νοσηλευόταν στο ως άνω θεραπευτικό κέντρο, ευθύνεται κατ' άρθρο 922 ΑΚ και η τέταρτη εναγομένη εταιρία για τους προαναφερθέντες λόγους, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμού της που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της.
Ταυτόχρονα όμως η προστήσασα εναγομένη ευθύνεται συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της και κατ' άρθρο 8 παρ. 1,2,3 και 4 του Ν. 2251/1994 ως παρέχουσα ιατρικές υπηρεσίες, για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της ως άνω νόθου αντικειμενικής ευθύνης, η εναγομένη δεν απέδειξε την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας όλου του ιατρικού της προσωπικού, οι πράξεις και παραλείψεις του οποίου εμπίπτουν στον επιχειρηματικό της κύκλο, με αποτέλεσμα αυτή να ωφελείται και έτσι να αυξάνεται και το πεδίο των κινδύνων που της αναλογούν.
Η φύση και το αντικείμενο των παρεχομένων στον ενάγοντα ιατρικών υπηρεσιών επέβαλαν στην κρινόμενη περίπτωση ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων όλου του ιατρικού προσωπικού της εναγομένης, αυξημένη ετοιμότητα, διαρκή εγρήγορση και λήψη αποφάσεων, σύμφωνα με τα κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα και τους κανόνες και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης που επιβάλλουν απόλυτα προσεκτικούς και συντονισμένους χειρουργικούς χειρισμούς στην περιοχή του βουβωνικού πόρου.
Η ως άνω συμπεριφορά της εναγόμενης, ως παρέχουσας δια του ιατρικού της προσωπικού ιατρικές υπηρεσίες, συνιστά διάψευση της εύλογης προσδοκώμενης ασφάλειας στην οποία προσέβλεπε ο ενάγων ως προς τη νοσηλεία του, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιαίτερης ιατρικής παρακολούθησης και φροντίδας που αναμενόταν να έχει αυτός κατά τη νοσηλεία του στο παραπάνω σύγχρονο διαγνωστικό και θεραπευτικό κέντρο. .....
Από την παραπάνω αμελή συμπεριφορά της εναγόμενης και του προστηθέντος αυτής ιατρού ο ενάγων υπέστη πολύ σοβαρή ψυχική δοκιμασία, η οποία έλαβε διαρκή και έντονο χαρακτήρα και οδήγησε στην πρόκληση δυσμενών για την υγεία του ενάγοντος αισθημάτων έντονης κατάθλιψης, διαρκούς άγχους, μειονεξίας, φόβου και ανασφάλειας.
Ο ιατρός Α. Ψ. , νευρολόγος - ψυχίατρος εξήτασε τον ενάγοντα στις 22- 7-2004 και διέγνωσε ότι παρουσιάζει έντονη συμπτωματολογία αντιδραστικής κατάθλιψης, ότι είναι αγχώδης και αντιμετωπίζει το μέλλον με σκέψεις φοβικές και στο πλαίσια αισθήματος ανασφάλειας, γι' αυτό δε το λόγο του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή και του συνέστησε συμπληρωματική ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση.
Λόγω της ως άνω σωματικής βλάβης και συνεπεία της προπεριγραφείσας ψυχικής κατάστασης, ο ενάγων διακατέχεται από έντονα αισθήματα μειονεξίας έναντι των συνομιλήκων του και έχει επηρεαστεί δυσμενώς η σεξουαλική του ζωή. Το άγχος, οι φοβίες και η κατάθλιψη έχουν επιβαρύνει την ψυχική του υγεία και παρουσιάζει εκδηλώσεις αγχώδους κατάθλιψης, αφού πιστεύει ότι δεν θα μπορέσει να τεκνοποιήσει, να δημιουργήσει οικογένεια και να ζήσει μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή.
Μετά την επέμβαση και μέχρι την αγωνιστική περίοδο 2006-2006 ο ενάγων είχε μειωμένες συμμετοχές στις αθλητικές δραστηριότητες των αθλητικών σωματείων στα οποία είχε ενταχθεί, η δε αθλητική του σταδιοδρομία ως αθλητής χειροσφαίρισης δεν είχε την αναμενόμενη άνοδο και εξέλιξη. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι λόγω της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου και της τέταρτης των εναγομένων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, αφού ληφθούν υπόψη το είδος και ο βαθμός αμελείας του προστηθέντος από την εναγομένη ιατρού, το είδος και η έκταση της σωματικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, η ηλικία αυτού, ο βαθμός του πόνου και της ταλαιπωρίας που δοκίμασε και οι επιπτώσεις της ως άνω μη αναστρέψιμης βλάβης που υπέστη στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική του ζωή, η οικονομική κατάσταση των διαδίκων και οι εν γένει συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου και της τέταρτης των εναγομένων να του καταβάλλουν εις ολόκληρο το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση...".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 24-9-2014 έφεση του αναιρεσείοντος και ενάγοντος Κ. Α. , ενώ δέχθηκε τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των λοιπών διαδίκων. Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε μερικώς την αγωγή, ως προς τους πρώτο και τέταρτη εναγομένους και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον, το ποσό των 60.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Α) Επί της από 1-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως:
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του -, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24 Α.Ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από τον μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του.
Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στην διάθεσή του μέσα, ένας συνετός και επιμελής ιατρός.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 633/2014, ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 180/2011).
Στην παραπάνω περίπτωση ο ιατρός ευθύνεται αναλόγως και για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος ασθενούς ή ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας αποβιώσαντος ασθενούς κατά τους όρους των άρθρων 299 και 932 Α.Κ. Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και κυρίως χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η σωματική βλάβη του αναιρεσιβλήτου οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση αρκούν για να χαρακτηρίσουν, ως αμελή, τη συμπεριφορά του τελευταίου και να τη συνδέσουν αιτιωδώς με τη σωματική βλάβη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επίσης (αναιρεσείων) κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός και επιμελής ιατρός της ειδικότητάς του και της εμπειρίας του, δεν προέβη ούτε σε αξιολόγηση της μετεγχειρητικής πορείας του ασθενούς, με συνέπεια να μη λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του.
Ειδικότερα, την κρίση του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ότι: α) αιτία της ως άνω ατροφίας του δεξιού όρχεως του αναιρεσιβλήτου ήταν η ισχαιμική νέκρωση που προκλήθηκε στο δεξιό όρχι κατά την επίδικη χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε, και οδήγησε μετεγχειρητικά στην σχεδόν πλήρη ατροφία του, β) κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, ο αναιρεσείων διαπίστωσε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε υποστεί μεγάλη βλάβη στους προσαγωγούς-συνδέσμους και συγκεκριμένα διέγνωσε τότε για πρώτη φορά ότι η αθλητική κήλη, από την οποία έπασχε, είχε προκαλέσει σ' αυτόν αποδυνάμωση του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού σωλήνα, με αποτέλεσμα την ύπαρξη μιας κρυφής - λοξής βουβωνοκήλης, η οποία ακολουθούσε διαδρομή προς το δεξιό όρχι και βρισκόταν στο αρχικό στάδιο της δημιουργίας της, χωρίς έντονη προβολή ενδοκοιλιακού σπλάχνου διαμέσου του βουβωνικού τοιχώματος, γ) για το λόγο αυτό, κατά την επίδικη επέμβαση, πέραν της πλαστικής των κοιλιακών μυών, προχώρησε και σε χειρουργική διόρθωση της ως άνω μορφής κήλης στη δεξιά βουβωνική χώρα, γεγονός που ο ίδιος κατέγραψε στην από 15-5-2003 ιατρική του γνωμάτευση, στην οποία και αποτύπωσε πραγματικά το είδος της επέμβασης, στην οποία υποβλήθηκε ο αναιρεσίβλητος, δ) για την αντιμετώπιση του συνδρόμου των κοιλιακών-προσαγωγών ο αναιρεσείων ανασήκωσε τον σπερματικό τόνο και τοποθέτησε κάτω από αυτόν ραφές προς ενίσχυση του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού πόρου, ε) αν και για τη διόρθωση της ως άνω κρυφής-λοξής κήλης ο αναιρεσείων έπρεπε να εκτελέσει χειρουργικούς χειρισμούς στον σπερματικό τόνο που αιματώνουν το δεξιό όρχι, παρά ταύτα, αυτός προχώρησε κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης σε πέραν του δέοντος σύγκλιση του έσω στομίου του δεξιού βουβωνικού πόρου με άμεσο αποτέλεσμα την υπερβολική σύσφιξη του δεξιού σπερματικού τόνου και των περιεχομένων σε αυτόν αιμοφόρων αγγείων, λεμφαγγείων και νεύρων, στ) η υπερβολική σύσφιξη του δεξιού σπερματικού τόνου προκάλεσε διαταραχή στην αιμάτωση του δεξιού όρχεως υπό την έννοια της μειωμένης απαγωγής του αίματος από τις φλέβες και του υγρού των ιστών από τα λεμφαγγεία και έτσι μετά την επέμβαση προκλήθηκε οίδημα στον δεξιό όρχι του αναιρεσιβλήτου, το οποίο, σε συνδυασμό με τη συνεχή μειωμένη αιμάτωση αυτού, οδήγησε σταδιακά στη μεγάλη ατροφία του και ζ) η αμέλεια του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι αυτός 1) προέβη σε εσφαλμένους χειρουργικούς χειρισμούς κατά τη διεξαγωγή της ως άνω επέμβασης ως προς τη διόρθωση της λοξής - κρυφής κήλης του αναιρεσιβλήτου στη δεξιά βουβωνική χώρα και ειδικότερα, σε πέραν του δέοντος σύγκλιση του έσω στομίου του δεξιού βουβωνικού πόρου με άμεσο αποτέλεσμα την υπερβολική σύσφιξη του δεξιού σπερματικού πόρου και των περιεχομένων εντός αυτού αιμοφόρων αγγείων, λεμφαγγείων και νεύρων και τελικό αποτέλεσμα την ατροφία του δεξιού όρχεως του αναιρεσιβλήτου, 2) δεν εκτίμησε συνδυαστικά τα μετεγχειρητικά στοιχεία της κλινικής του κατάστασης και συγκεκριμένα την ύπαρξη πόνου, τη δημιουργία έντονου οιδήματος στην περιοχή του δεξιού όρχεως του ασθενούς, την εμπύρετη κατάστασή του, τα οποία δεν εντάσσονταν στη φυσιολογική ακολουθία ανάρρωσης του ασθενούς, αλλ' αντίθετα αποτελούσαν σαφείς ενδείξεις ότι η κατάσταση της υγείας του έβαινε σταδιακά και σταθερά επιδεινούμενη και καθιστούσαν αναγκαία την ιατρική διερεύνηση περί πρόκλησης ισχαιμικής νέκρωσης του δεξιού όρχεως, 3) κατά τον μετεγχειρητικό επανέλεγχο του αναιρεσιβλήτου, δεκαπέντε μέρες μετά την εγχείριση, δεν προέβη σε ορθή αξιολόγηση του ως άνω οιδήματος, καθώς πιστεύοντας προφανώς ότι επρόκειτο για οίδημα λεμφικής ή φλεβικής αιτιολογίας που παρέρχεται μετά από τέσσερις ή περισσότερες εβδομάδες, τον καθησύχαζε ότι επρόκειτο για συνήθη μετεγχειρητική εξέλιξη (για την οποία όμως ουδόλως τον είχε ενημερώσει προηγουμένως), χωρίς να προτείνει την τακτική και επισταμένη παρακολούθησή του σε βάθος χρόνου, ώστε να αποκλειστεί οποιαδήποτε περίπτωση διαταραχής στην αιμάτωση του δεξιού όρχεως και 4) δεν του συνέστησε να υποβληθεί μετεγχειρητικά σε υπερήχους doppler, ώστε να αξιολογηθεί η κυκλοφορία του αίματος στον δεξιό όρχι και να εξακριβωθεί η προέλευση του οιδήματος, ώστε να αποφευχθεί αν όχι η νέκρωση, τουλάχιστον η εκτεταμένη νέκρωση του ανωτέρου οργάνου με τη λήψη της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ, 1905/2011, ΑΠ 1530/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασής του, δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο και μη περιληφθέντα στην ένδικη αγωγή, η οποία στηριζόταν στα εξής περιστατικά ήτοι (α) ότι η πάθησή του ήταν "τραυματισμός των μυών της κοιλιακής χώρας", (β) ότι για την αντιμετώπιση της πάθησης αυτής διενεργήθηκε η ενδεδειγμένη πλαστική επέμβαση αμφότερων προσαγωγών - κοιλιακών μυών και (γ) ότι κατά τη διάρκεια της επέμβασης αυτής παρέβη τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, με αποτέλεσμα την τρώση του σπερματικού του τόνου και την πρόκληση σε αυτόν της περιγραφόμενης στο δικόγραφό της σωματικής βλάβης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά είναι διευκρινιστικά των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου και προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Η διάταξη του εδαφ. β' του άρθρου 224 ΚΠολΔ, κατά την οποία "με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής", επιτρέπει στον ενάγοντα την διευκρίνιση όσων ουσιωδών γεγονότων διατυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, θεραπεύοντας έτσι την πραγματική, αλλά όχι και την νομική αοριστία της ιστορικής βάσεως της αγωγής, σκοπεί δε να αποτρέψει την απόρριψη αγωγών, ως αορίστων, συνεπεία της ανεπαρκούς ή ασαφούς διατυπώσεως των περιεχομένων στην αγωγή ισχυρισμών, πράγμα που αντιβαίνει στην αρχή της οικονομίας της δίκης (ΑΠ 1145/2009). Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (δεύτερου) αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παράλειψε να κηρύξει ως απαράδεκτους τους όψιμα προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου ως προς το είδος της πάθησής του και το είδος της επέμβασης που διενεργήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού σε κάθε περίπτωση ο τελευταίος δεν μετέβαλε τη βάση της ένδικης αγωγής, αλλά συμπλήρωσε και διευκρίνισε τους ισχυρισμούς του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 1413/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την 781/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που ενέκρινε διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' άρθρο 47 ΚΠΔ έγκληση του αναιρεσιβλήτου και την οποία επικαλέστηκε νομίμως ο αναιρεσείων.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή της.
Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι στην αναιρεσιβαλλομένη γίνεται σαφής μνεία του συγκεκριμένου εγγράφου (13ο φύλλο, οπισθία σελίδα).
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως αυξημένη ή ελάσσονα εκείνης που, δεσμευτικά, καθορίζει ο νόμος (δικαστική ομολογία, δημόσια έγγραφα) όχι όμως και όταν, το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα, από το νόμο (ΚΠολΔ 340) αυτά κρίνει αξιόπιστα ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα (ΑΠ 493/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 791/2017).
Αντικείμενο της ομολογίας είναι κάθε τι που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποδείξεως, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΚΠολΔ 335). Με το τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα δεν δέχθηκε την, σύμφωνα με το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτουσα πλήρη απόδειξη από την εμπεριεχόμενη στην αγωγή ομολογία του αναιρεσιβλήτου
περί του ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, για οικονομικούς λόγους που σχετίζονταν με την αμοιβή του αναιρεσείοντος, να αναγραφεί στο πρακτικό του χειρουργείου και σε οποιοδήποτε άλλο σχετικό με την χειρουργική επέμβαση έγγραφο, ως διεξαχθείσα, επέμβαση αντί για εγχείρηση πλαστικής αμφότερων κοιλιακών μυών - προσαγωγών, εγχείρηση βουβωνοκήλης και πλαστικής κοιλιακών μυών μόνο στη δεξιά πλευρά του σώματος και ο οποίος (αναιρεσίβλητος) με τον τρόπο αυτό ομολόγησε ότι ο χαρακτηρισμός σε όλα τα έγγραφα που θα συντάσσονταν της διενεργηθείσας επέμβασης ως βουβωνοκήλης ήταν πλασματικός.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον τα φερόμενα ως ομολογηθέντα περιστατικά δεν συνάπτονται με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αλλά έχουν σχέση με την αμοιβή του. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της σωματικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 60.000 ευρώ.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου, λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δημιουργείται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός, που συνιστά κατά τη διάταξη αυτή "πράγμα" και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 εδ. α' ΚΠολΔ "Για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν". Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, αυτή αναφέρεται στους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και ειδικότερα, στις ενστάσεις, δικονομικές και ουσιαστικές ή τις αντενστάσεις που υποβάλλονται με τις προτάσεις.
Δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των ισχυρισμών τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου σχετικά με τη διενεργηθείσα χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα ότι δεν υποβλήθηκε μόνο σε πλαστική των κοιλιακών και των προσαγωγών μυών, που, κατά την άποψή του, αναφέρεται στην αγωγή του, αλλά και σε βουβωνοκήλη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον πέραν του ότι στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται λόγος και για βουβωνοκήλη, σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά για συμπέρασμα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Β) Επί της από 15-9-2016 αιτήσεως αναιρέσεως:
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων. Σχετικά με τον παρόντα αναιρετικό λόγο, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Αντίθετα επίσης δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξε οποιαδήποτε αμέλεια του δευτέρου και τρίτου εναγομένων ιατρών, συνδεόμενη με την επέλευση της ίδιας ως άνω σωματικής βλάβης του ενάγοντος.
Αυτοί ούτε είχαν εξετάσει προηγουμένως τον ασθενή, ούτε του είχαν υποδείξει οποιαδήποτε θεραπεία ή επέμβαση, αλλά μέχρι τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης αξιολογήσουν την κατάσταση της υγείας του και την ενδειγμένη αντιμετώπισή της. Κατά τη διάρκεια δε της χειρουργικής επέμβασης δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε χειρουργική πράξη, αλλά κληθέντες αυθημερόν από τον πρώτο εναγόμενο και διευθυντή τους περιορίστηκαν στην προετοιμασία του χειρουργικού πεδίου με την απαιτούμενη ευρύτητα, στην τοποθέτηση ειδικών αγγίστρων ώστε να επέμβει ο πρώτος εναγόμενος, στην κοπή της περίσσειας των ραμμάτων που τοποθετούται κατά την επέμβαση και στη σύγκλιση του δέρματος με την τοποθέτηση μεταλλικών ραμμάτων, ενέργειες που ουδόλως προέκυψε ότι μπορούν να συμβάλουν στην πρόκληση της ως άνω σωματικής βλάβης του ενάγοντος.
Ουδόλως αποδείχτηκε ότι με τον πρώτο εναγόμενο και διευθυντή τους συναποφάσισαν για το είδος και το εύρος των χειρουργικών ενεργειών, ούτε είχαν το ειδικό βάρος να αμφισβητήσουν τις εν λόγω ενέργειες του πρώτου εναγόμενου ή, πολύ περισσότερο, να υποδείξουν σ' αυτόν τέτοιες ενέργειες. Δεν μπορεί δε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση περί συνευθύνης αυτών, το γεγονός και μόνο ότι την επομένη της επέμβασης ημέρα απλά συνόδευσαν τον διευθυντή τους πρώτο εναγόμενο κατά την επίσκεψή του στο θάλαμο του ενάγοντος, δεδομένου ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατά την ημέρα εκείνη ή μετά την έξοδό του από το θεραπευτήριο εξήτασαν τον ενάγοντα και αξιολόγησαν την κατάστασή του.
Συνεπώς δεν μπορεί να καταλογιστεί ουδεμία μορφή υπαιτιότητας σε βάρος του δευτέρου και τρίτου των εναγομένων...". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και δεν αναιρούνται αυτές (παραδοχές) ούτε αποδυναμώνονται από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης που προαναφέρθηκαν, ήτοι ότι "..Κατά τη χειρουργική αυτή επέμβαση, ως βοηθοί χειρουργοί, συνέδραμαν τον πρώτο εναγόμενο οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων.." και ότι "..Αν υπήρχε τραυματισμός των αγγείων και αιμορραγία, αυτή θα γινόταν άμεσα αντιληπτή από τους εναγομένους που προέβαιναν στην επέμβαση, ακόμα και αν αυτοί δεν προχωρούσαν σε αιμόσταση..". Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το οικείο του μέρος, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι δεν πρόκειται να επηρεαστεί η δυνατότητά του να τεκνοποιήσει, ενώ με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να προσβληθεί από καρκίνο του δεξιού όρχεως.
Οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον τους μέρος και πέραν εκείνων που έχουν ήδη αναφερθεί, έχουν ως εξής: "...Αυτή η ατροφία του δεξιού όρχεως έχει ως συνέπεια την αδυναμία ενεργοποίησης των δεσμών των κυττάρων στον ιστό που περιβάλλει τα σπερματικά σωληνάρια του όρχεως, με αποτέλεσμα να μην εκκρίνεται η ορμόνη τεστοστερόνη, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή και ανάπτυξη των σπερματοζωαρίων.
Ακόμα όμως και στην περίπτωση, όπου η έκκριση τεστοστερόνης είναι σημαντικά μικρή, όπως στη επίδικη, τα όποια γεννηθέντα σπερματοζωάρια δεν δύνανται να βγουν από τα σπερματικά σωληνάρια, να διέλθουν το αρχικό δίκτυο και να κατευθυνθούν στους εκφορητικούς πόρους, ώστε να ωριμάσουν....Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, λόγω της ως άνω εκτεταμένης ατροφίας στον δεξιό όρχι, ο ενάγων αντιμετωπίζει σεξουαλική δυσλειτουργία, η οποία όμως αποδίδεται σε ψυχολογικά αίτια λόγω της εμφανούς ως άνω ατροφίας και δεν συνιστά βιολογικό επακόλουθο αυτής.
Ειδικότερα η προκληθείσα ισχαιμική νέκρωση δεν επηρεάζει τη γενετήσια ζωή και δεν αναστέλλει την αναπαρωγική λειτουργία του ενάγοντος, καθόσον ο αριστερός όρχις αρκεί για να παράγει τεστοστερόνη και σπερματοζωάρια, όπως αναλυτικά εκτίθεται παραπάνω. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η προαναφερόμενη παραγωγή σπερματοζωαρίων σύμφωνα με τα αποτελέσματα του
ως άνω σπερμοδιαγράμματος δεν αναπληρώνει ποσοτικά τη λειτουργία του ατροφικού δεξιού όρχεως, ο οποίος έχει υποστεί μόνιμη και πλήρως ανεπανόρθωτη βλάβη. Το γεγονός αυτό δηλαδή μπορεί (χωρίς όμως να είναι βέβαιο) κατά τα διδάγματα της σύγχρονης γενετικής επιστήμης, να επηρεάσει τις πιθανότητες τεκνοποίησης του ενάγοντος, καθώς η πιθανότητα σύλληψης σ' ένα ζευγάρι που βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία, χωρίς προβλήματα υπογονιμότητας, είναι μόλις 20% ανά εμμηνορυσιακό κύκλο... Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι με βάση την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος υπάρχει συσχετισμός της ως άνω μετατραυματικής ατόφιας του δεξιού όρχεως και αυξημένης πιθανότητας καρκινογένεσης, αλλά ότι απλά υφίσταται, θεωρητικά μόνο, πιθανότητα κακοήθους εναλλαγής της ανωτέρω ατροφίας.
Συνεπώς δεν συντρέχει σοβαρή πιθανότητα να προσβληθεί ο ενάγων από καρκίνο του δεξιού όρχεως, περίπτωση όμως που ακόμα και αν συμβεί μελλοντικά, μπορεί να αντιμετωπιστεί με χειρουργική εξαίρεση του εν λόγω οργάνου, ώστε να μη λάβει μεταστατική μορφή και θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του ενάγοντος....Με βάση όλα τα παραπάνω περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων θα υποστεί στο μέλλον επιπρόσθετη ηθική βλάβη, πέραν της ενεστώσας, καθώς δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι δεν θα τεκνοποιήσει, ούτε ότι κινδυνεύει να προσβληθεί με καρκίνο (και, κατά συνέπεια, το αιτούμενο κονδύλιο περί επιδίκασης σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης για μέλλουσα ηθική βλάβη είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 299 και 932 ΑΚ, αφού με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα και συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά τα οικεία μέρη του, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, αναγνώρισε την υποχρέωση του πρώτου και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, εξαιτίας της σωματικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 60.000 ευρώ, το οποίο δεν βρίσκεται σε αναλογία με τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, τα δικαστικά έξοδα είναι μεν, κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ., επιβλητέα σε βάρος του αναιρεσείοντος, πλην όμως δεν συμπεριλαμβάνονται σ' αυτά, κατά το άρθρο 189 του ίδιου Κώδικα τα χωρίς ανάγκη και από υπερβάλλουσα πρόνοια των αναιρεσίβλητων γενόμενα, που είναι και όσα προξενήθηκαν από τη χωριστή εκπροσώπησή τους, εφόσον αυτοί, έχοντας κοινό συμφέρον κατά την προκείμενη συζήτηση, συνιστάμενο στην απόρριψη της αναίρεσης, μπορούσαν και όφειλαν να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους με ένα και τον αυτόν δικηγόρο.
Επομένως, πρέπει να επιδικασθεί στους αναιρεσίβλητους μια δικαστική δαπάνη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 1-6-2016 και 15-9-2016 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η 5432/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-6-2016 αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-9-2016 αίτηση αναίρεσης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ