Legislator Case Law & Legislation
1478/2007 AI generated

1478/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1478/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1478/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΄Ετσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξιδιασμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης και κατά την εκτέλεση της εργασίας γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1478 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1478/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , δικηγόρου, ως οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΤΜΑΤΖΙΔΗΣ - Φ. ΠΑΠΠΑΣ ΑΒΕΕ" με τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΑΘΥΤΥΠΙΑ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Αρμάο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 κλήση - ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1309/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5330/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 26-4-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας εισηγήσεως αναφερόμενα, όπως αυτός, σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση και την απόρριψη αμφοτέρων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του με το π.δ. της 8/13-12-1928 κωδικοποιηθέντος ν. 2514/1928, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον εκ΄ αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.

Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από το περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε, και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι΄ αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.

΄Ετσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξιδιασμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης και κατά την εκτέλεση της εργασίας γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.

Ειδικότερα, για το χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στο χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλ΄ απαιτείται εξιδιασμένη εμπειρία, και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (βλ.

σχ. ΑΠ 1338/2002, 1415/1995, 770/1989, 1355/1990). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ :

Οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στις ...... ο πρώτος και στις ....... ο δεύτερος, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ. ΑΤΜΑΤΖΙΔΗΣ - Φ. ΠΑΠΠΑΣ ΑΒΕΕ" και με το διακριτικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΑΘΥΤΥΠΙΑ ΑΒΕΕ", οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως της οποίας είναι ο ήδη με την ιδιότητα αυτήν αναιρεσείων δικηγόρος, προσέφεραν δε τις υπηρεσίες τους στην εργοδότιδά τους εταιρεία αυτή μέχρι τις 16-1-2004, οπότε ο οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως της τελευταίας εταιρείας, η οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ΄ αριθ. 1473/8-12-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους.

Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους οι αναιρεσίβλητοι είχαν την ειδικότητα του λιθογράφου τεχνίτη λιμιναριστή και χειρίζονταν μόνοι τους τη σχετική μηχανή, ολοκληρώνοντας την πολύπλοκη διαδικασία της εκτυπώσεως με τη μέθοδο της βαθυτυπίας. Συγκεκριμένα αυτοί χειρίζονταν λαμιναριστική μηχανή, με την οποία συγκολλούσαν δύο φύλλα σελοφάν για να αποτελέσουν ένα ενιαίο σώμα, εκτυπωμένο εξωτερικά, που προορίζονταν για τη συσκευασία κάποιου προϊόντος.

Με δική τους ευθύνη και πρωτοβουλία προέβαιναν στην προπαρασκευή της μηχανής, τοποθετώντας τα ρολά που περιείχαν τα δύο φύλλα σελοφάν, το ένα τυπωμένο και το άλλο ατύπωτο, έτσι ώστε να συγκολληθούν και να αποτελέσουν ένα ενιαίο σώμα. Ακόμη προέβαιναν στον εφοδιασμό της μηχανής με κόλλα, αναμειγνύοντας και συνδυάζοντας στις κατάλληλες αναλογίες τα δύο συστατικά από τα οποία αποτελείται αυτή, ώστε να επιτύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια ρύθμιζαν τους κυλίνδρους της μηχανής και επέβλεπαν αυτήν, επεμβαίνοντας διορθωτικά καθ΄ όλη τη διαδικασία του λαμιναρίσματος. Οι εργασίες αυτές απαιτούσαν εξιδιασμένη εμπειρία και αυτοσυγκέντρωση, εγρήγορση και προσοχή, με έντονη τη χρησιμοποίηση τω πνευματικών λειτουργιών, μαζί με την ανάπτυξη πρωτοβουλίας για την επίτευξη καλλίτερου αποτελέσματος, για το οποίο ήταν υπεύθυνοι.

Την εργασία αυτήν εκτελούσαν χωρίς να καθοδηγούνται από άλλον, διέθεταν δε ανάλογη κατάρτιση και εξιδιασμένη εμπειρία που είχαν αποκτήσει από τη μακροχρόνια απασχόλησή τους στην επιχείρηση της ως άνω πτωχεύσασας εταιρείας, ενώ αμείβονταν με ημερομίσθιο και τελούσαν υπό τη γενική επίβλεψη του τότε Προέδρου του Δ.Σ.

της πτωχεύσασας εταιρείας ......., δεδομένου ότι ο τελευταίος μόνο σε ορισμένες πολύ σοβαρές περιπτώσεις και σε σύντομο χρόνο έδινε γενικές κατευθύνσεις στον τρόπο χειρισμού των μηχανών, η ευθύνη για τις οποίες παρέμεινε κατά βάση στους μισθωτούς. Εξάλλου, μολονότι μετά το έτος 1997 η πτωχεύσασα εταιρεία αντικατέστησε τις παραπάνω παλαιές μηχανές με μία μεγάλη σύγχρονη αυτόματη (ηλεκτρονική) λαμιναριστική μηχανή, εν τούτοις οι αναιρεσίβλητοι κατά τα τελευταία τρία έτη, παρά την ως άνω αντικατάσταση, εξακολούθησαν να απασχολούνται κατά κύριο λόγο με το χειρισμό λαμιναριστικής μηχανής.

Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, οι αναιρεσίβλητοι είχαν την ιδιότητα υπαλλήλου, διότι η εργασία που παρείχαν ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική με υπέρτερο το πνευματικό στοιχείο και ως εκ τούτου δικαιούνταν την αποζημίωση που καθορίζεται για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για τους υπαλλήλους κατά τις διατάξεις του ν. 2112/1920 και όχι την αποζημίωση που προσδιορίζεται από το β.δ. 16/18-7-1920 για τους εργάτες, την οποία εισέπραξαν από τον αναιρεσείοντα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκανε δεκτούς ως βάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και στη συνέχεια δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση των τελευταίων, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη από 13-12-2004 κλήση - ανακοπή των ίδιων και αναγνώρισε ότι καθένας από αυτούς (αναιρεσιβλήτους) δικαιούνταν να λάβει την καθοριζόμενη αποζημίωση υπαλλήλου λόγω της καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο και συγκεκριμένα με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για τους σ΄ αυτήν παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ΄ αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και αυτό γιατί τα περιστατικά που δέχεται το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα τούτο δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν πράγματι οι αναιρεσίβλητοι είχαν την ιδιότητα υπαλλήλου και όχι εργάτη, δεδομένου ότι μόνα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν τους αναιρεσιβλήτους ως υπαλλήλους, ακριβώς διότι πρόκειται περί προσώπων απασχολούμενων στη βιομηχανική παραγωγή και δεν αρκούσε η άσκηση αυτών στο χειρισμό και στη ρύθμιση της λαμιναριστικής μηχανής, με την οποία αναπληρωνόταν η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλ΄ επιπροσθέτως απαιτούνταν και εξιδιασμένη εμπειρία, αλλά και θεωρητική μόρφωση, καθώς και ανάπτυξη πρωτοβουλίας για ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, για τα οποία όμως γεγονότα δεν υπάρχει επαρκής διευκρινιστική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε με βεβαιότητα να προκύπτει ότι πράγματι κατά την εκτέλεση της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων παρεχόμενης εργασίας τους το πνευματικό στοιχείο υπερτερούσε του σωματικού.

Βέβαια το Εφετείο δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι "διέθεταν ανάλογη κατάρτιση και εξιδιασμένη εμπειρία" και "ανέπτυσσαν πρωτοβουλία για την επίτευξη καλύτερου αποτελέσματος, για το οποίο ήταν υπεύθυνοι", πλην όμως τελικά δεν εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπουν την παραδοχή ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών (πρ.βλ.

ΑΠ 147/1993), πολλώ μάλλον εφόσον, αφενός μεν δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι αμείβονταν με ημερομίσθιο, καθώς και ότι αυτοί τελούσαν υπό το γενική επίβλεψη του ......, τότε προέδρου του Δ.Σ. της εργοδότιδάς τους εταιρείας, ο οποίος μάλιστα σε ορισμένες πολύ σοβαρές περιπτώσεις, έστω και σε σύντομο χρόνο, τους έδινε γενικές κατευθύνσεις στον τρόπο χειρισμού των μηχανών, αφετέρου δε δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφασή του και για το ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν οποιαδήποτε θεωρητική μόρφωση σχετικά με το αντικείμενο της παρεχόμενης εργασίας τους.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών (όπως εκτιμάται) αιτιολογιών επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, όπως ο λόγος αυτός, σε κάθε περίπτωση, παραδεκτώς διευκρινίζεται και συμπληρώνεται, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, με την έγγραφη εισήγηση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 53302006 απόφασή του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ