Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, upholding statutory age limits and collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and the General Confederation of Greek Workers' supplementary intervention against a first-instance judgment. The court found the appeal arguments baseless, noting that the employment contract was governed by a valid collective agreement and that the termination followed statutory age limits. Consequently, the court rejected the claims regarding procedural violations and the nature of the employment relationship.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 1 and 2 of Law 3789/1957; Article 21 of the 1978 Personnel Organization: An appeal based on alleged procedural violations or statutory breaches is inadmissible if the employment relationship is validly governed by a collective agreement and the termination complies with statutory age limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1478 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1478/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - υπερού η πρόσθετη παρέμβαση: .... , που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Στυλιανό Βλαστό και Άρη Καζάκο.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταρείας με την επωνυμία «E.F.G EUROBANK - ERGASIAS A.E.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Γεώργιο Δαούτη.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΓΣΕΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Άρη Καζάκο και Σοφία Καζάκου.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς τους: 1) «ΕΝΩΤΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EUROBANK -ERGASIAS», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό και 2) «ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ο.Ε)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με τις ενώπιον του ακροατηρίου προφορικώς ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις των προς κοινοποίηση της αναιρέσεως διαδίκων. Η ανωτέρω αγωγή κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 474/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2003 αίτησή του και με την από 16-1-2006 πρόσθετη παρέμβαση της ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΓΣΕΕ. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας ανέγνωσε τις από 25-11-2004 και 10-3-2006 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε, α) την απόρριψη του δεύτερου και την παραδοχή των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και β) να γίνει δεκτή η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση συνεκδικαζόμενη με την από 6-10-2003 αίτηση αναιρέσεως. Να διορθωθεί δε η από 15-11-2004 εισήγηση, κατά τα εις το σκεπτικό. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, με την από 16-1-2006 αίτησή της, το πρώτον ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.), επικαλούμενη ότι ο αναιρεσείων ενάγων, υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, αποτελεί μέλος της πρωτοβάθμιας επιχειρησιακής συνδικαλιστικής οργανώσεως με την επωνυμία «Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας EFG EYROBANK- ERGASIAS A.E.", η οποία είναι μέλος της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας – ΟΤΟΕ", η οποία με τη σειρά της είναι μέλος αυτής (Γ.Σ.Ε.Ε.), που αποτελεί την αντιπροσωπευτικότερη τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων της χώρας.
Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της η παρεμβαίνουσα επικαλείται την ευρύτερη σημασία, για μεγάλη κατηγορία τραπεζοϋπαλλήλων, του υπό κρίση νομικού ζητήματος που εν κατακλείδι αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των όρων του Οργανισμού της αρχικής εργοδότριας Τράπεζας Εργασίας, που καταρτίστηκε με την από 20-1-1978 ειδική Σ.Σ.Ε., οι οποίοι όροι είχαν καταστεί περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του υπερού.
Η έκβαση της δίκης, κατ' αυτήν, αφορά και στο συλλογικό συμφέρον πολλών εργατοϋπαλλήλων, στις ατομικές συμβάσεις των οποίων έχουν ενσωματωθεί ευνοϊκότεροι όροι προηγούμενων Σ.Σ.Ε. και Κανονισμών, τα δικαιώματα των οποίων αμφισβητούνται ευθέως από τις εργοδοτικές τραπεζικές επιχειρήσεις, όπως είναι και η αναιρεσίβλητη –καθής η οποία, ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότριας, μετά την από 12-9-2000 καταγγελία του προϋφιστάμενου αυτού Οργανισμού – Κανονισμού της Τράπεζας Εργασίας, θέσπισε νέο Κανονισμό Εργασίας με δυσμενέστερους όρους.
Τα εκτιθέμενα ανωτέρω συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος. Επομένως, η ασκούμενη παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 675 Α του Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3189/2003, πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να συνεκδικασθεί με την από 6-10-2003 αίτηση αναιρέσεως.
2. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β΄, 309 εδ. α΄, 321 και 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο της ασκήσεως του ως άνω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα ης ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.
Άρα τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλίαν οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν έχει προηγηθεί παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η παραίτηση αυτή μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, επομένως και με το δικόγραφο της αναιρέσεως, οπότε το αποτέλεσμα της παραιτήσεως, δηλαδή η τελεσιδικία της πρωτόδικης αποφάσεως, ανατρέχει στο χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, έστω και αν η επίδοση του δικογράφου της έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (Ολ.
ΑΠ 9/1996). Υπό τα δεδομένα αυτά η νομοτύπως ασκηθείσα στις 3-12-2003 ένδικη αναίρεση κατά της 474/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από συζήτηση της υποθέσεως κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να κριθεί παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.), αφού στο δικόγραφό της, περιέχεται δήλωση του ηττημένου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ότι παραιτείται από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η οποία ισχύει από τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ανεξάρτηταα από τον χρόνο επιδόσεως αυτής, κατά τα προεκτεθέντα.
Επομένως, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη κατά την άσκηση της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 3. Επειδή το, προϊσχύσαν του Ν. 1876/1990, νομικό καθεστώς (άρθρ. 1 επ. Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν.Δ. 3755/1957), επέτρεπε κατ' εξαίρεση τη σύναψη ειδικών ΣΣΕ οι οποίες συνήπτοντο και σε τραπεζικές επιχειρήσεις ή τραπεζικά ιδρύματα, εφόσον οι μισθωτοί των επιχειρήσεων αυτών δεν υπήγοντο σε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ (άρθρ. 7 παρ. 1 περ.
δ', παρ. 5 Ν. 3239/1955). Υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955 συνήφθη και η από 20-1-1978 ΣΣΕ μεταξύ της Τράπεζας Εργασίας και του Συλλόγου του προσωπικού της, η οποία περιείχε τον κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας και ήταν ειδική. Δεδομένου δε ότι δεν υπήρχε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ η οποία να ρυθμίζει τον κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας, συνήφθη εγκύρως και δέσμευε την Τράπεζα Εργασίας και τους εργαζομένους της που ήταν, όλοι, μέλη του Συλλόγου του προσωπικού της.
Η από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ αυτή, οι όροι της οποίας συνιστούσαν νόμιμο και συμβατό προς το άρθρο 1 Ν. 3239/1955 αντικείμενο και, ως τέτοιο, ρύθμιζαν κανονιστικά τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.» καθ' όλη της διάρκεια ισχύος του Ν. 3239/1955, όσο και κατά το καθεστώς του, διαδοχικά, ισχύοντος Ν. 1876/1990 (άρθρ. 9 παρ. 4), υπό το οποίο συνέχισε να ισχύει «ως επιχειρησιακή» ΣΣΕ και σύμφωνα με τις διατάξεις του κρίνεται η λήξη της ισχύος της.
Με βάση το γενικό κανόνα που γινόταν δεκτός υπό το προϊσχύον δίκαιο - και υιοθετεί ο Ν. 1876/1990 με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1,2 και 9 παρ. 4,5 - από τη σύναψη της νέας ΣΣΕ ισχύουν οι όροι αυτής και μόνο αυτής χωρίς διάκριση αν είναι ευνοϊκότεροι ή δυσμενέστεροι από τους όρους της προηγούμενης ΣΣΕ, αφού οι όροι της προηγούμενης παύουν να ισχύουν όχι μόνο με βάση τον κανόνα lex posterior derogat legi priori αλλά και από το γεγονός ότι η προηγούμενη ΣΣΕ καταργείται με την καταγγελία ή τη λήξη του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτής.
Για το λόγο αυτό γινόταν δεκτό υπό το καθεστώς του Ν. 3239/1955 ότι η άμεση εφαρμογή της νέας ΣΣΕ και συνεπώς και του νέου κανονισμού που συνάπτεται με ΣΣΕ επιβάλλει την αποκλειστική εφαρμογή τους. Ληξάσης της ισχύος της ΣΣΕ, αίρεται μεν ο χαρακτήρας των σχετικών αυτής όρων ως κανονιστικών και παύει η άμεση και αναγκαστική τούτων ενέργεια, οι υπ' αυτών όμως μέχρι τότε διεπόμενες ατομικές συμβάσεις εργασίας εξακολουθούν ισχύουσες όπως μέχρι τότε είχαν διαμορφωθεί υπό τούτων μέχρι της κατά κάποιο νόμιμο τρόπο λύσεώς τους ή της αντικαταστάσεώς τους δια νέας συλλογικής ρυθμίσεως, έστω και αν αυτή περιέχει όρους δυσμενέστερους των πρότερων ισχυόντων (Ολ.
ΑΠ 461/1970). Ο ως άνω κανόνας βρίσκει ήδη έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1,2 και 9 παρ. 4,5 του Ν. 1876/1990, ενόψει των οποίων και ιδίως της προβλεπόμενης από αυτές πλασματικής επιβίωσης των κανονιστικών όρων της ΣΣΕ για ένα εξάμηνο από την λύση της και στη συνέχεια, μετά την πάροδο του εξαμήνου, την επιβίωση των ιδίων όρων, ως κοινών ενοχικών όρων, πρέπει να γίνει δεκτή η προσωρινή ενσωμάτωση των άνω όρων στην ατομική σύμβαση μέχρι την τροποποίηση αυτών με νεώτερη ατομική συμφωνία ή με μεταγενέστερη ΣΣΕ.
Εξάλλου σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως η τύχη των εργασιακών σχέσεων ρυθμίζεται από το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ΠΔ 572/1988 (και τώρα 4 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 178/2002) , με το οποίο η ελληνική νομοθεσία προσαρμόστηκε στην Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου της ΕΟΚ (νυν Ε.Ε.) της 14-2-1977. Παράλληλα, ισχύουν οι περί προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, του άρθρου 9 παρ. 1 του ΒΔ της 16/18-7-1920 και του άρθρου 8 του ΠΔ της 8-12-1928 (η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3239/1955, που κάλυπτε προβλήματα εφαρμογής συλλογικού δικαίου, καταργήθηκε μαζί με το Ν. 3239/55 από το Ν. 1876/90), οι οποίες είναι δημόσιας τάξης.
Έχει δε γίνει παγίως δεκτό, ότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 ο υπάλληλος δε στερείται το σύνολο των πλεονεκτημάτων από την εργασία. Η προστασία δηλαδή δεν περιορίζεται στο να μη θίγονται μόνο τα δικαιώματά του για αποζημίωση που προβλέπει ο Ν. 2112. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες σχέσεις χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών.
Με άλλα λόγια καθιερώνεται αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Συνακόλουθα διασώζεται η εργασιακή σχέση, καθ΄ όλο τα περιεχόμενό της, και από την άποψη αυτή η διάταξη διασφαλίζει τη συνέχεια στην απασχόληση και την αποφυγή της χειροτέρευσης της θέσης του μισθωτού. Ειδική περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και διαδοχής εγοδοτών αποτελεί η συγχώνευση εταιρειών με απορρόφηση (άρθρ. 68 επ.
ΠΔ 498/87). Οι εργασιακές σχέσεις, όπως όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις που είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες δεν λύνονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, η οποία ως διάδοχος εργοδότης υποκαθίσταται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των απορροφωμένων επιχειρήσεων ως δικαιοπαρόχων εργοδοτών (ΑΠ 988/96 ΔΕΝ 53-1121).
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΠΔ 572/1988, σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως, και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.
Μετά τη μεταβίβαση, οι ειδικές ΣΣΕ του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955, που αντιστοιχούν στις επιχειρησιακές ΣΣΕ του ισχύοντος Ν. 1876/1990, συνδεόμενες από τη φύση τους με μια επιχείρηση ή εκμετάλλευση, αφού αφορούν τους εργαζομένους μιας συγκεκριμένης εκμεταλλεύσεως ή επιχειρήσεως (άρθρ. 3 παρ. 1γ Ν. 1876/1990), λήγουν, είτε ταυτόχρονα με την λήξη του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτών, είτε με την καταγγελία τους (ως αόριστης διάρκειας) από την απορροφώσα εταιρία, αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι συνθήκες που υπήρχαν κατά την υπογραφή τους, χωρίς να συναφθεί νέα ΣΣΕ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων – αναιρεσείων προσλήφθηκε στις 16-10-1978 από την «Τράπεζα Εργασίας Α.Ε.» και , μετά δοκιμαστική υπηρεσία και αξιολόγηση, ως τακτικός πλέον υπάλληλός της, συνδέθηκε με αυτή με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Στη συνέχεια την αρχική εργοδότριά του απορρόφησε δια συγχωνεύσεώς της με αυτή η εναγομένη – αναιρεσίβλητη «EFG EUROBANK Α.Ε.», που συντελέστηκε και ολοκληρώθηκε στις 7-9-2000, οπότε η τελευταία κατέστη διάδοχος εργοδότριά του. Η συγχώνευση, προς πλήρη ολοκλήρωσή της, προϋπέθετε επιχειρηματική, οργανική και λειτουργική σύγκλιση των δύο Τραπεζών.
Μεταξύ των κυρίων τομέων που έχρηζαν σύγκλισης και ανανέωσης ήταν και ο εργασιακός, αφού το εργασιακό καθεστώς που ίσχυε στην «EFG EUROBANK Α.Ε.» ήταν διαφορετικό και απαιτείτο ενιαίο εργασιακό καθεστώς για την ευημερία του ενιαίου τραπεζικού οργανισμού που θα προέκυπτε από τη συγχώνευση. Μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ του Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Εργασίας (που μετονομάστηκε σε Σύλλογο Εργαζομένων Τράπεζας Εργασίας - EFG EUROBANK ) και της Τράπεζας υπογράφτηκαν πρακτικά συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και των δύο Συλλόγων (από 21-7-2000 και 24-7-2000, αντιστοίχως), και με αυτά τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν για τη σύναψη Επιχειρησιακής ΣΣΕ με την οποία θα ιδρυόταν σε κάθε μία (ανεξάρτητες ακόμη Τράπεζες) νέος Εσωτερικός Κανονισμός που θα διείπε τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού, σχέδιο του οποίου (Κανονισμού), με απολύτως ταυτόσημες ρυθμίσεις, προσαρτήθηκε σε κάθε πρακτικό συμφωνίας και συμφωνήθηκε ότι ο νέος Κανονισμός – Οργανισμός κάθε Τράπεζας θα υπογραφόταν και θα τίθετο σε ισχύ πριν από τη συγχώνευση των δύο Τραπεζών, καταργουμένου του προϊσχύοντος Εσωτερικού Κανονισμού και κάθε άλλης προηγούμενης συλλογικής ρύθμισης.
Στις 7-9-2000 ολοκληρώθηκε η (νομική) συγχώνευση των δύο Τραπεζών με απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας από την « Τράπεζα E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε.» . Όμως λόγω μη αποδοχής της συμφωνίας από την πλειοψηφία των μελών του «Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. – E.F.G. EUROBANK», η μετά τη συγχώνευση νέα Τράπεζα (αναιρεσίβλητη) βρέθηκε με δύο διαφορετικούς Εσωτερικούς Κανονισμούς και με υπαλλήλους διεπόμενους από δύο διαφορετικά νομικά εργασιακά καθεστώτα.
Κατόπιν αυτού η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε στις 12-9-2000 τον προϋφιστάμενο Εσωτερικό Κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας (ΕΣΣΕ από 20-1-1978) και τις προηγούμενες λοιπές ΣΣΕ και ρυθμίσεις, όπως είχε δικαίωμα, με σκοπό να συνάψει νέα Επιχειρησιακή ΣΣΕ, με την οποία θα θεσπιζόταν νέος Εσωτερικός Κανονισμός – Οργανισμός για όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό της.
Στις 12-9-2000 υπεγράφη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του «Σωματείου Εργαζομένων E.F.G. EUROBANK », ως αντιπροσωπευτικού των εργαζομένων, κατά νόμο (άρθρ. 6 Ν. 1876/90), νέος Εσωτερικός Κανονισμός, που ήταν ο ίδιος με αυτόν που είχε επισυναφθεί στο άνω πρακτικό συμφωνίας (ίδιο και για τους δύο Συλλόγους) και από 12-9-2000 τέθηκε σε ισχύ, αφού κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Μετά δε προσφυγή και των τριών μερών (αναιρεσίβλητης, «Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. – E.F.G. EUROBANK » και «Σωματείου Εργαζομένων E.F.G. EUROBANK »), ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών (Α/θμια Επιτροπή αρθρ. 15 Ν. 1254/82) και συνεκδίκασή τους , εκδόθηκε η 2/20-2-2001 απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε το «Σωματείο Εργαζομένων E.F.G.
EUROBANK», ως η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση στο χώρο της αναιρεσίβλητης τράπεζας και κατά συνέπεια η μόνη αρμόδια για την υπογραφή με την αναιρεσίβλητη της ΣΣΕ, που καταρτίστηκε, όπως προαναφέρθηκε. Βάσει αυτών – καταλήγει το Δικαστήριο της ουσίας – η αναιρεσίβλητη υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της Τράπεζας Εργασίας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από τις εργασιακές σχέσεις κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως και βεβαίως όφειλε να τηρεί τις διατάξεις του Οργανισμού της πρώην Τράπεζας Εργασίας, ο οποίος είναι ειδική ΣΣΕ που συνήφθη υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955.
Η επελθούσα δε καθολική διαδοχή αφορά και τη δέσμευση της αναιρεσίβλητης, ως διαδόχου εργοδότριας, από την ειδική ΣΣΕ που είχε συνάψει η συγχωνευόμενη Τράπεζα, η οποία (ΣΣΕ) ως σύμβαση αορίστου χρόνου, όπως μπορούσε να λυθεί με καταγγελία από την Τράπεζα Εργασίας (πριν τη συγχώνευση), μπορούσε να καταγγελθεί και από την αναιρεσίβλητη.
Κατά συνέπεια, με την από 12-9-2000 καταγγελία του προϋφιστάμενου Κανονισμού της πρώην Τράπεζας Εργασίας, από την αναιρεσίβλητη και την κατά νόμο σύναψη της από 12-9-2000 νέας επιχειρησιακής ΣΣΕ με την αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχειρήσεως «Σωματείο Εργαζομένων E.F.G. EUROBANK », με την οποία θεσπίστηκε νέος Οργανισμός για όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό της τράπεζας, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε η ειδική από 20-1-1978 ΣΣΕ της (πρώην) Τράπεζας Εργασίας και η νέα επιχειρησιακή ΣΣΕ αφορά και δεσμεύει και όλους τους μισθωτούς της Τράπεζας αυτής.
Ο νέος δε αυτός Οργανισμός – Κανονισμός αποτελεί συνολική και αποκλειστική ρύθμιση όλων των ζητημάτων που αφορούν στις σχέσεις του προσωπικού με την Τράπεζα (σχ. η παρ. 20 του νέου Οργανισμού – Κανονισμού). Επομένως οι διατάξεις του παλαιού Οργανισμού της πρώην Τράπεζας Εργασίας, επί των οποίων στηρίζει ο αναιρεσείων τις αξιώσεις του, έχουν καταργηθεί.
Έκρινε δε, μετά ταύτα, ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του, ότι οι ρυθμίσεις του τότε Εσωτερικού Κανονισμού της Τράπεζας Εργασίας είχαν καταστεί και περιεχόμενο της ατομικής του συμβάσεως εργασίας. Τέλος δέχθηκε, ότι οι όροι του προϊσχύσαντος κανονισμού της πρώην Τράπεζας Εργασίας δεν απετέλεσαν ούτε αποτελούν όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, ούτε ενσωματώθηκαν σ' αυτή, ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ειδική ατομική συμφωνία ότι οι κανονιστικοί όροι του Οργανισμού γίνονταν με τη βούληση των συμβαλλομένων περιεχόμενο και της ατομικής συμβάσεως εργασίας τους.
Κατά συνέπεια η νεότερη ΣΣΕ , που καταρτίστηκε ως άνω, αντικατέστησε και τροποποίησε την προγενέστερη (Οργανισμό τέως Τράπεζας Εργασίας) και στις ρυθμίσεις της υπάγεται ο αναιρεσείων. Έκρινε δε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε, βάσει της ΕΣΣΕ της Τράπεζας Εργασίας, μισθολογικές διαφορές από την παράλειψη προαγωγής του κατ΄ έτος σε μ.κ., καθώς και μη χορηγήσεως επιδόματος πολυετίας, είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ως τέτοια την απέρριψε.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παρεβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, αφού, παρά τις διάφορες εν μέρει αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ορθά δέχτηκε ότι οι όροι της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ με νόμιμο τρόπο αντικαταστάθηκαν με τους δυσμενέστερους έστω όρους της από 12-9-2000 νέας συλλογικής ρύθμισης.
Οι όροι της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ αποτέλεσαν όρους των ατομικών συμβάσεων των εργαζομένων της Τράπεζας εργασίας, μόνο για όσο χρόνο οι συμβάσεις αυτές διέπονταν από την ανωτέρω ΣΣΕ (προσωρινή ενσωμάτωση) και έπαψαν να ισχύουν από τότε που καταρτίσθηκε η νέα ΣΣΕ. Εξάλλου, ελλείψει του στοιχείου του «οικειοθελούς» της παροχής, αφού παρείχετο κατ' επιταγή κανονιστικών διατάξεων, δεν πρόκειται περί μετουσιώσεως των όρων της εν λόγω ΣΣΕ σε «επιχειρησιακή συνήθεια», που θα μπορούσε έμμεσα να αποτελέσει τη βάση σιωπηρής συμφωνίας, ως γενεσιουργού λόγου υποχρεώσεων.
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
4. Επειδή με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των 1 και 2 του Ν. 3789/1957, λόγω μη τηρήσεως της διαδικασίας που προβλέπουν για την κατάρτιση του κανονισμού εργασίας της Τράπεζας Εργασίας, ο οποίος ως εκ τούτου είναι άκυρος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι , όπως δέχθηκε ανέλεγκτα η προσβαλλόμενη απόφαση, όλοι οι εργαζόμενοι στην Τράπεζα αυτή ήταν μέλη του Συλλόγου της επιχειρησιακής συνδικαλιστικής οργανώσεως που συνήψε την εν λόγω ΣΣΕ με την οποία καταρτίστηκε ο από 20-1-1978 Οργανισμός Προσωπικού Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. και επομένως αυτή εδεσμεύετο από την ειδική ΣΣΕ αυτή. Σε κάθε περίπτωση, ο προαναφερόμενος Οργανισμός εργασίας διατηρήθηκε σε ισχύ με την, κυρωθείσα με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 1346/1982 και έχουσα ισχύ τυπικού νόμου, από 4-8-1982 ειδική ΣΣΕ, με την οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ όλοι οι Κανονισμοί Τραπεζών, μεταξύ των οποίων και ο προαναφερόμενος Οργανισμός της Τράπεζας Εργασίας.
5. Επειδή με τον τρίτο, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, (επικουρικό, σε σχέση με το 2ο) λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 21 παρ. 1 του ανωτέρω από 20-1-1978 Οργανισμού Τράπεζας Εργασίας ως διατάξεως κανονιστικής ισχύος, διότι δέχθηκε ότι η ατομική του σύμβαση κατέστη, από της κατά την 16-4-1979 παρατάσεώς της, αορίστου χρόνου, ενώ με την εν λόγω διάταξη θεσπίστηκε οριο ηλικίας για την έξοδο από την υπηρεσία της τράπεζας αυτής. Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση φύση της συνδέουσας τον αναιρεσείοντα με την Τράπεζα Εργασίας συμβάσεως εργασίας αυτού ως αορίστου , αντί ορισμένου χρόνου, δεν ασκεί – ούτε ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι ασκεί –οποιαδήποτε επιρροή στην κρινόμενη διαφορά.
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και η πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση της ΓΣΕΕ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι.
Απορρίπτει την από 6-10-2003 αίτηση του .... , για αναίρεση της 474/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
ΙΙ.
Απορρίπτει την από 16-1-2006 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση της ΓΣΣΕ, για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως.
Καταδικάζει την προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της καθής η παρέμβαση αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ