Legislator Case Law & Legislation
1478/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for non-appearance and substantive grounds for lack of evidence.

Case Number 1478/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant failed to appear at the hearing despite being properly summoned, and the court found the appeal arguments regarding the engineer's report and property valuation to be substantively unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573, 242, 576, 561, 559(20) of the Code of Civil Procedure; The court may proceed with a hearing despite the appellant's absence if proper summons was issued, and an appeal based on the distortion of an expert report is inadmissible if the report is not a document within the meaning of the Code.

Keywords

AI generated
cassation appeal non-appearance proper summons expert report legal costs substantive dismissal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 334 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 368 of the Code of Civil Procedure
Article 390 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 350 of the Code of Civil Procedure
Article 527(a) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 28/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1478 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1478/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε .

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων:1.Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γεωργόπουλο .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Νοεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 461/2004 μη οριστική και 4109/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4262/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1197/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι ως άνω καλούντες με την από 4 Νοεμβρίου 2009 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 44/10.1.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 4262/28.6.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 2595Β'/11-2-2001 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσίβλητων Ευαγγέλου Γεωργόπουλου, οι οποίοι επισπεύδουν την κρινόμενη 44/10-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 4262/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 4-11-2009 κλήσεως, μετά την έκδοση της 1197/2009 αποφάσεως του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως λόγω μη νομότυπης κλητεύσεως του απολιπομένου αναιρεσείοντος, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (4-10-2010), νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (4-10-2010).

Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρ. 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, με την κρινόμενη 44/10-1-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4262/28-6-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 113480/9576/9-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος εδιώκετο να αναγνωρισθεί κύρια (α) η ακυρότητα της υπαναχωρήσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, με αντικείμενο την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής των τελευταίων και επικουρικώς β) η υποχρέωση των τελευταίων σε καταβολή στον ενάγοντα κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ποσού των 277.116,72 ευρώ.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 461/2004 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και στη συνέχεια η 4109/2006 οριστική αυτού απόφαση και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 9112/6-11-2006 έφεση του ενάγοντος, η 4262/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτών κρίση τους.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με ένδικη αίτηση αναιρέσεως και την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα:

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Έξαλλου, προκύπτει, ότι το συμβατικό δικαίωμα του ενός των μερών να κηρύξει έκπτωτο το άλλο είναι δικαίωμα υπαναχωρήσεως, με την άσκηση του οποίου αποσβήνονται οι υποχρεώσεις από τη σύμβαση προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται αμοιβαίως να αποδώσουν τις ληφθείσες παροχές κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, αφού η σύμβαση λύεται αναδρομικώς (ex tunc) και, μάλιστα, αυτοδικαίως. Η ρύθμιση όμως αυτή είναι ενδοτικού δικαίου, και επομένως μπορούν να συμφωνήσουν τα μέλη να αφορά στο μέλλον η ενέργεια της υπαναχωρήσεως (ex nunc). Η κατά τον τρόπο διάφορο από το άρθρο 389 παρ. 2 ΑΚ συμβατική ρύθμιση των συνεπειών του δικαιώματος υπαναχωρήσεως αποτελεί "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, η οποία για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να γίνει επίκληση του περί τούτου ισχυρισμού (ΑΠ 937/2005).

Με τον δεύτερο κατά σειρά και τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά ορθώς στο άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον αορίστως διατυπωθέντα ισχυρισμό των ήδη αναιρεσιβλήτων για το παρεχόμενο από το άρθρο 15 της συμβάσεως δικαίωμά τους, κατά τους ορισμούς του οποίου, κατά τις αντίστοιχες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παροχές της αποφάσεως, "α) ο εργολάβος θα αποβάλλετο από το εργοτάξιο με εκτέλεση του εργολαβικού που οι συμβαλλόμενοι κήρυξαν τίτλο βέβαιο, εκκαθαρισμένο και εκτελεστέο.

Οι οικοπεδούχοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την άδεια ανεγέρσεως της πολυκατοικίας χωρίς να καταβάλουν άλλο αντάλλαγμα, ο δε εργολάβος εξουσιοδοτούσε με το εργολαβικό συμβόλαιο τους οικοπεδούχους με ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα που θα ίσχυε και για τις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 του ΑΚ απέναντι σε κάθε αρχή να λάβουν αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων, που θα ήταν απαραίτητα για την κατά τα παραπάνω συνέχιση των εργασιών των εργασιών των ιδιοκτησιών της αντιπαροχής και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων αλλά και ολόκληρης της οικοδομής, β) οι οικοπεδούχοι για την εξεύρεση των χρημάτων που θα απαιτούντο για την κατά τα παραπάνω συνέχιση, μετά από έγγραφη προειδοποίηση που θα κοινοποιείτο στον εργολάβο νομίμως πριν δέκα ημέρες τουλάχιστον, στην οποία θα έπρεπε να εκτίθεται το τίμημα που πέτυχαν, ο τρόπος καταβολής και ο αγοραστής καθώς και η διεύθυνση του, θα μπορούσαν να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα, νομή και διακατοχή οποιαδήποτε από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν στον εργολάβο που δεν θα είχαν μεταβιβασθεί σε τρίτους μέχρι του χρόνου της εκπτώσεως για να μπορέσουν με τα χρήματα που θα εισέπρατταν από την πώληση κατά σειρά: 1) να αποπερατώσουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής, 2) να αποπερατώσουν τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, 3) να αποπερατώσουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που μεταβιβάστηκαν οριστικά σε τρίτους, 4) να εισπράξουν τις απαιτητές ρήτρες, αποζημιώσεις και ασφαλιστικά ταμεία, 5) να αποπερατώσουν τις οριζόντιες που προσυμφωνήθηκαν να πωληθούν με προσύμφωνα στα οποία έλαβαν μέρος οι οικοπεδούχοι.

Κάθε τυχόν υπόλοιπο χρημάτων που θα απέμεινε και κάθε οριζόντια ιδιοκτησία που δεν θα μεταβιβαζόταν θα περιερχόντουσαν στον εργολάβο, ο οποίος θα μπορούσε να ζητήσει αυτό με βάση τις διατάξεις αδικαιολογήτου πλουτισμού", με καταληκτικό αυτής αποδεικτικό συμπέρασμα. " Από τις δηλώσεις αυτές της βουλήσεως των συμβαλλομένων, ερμηνευόμενες προσηκόντως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή με αναζήτηση της αληθινής τους βουλήσεως, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αλλά και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται σαφώς ότι με την κήρυξη του εργολάβου εκπτώτου εκ μέρους των οικοπεδούχων επέρχεται κατάργηση της συμβάσεως εργολαβίας για το μέλλον, η οποία περιλαμβάνει προεχόντως κατάργηση του δικαιώματος του εκπτώτου εργολάβου να αξιώσει την προς αυτόν ή προς τρίτους μεταβίβαση συγκυριότητας επί του οικοπέδου και διηρημένων οριζοντίων ιδιοκτησιών, αφού η αξίωση αυτή είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα των οικοπεδούχων να εκποιήσουν τις ιδιοκτησίες, οι οποίες, αν δεν υπήρχε η έκπτωση, θα περιέρχονταν στον εργολάβο.

Η προβλεπόμενη υποχρέωση των οικοπεδούχων να αποδώσουν στον εργολάβο το υπόλοιπο του τιμήματος και τις τυχόν διηρημένες ιδιοκτησίες που θα απομείνουν αμεταβίβαστες δεν αναιρεί το παραπάνω αποτέλεσμα της εκπτώσεως, διότι συνιστά απλώς συμβατική ρύθμιση και επιβεβαίωση της απαιτήσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που απορρέει από τη συμβατική υπαναχώρηση", παραδοχές, σε συνέπεια με τις οποίες, αξιολόγησε την αγωγή κατά την επικουρικώς διατυπούμενη βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων, τις οποίες εκείνοι υπέβαλαν ως εφεσίβλητοι, προκύπτει ότι δι' αυτών παραδεκτώς (ΚΠολΔ 527 περ. α ΚΠολΔ) και κατά τρόπο ορισμένο προέτειναν την κατά το άρθρο 15 της συμβάσεως ρύθμιση των συνεπειών της εκπτώσεως του αναιρεσείοντος, επικαλούμενοι παράλληλα ότι σε εκτέλεση αυτής αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να εκποιήσουν το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, οριζόντια ιδιοκτησία η οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, αποτελούσε, όπως και οι λοιπές, πλην των στοιχ.

Β1 και Γ1, που παρέμειναν στην κυριότητα των αναιρεσιβλήτων οικοπεδούχων , την εργολαβική του αμοιβή, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμος.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ως έγγραφο νοείται το κατά την έννοια των άρθρων 334, 432 ΚΠολΔ αποδεικτικό έγγραφο. Τέτοιο δε έγγραφο δεν είναι η γνωμοδότηση, στην οποία διατυπώνεται το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύ-νης που διατάχθηκε από το δικαστήριο κατά τα άρθρα 368 επ. ΚΠολΔ ή της κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεως που συντάσσεται με αίτηση κάποιου διαδίκου, ως αποτελούσες ιδιαίτερο κατά τα άρθρα 339, 350 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων (ΑΠ28/2005). Επομένως, ο απομένων προς έρευνα πρώτος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμορφώσεως από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου της από 21-10-2000 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Π, πολιτικού μηχανικού η οποία διενεργήθηκε κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως προς το Τ.Ε.Ε από τους ήδη αναιρεσιβλήτους, ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 44/10-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 4262/28-6-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ