Legislator Case Law & Legislation
1477/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision, dismissing claim as legally invalid and ordering costs.

Case Number 1477/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against a First Instance Court decision in a labor dispute. The Court found the plaintiff's claim legally invalid because the requested compensation exceeded statutory sick pay limits. Consequently, the appeal was accepted, the lower court's ruling was overturned, and the plaintiff was ordered to pay the State's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 147, 520, 532, 552, 553, 556, 564, 566, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may accept an appeal against a labor court decision if the lower court's ruling is legally invalid, and the claim must be dismissed if the requested amount exceeds statutory benefits.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal legal invalidity claim statutory sick pay Supreme Court review legal costs award Code of Civil Procedure employment termination

Cited Legislation

AI generated
Article 147 of the Code of Civil Procedure
Article 520 of the Code of Civil Procedure
Article 532 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 37 of Law 3986/2011
Article 34 of Law 4024/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1477 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1477/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Νικόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2749/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3159/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 5-1-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5.1.2023 και με αριθμό εκθ. καταθ. 193/15/9.1.2023 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 3159/7.7.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 19.12.2013 (αριθμ.

κατάθ. 7524/2013) έφεση και ο από 25.7.2019 (αριθμ. καταθ.7102/553/2019) πρόσθετος λόγος έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος [αναιρεσείοντος] κατά της υπ' αριθμ. 2749/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η από 10.4.2013 και με αριθμό κατάθ. 63207/2141/2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τα άρθρα 520 παρ. 2, 532 και 674 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν το Ν.4335/2015 και εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση ως εκ του χρόνου ( πριν την 1.1.2016) άσκησης της ένδικης έφεσης (άρθρο 1άρθρο ένατο παρ.2και 4 Ν.4335/2015),επί των υποθέσεων που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν και με τις προτάσεις, σε κάθε περίπτωση, όμως, για να είναι παραδεκτοί, πρέπει να αναφέρονται στα κεφάλαια της αποφάσεως, που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή σε εκείνα, που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά.

Ως "κεφάλαιο", κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., νοείται κάθε οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται για το ορισμένο και παραδεκτό ή και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, καθώς και για τις τυχόν ενστάσεις, που προβλήθηκαν ως άμυνα κατά του αιτήματος αυτού (Α.Π. 322/2022, 1543/2007).

Αντιθέτως, τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα, για τα οποία έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν συνιστούν ιδιαίτερο κεφάλαιο (Α.Π. 671/2003). Ως "αναγκαίως συνεχόμενο" προς τα εκκληθέντα κεφάλαια νοείται μια οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία έχει τέτοια συνάφεια προς κάποια από τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελεί ζήτημα προκριματικό για την παραδοχή τους, είτε γιατί πηγάζει από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνει ή προσδιορίζει το περιεχόμενο εκείνων, έτσι, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του εφετείου ως προς το συνεχόμενο κεφάλαιο, από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων κεφαλαίων (Α.Π. 322/2022, 1047/2021, 249/2016, 76/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 10.4.2013 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης 63207/2141/2013 αγωγή που άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα, ισχυρίστηκε ότι απασχολήθηκε στο Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΡΓΟ ΠΟΛΙΤΩΝ" με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου στην κατηγορία ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων κατά το χρονικό διάστημα από 3.4.2006 έως 22.8.2011, οπότε καταργήθηκε το παραπάνω Ν.Π.Ι.Δ με το άρθρο 56 παρ. 1 εδ.

στ' του Ν. 4002/2011, οι αρμοδιότητες του οποίου μεταβιβάσθηκαν στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ότι με βάση το άρθρο 56 παρ. 3 του ίδιου νόμου το μόνιμο και το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό που υπηρετεί στο καταργηθέν νομικό πρόσωπο μεταφέρεται σε κενές οργανικές θέσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, αντίστοιχης κατηγορίας, κλάδου, βαθμού και ειδικότητας, βάσει των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων που κατείχε έκαστος από τους ανωτέρω εργαζόμενους.

Ότι με την ανωτέρω διάταξη οριζόταν η έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης, από τον Υπουργό Πολιτισμού και τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με την οποία θα καθορίζονταν αναλυτικά οι λεπτομέρειες της μεταφοράς του προσωπικού στις αντίστοιχες Υπηρεσίες του Υπουργείου.

Ότι σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 6 του ν. 4024/2011 που δημοσιεύθηκε στις 27.10.2011 προβλέφθηκε ότι το προσωπικό των καταργηθέντων νομικών προσώπων εντάσσεται από 27.10.2011 στην εργασιακή εφεδρεία του άρθρου 37 παρ. 7 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 4024/2011, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις μεταφοράς προσωπικού που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 56 παρ. 3 του ν. 4002/2011.

Ότι με τις υπ' αριθμ. πρωτ. ....2011 και ....2012 διαπιστωτικές πράξεις του Υπουργού Πολιτισμού που εκδόθηκαν στη συνέχεια, αποφασίσθηκε η ένταξη της ενάγουσας σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και παρά το γεγονός ότι από 14.3.2012 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. ΥΓΠΠΟΤ/ΔΙΟΙΚ/ΤΔΠΕΦ/ 17036/ 28.2.2012 ΚΥΑ που προβλέπεται από το άρθρο 56 παρ. 3 ν. 4002/2011, με την οποία μεταφέρθηκε αναδρομικά από 22.8.2011 έως 26.10.2011 με την ίδια σχέση εργασίας σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού.

Ότι με την ίδια ΚΥΑ προβλέφθηκε η κατάργηση της προσωποπαγούς θέσης στην οποία τοποθετήθηκε, οπότε αυτή έπρεπε να μεταφερθεί σε κενή οργανική θέση της κατηγορίας ΔΕ Διοικητικού, η οποία υφίστατο τουλάχιστον μέχρι την 31.10.2011. Ότι μετά τη θέση της ενάγουσας σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, το εναγόμενο έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, γεγονός που ισοδυναμεί με καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία είναι άκυρη, διότι έλαβε χώρα κατά παράβαση νόμου και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Ότι οι διατάξεις περί εργασιακής εφεδρείας αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 (για την προστασία της εργασίας) και 25 παρ. 1 (που θεσπίζει την αρχή της αναλογικότητας) του ισχύοντος Συντάγματος. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε:

α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20.3.2013 ή άλλως της από 10.1.2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία της, εντάσσοντας την σε κενή οργανική θέση ΔΕ διοικητικού γραμματέων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλλει ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 27.10.2011 έως 23.3.2012, το συνολικό ποσό των 22.763 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικώς δε και σε περίπτωση που η απόλυση της κριθεί έγκυρη, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλει το ποσό των 3.354 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας της, λόγω της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς του εναγόμενου, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη και τέλος να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά της έξοδα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 2749/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως ορισμένη, νόμιμη και εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας (με τη θέση της σε αναγκαστικό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας), υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται στο μέλλον την παροχή της εργασίας της, απασχολώντας την στην ίδια ή σε ανάλογη θέση με αυτή που κατείχε μέχρι την ημερομηνία απόλυσης της, εντάσσοντας την σε κενή οργανική θέση ΔΕ διοικητικού γραμματέων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 22.763 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27.10.2011 έως 23.3.2013, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση, ενώ συμψηφίσθηκε η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Τέλος απορρίφθηκε ως κατ'ουσία αβάσιμο το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης.

Κατά της ως άνω απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 19.12.2013 έφεση, με την οποία προσέβαλε την ως άνω απόφαση στο σύνολό της "για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων", ζητώντας να εξαφανισθεί, ώστε να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν η αγωγή. Ειδικότερα, με τους τέσσερις λόγους έφεσης, διατυπώθηκε παράπονο για την εκ μέρους του πρωτοδικείου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 656 ΑΚ, 56 παρ. 1 περ. στ' του ν. 4002/2011 και 37 παρ. 7 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 5α ν.4024/2011, 34παρ.9 ν.4024/2011 και 909 του ΚΠολΔ και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κρίση ότι η θέση της αντιδίκου σε εργασιακή εφεδρεία συνιστά απόλυση, την άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών της αδικαιολόγητη, καθιστώντας το ελληνικό Δημόσιο σε υπερημερία εργοδότη, τη δε καταγγελία άκυρη, και ότι το ελληνικό Δημόσιο οφείλει για μισθούς υπερημερίας το ποσόν των 22.763 ευρώ. Επίσης, παραδεκτά με ιδιαίτερο από 25.7.2019 δικόγραφο, το εναγόμενο, ως εκκαλούν, άσκησε πρόσθετο λόγο έφεσης, τον οποίο κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με τον οποίο προέβαλε ότι οι μικτές αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν σε 944,00 ευρώ και το συνολικό ποσό των οφειλομένων κατά την εκκαλουμένη αποδοχών υπερημερίας στο ποσό των 16.048 ευρώ και όχι στο ποσό των 22.763 ευρώ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.3159/2021 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε, ως απαράδεκτο τον πρόσθετο λόγο έφεσης, που, παραδεκτώς, είχε ασκήσει με ιδιαίτερο δικόγραφο, το εναγόμενο, ως εκκαλούν, με την αιτιολογία ότι ο λόγος αυτός δεν αφορά στα κεφάλαια που προσβάλλονται με την έφεση, ούτε συνέχεται αναγκαίως με αυτά.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, όμως, προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη, από 10.4.2013 αγωγή, η ενάγουσα, εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20.3.2013 ή άλλως της από 10.1.2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω θέσης αυτής σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία της και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλλει ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 27.10.2011 έως 23.3.2012, το ποσόν των 22.763 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον ως άνω πρόσθετο λόγο, καθ' όσον σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη εκτεθεί στη μείζονα ως άνω σκέψη, ο πρόσθετος λόγος έφεσης αφορά το ύψος των επιδικασθεισών αποδοχών υπερημερίας με βάση τις μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσίβλητης και συνέχεται αναγκαίως με την έφεση, με την οποία το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον παραπονείτο, ως προς όλα τα κεφάλαια της αγωγής, που είχαν γίνει πρωτοδίκως δεκτά ως βάσιμα κατ' ουσίαν και ειδικότερα με τον τρίτο λόγο έφεσης , με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείτο ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι το εναγόμενο-εκκαλούν όφειλε για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 27.10.2011 έως 23.3.2013 το ποσό των 22.763 ευρώ.

Συνεπώς ο πρώτος από τους λόγους της αίτησης, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Επισημαίνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου προβολής του λόγου αυτού κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την αιτιολογία ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, διότι το επικαλούμενο με τον αναιρετικό λόγο σφάλμα προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ.β ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 56παρ. 1 περ. στ του ν.4002/2011 (ΦΕΚ Α 180), το οποίο τιτλοφορείται: "Κατάργηση συμβουλίου, υπηρεσιών και νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα", ορίζονται τα εξής: "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος (22.8.2011) καταργούνται οι πιο κάτω υπηρεσίες, συμβούλια και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, καθώς και οι διατάξεις που προβλέπουν τη σύσταση, τις αρμοδιότητες και τα όργανα διοίκησης, διέπουν τη λειτουργία τους και ρυθμίζουν σχετικά θέματα, ως εξής:

α), β), γ), δ), ε) ..., στ) Τα άρθρα 1 έως και 15 του ν. 3390/2005 (Α' 233) σχετικά με τη σύσταση και λειτουργία του Ν.Π.Ι.Δ Εθελοντικός Οργανισμός "Έργο Πολιτών", με έδρα την Αθήνα που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού, ζ), η) ενώ με τη διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου ορίζονταν τα εξής: "Το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό των καταργούμενων υπηρεσιών και φορέων της υποπαραγράφου 1 και οι δικηγόροι που έχουν προσληφθεί σε αυτούς με σχέση έμμισθης εντολής, με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων της υποπαραγράφου 1 της παρούσας παραγράφου, μετατάσσονται ή μεταφέρονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα που καταργείται ή του Υπουργού στον οποίο υπάγεται η καταργούμενη υπηρεσία, στην Κεντρική Υπηρεσία του οικείου Υπουργείου και καταλαμβάνει κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης κατηγορίας, κλάδου, βαθμού και ειδικότητας για τις οποίες κατέχει τα τυπικά προσόντα.

Αν δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις η μετάταξη ή μεταφορά γίνεται σε προσωποπαγείς που συνιστώνται με την απόφαση μετάταξης ή μεταφοράς)". Η ως άνω διάταξη του άρθρου 56 παρ.3 του ν.4002/2011 στη συνέχεια, καταργήθηκε με το άρθρο 34 παρ.5 περ.β του ν.4024/2011, (ΦΕΚ Α 226/27.10.2011). Στον ως άνω νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α'226), στο άρθρο 34 υπό τον τίτλο "κατάργηση κενών θέσεων ιδιωτικού δικαίου και εργασιακή εφεδρεία", όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την από 16.12.2011 πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α/16.12.2011) και ισχύει από τότε πού ίσχυσε ο ν. 4024/2011, ορίζονται τα εξής: "1.

Η παρ. 7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής: 7. α) Το προσωπικό που τίθεται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντάσσεται σε πίνακες κατάταξης από το ΑΣΕΠ, με βάση αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια (όπως τυπικά προσόντα, εμπειρία, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, προϋπηρεσία, ειδικές γνώσεις κ.λπ.).[....] Από τους εν λόγω πίνακες κατάταξης, το ανωτέρω προσωπικό:

αα) μπορεί να μεταφέρεται ύστερα από αίτηση του με την ίδια σχέση εργασίας σε φορείς του δημόσιου τομέα του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 (Α' 234), εφόσον υπάρχουν αιτήματα των φορέων αυτών για πλήρωση θέσεων τακτικού προσωπικού, σε ποσοστό 10% των ετήσιων προσλήψεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, ββ) επιλέγεται ύστερα από αίτησή του κατά προτεραιότητα σε ποσοστό 30% επί του συνόλου των εκάστοτε θέσεων που προκηρύσσονται για απασχόληση προσωπικού ορισμένου χρόνου σε υπηρεσίες και φορείς του δημόσιου τομέα, γγ) προηγείται έναντι όλων των λοιπών κατηγοριών για την επιλογή υποψηφίων για μερική απασχόληση, σύμφωνα με το ν. 3250/2004, εφόσον υποβάλει αίτηση.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις η τυχόν επιλογή για απασχόληση επιφέρει διακοπή της καταβολής των αποδοχών της εργασιακής εφεδρείας. β) Σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας δεν εντάσσεται εργαζόμενος [...] γ) Το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας συνεχίζει να λαμβάνει για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, και εφόσον προβλέπεται από ειδικότερες διατάξεις μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μήνες, από την ένταξή του στο καθεστώς αυτό, αποδοχές ίσες με το 60% του βασικού μισθού που ελάμβανε κατά το χρόνο εισόδου του στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας.

δ) Για το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη, υπολογιζόμενες επί των τακτικών αποδοχών που ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο ένταξης του στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας κατά τον ίδιο χρόνο [....] ε) Η ένταξη στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας λογίζεται ως προαναγγελία απόλυσης για κάθε έννομη συνέπεια και οι αποδοχές που καταβάλλονται στο προσωπικό που εντάσσεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαρ.

γ', συμψηφίζονται με την αποζημίωση λόγω απόλυσης που τυχόν οφείλεται κατά τη λήξη του χρόνου της εργασιακής εφεδρείας. στ) Αν ο εργαζόμενος συνάψει οποιασδήποτε μορφής εργασιακή σχέση ή ασκήσει ελευθέριο επάγγελμα ή επιτήδευμα κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας, το καταβαλλόμενο σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο ποσοστό βασικού μισθού, περικόπτεται κατά το μέρος που οι πάσης φύσεως αποδοχές από την εργασιακή σχέση που συνάφθηκε ή το εισόδημα από το ελευθέριο επάγγελμα ή επιτήδευμα που ασκήθηκε, υπερβαίνουν τις αποδοχές που ελάμβανε κατά την είσοδο του στην εργασιακή εφεδρεία. 2.

Καταργούνται οι κενές, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, θέσεις εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τις επιχειρήσεις τους, στα ΝΠΙΔ που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού ή εποπτείας ή διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους ή επιχορηγούνται τακτικά σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις όμοιες της παρ. 1α του ν. 3899/2010.

Εξαιρούνται οι κενές θέσεις [...]. 3. Η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των εργαζομένων στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου [...] λύεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, όταν συντρέξουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για λήψη πλήρους σύνταξης, που αντιστοιχούν σε τριάντα πέντε (35) χρόνια ασφάλισης, εφόσον το δικαίωμα αυτό αποκτάται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μέχρι και την 31.12.2013 .

Τα δικαιολογητικά που αφορούν στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης συγκεντρώνονται με ευθύνη των εργαζομένων. 4. Οι εργαζόμενοι της προηγούμενης παραγράφου τίθενται αυτοδικαίως, από 1.1.2012 σε εργασιακή εφεδρεία και μέχρι την κατά την προηγούμενη παράγραφο λύση της σχέσης εργασίας τους. Εφόσον εκ των υστέρων διαπιστωθεί από την υπηρεσία ότι κατά την ως άνω ημερομηνία εργαζόμενος πληρούσε τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3, τίθεται σε εφεδρεία με διαπιστωτική πράξη η ισχύς της οποίας ανατρέχει στην 1.1.2012. (η τελευταία περίοδος της παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 3 παρ.8 της από 16.12.2011 ΠΝΠ. [...].5.α) Οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των φορέων που καταργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.4002/2011 (Α180) εντάσσονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην εργασιακή εφεδρεία, που προβλέπεται στην παρ.7 του άρθρου 37 του ν.3986/2011.β) Η παράγραφος 3 του άρθρου 56 του ν.4002/2011 καταργείται γ)... 6.

Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των νομικών προσώπων που συγχωνεύονται ή λύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως 64 και 66 του ν. 4002/2011 εντάσσεται από 1.1.2012 στην εργασιακή εφεδρεία της παρ. 7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιείται με τις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον μέχρι 30.11.2011 δεν έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις μεταφοράς προσωπικού από τα αρμόδια όργανα που προβλέπεται στις ως άνω διατάξεις. 7. [...] 8.

Η χρονική διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, προκειμένου για εργαζόμενους της παρ. 4, και τους δώδεκα (12) μήνες, προκειμένου για εργαζόμενους των παρ. 5, 6 και 7. 9. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 10. [...]Εξάλλου, στο άρθρο 43 του ως άνω ν. 4024/2011 ορίζεται ότι: "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις" ήτοι από 27.10.2011.

Με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4024/2011, όπως αυτό προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και στο άρθρο 37 παρ. 7 του ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012- 2015" (ΦΕΚΑ152), εισάγονται οι θεσμοί της εφεδρείας και της προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αυτών, που εντάσσονται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι εξυπηρετούν την ανάγκη περιορισμού της μισθολογικής δαπάνης και εξορθολογισμού του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Στις ως άνω ρυθμίσεις υπήχθησαν με την παρ. 5 περ. α του άρθρου 37 του εν λόγω νόμου, μεταγενέστερου του ν.4002/2011, και οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των φορέων που καταργήθηκαν με το άρθρο 56 του ν.4002/2011, στους οποίους περιλαμβάνεται και το νπιδ με την επωνυμία "ΕΡΓΟ ΠΟΛΙΤΩΝ" στο οποίο απασχολείτο η αναιρεσίβλητη, ενώ με την περιπτ.

γ της ιδίας διάταξης καταργήθηκε ρητώς η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 56 του ν.4002/2011, που προέβλεπε διαδικασία μετάταξης ή μεταφοράς προσωπικού των καταργουμένων φορέων με την έκδοση σχετικής ΚΥΑ στην Κεντρική Υπηρεσία του οικείου Υπουργείου για την κατάληψη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης ή σύστασης προσωποπαγούς τοιαύτης.

Η ως άνω επέμβαση του νομοθέτη δεν παραβιάζει τις αρχές που κατοχυρώνονται στα άρθρα 2 (προστασία της αξίας του ανθρώπου), 4 (ισότητα των πολιτών) και 22 παρ. 1 (δικαίωμα προς εργασία), του Συντάγματος, ούτε αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού (ΟλΣτΕ 668/2012), δεδομένου ότι δια των μέτρων αυτών επιδιώκεται ο θεμιτός σκοπός του εξορθολογισμού και περιορισμού του διογκωμένου δημοσίου τομέα.

Ειδικότερα, εφ' όσον το προσωπικό που απασχολείτο σε Δημόσιο, ΟΤΑ, Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα σε φορείς του δημοσίου τομέα, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχοντας αντίστοιχη οργανική θέση, μπορούσε ν' απολυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού από τον εργοδότη φορέα του, με βάση τις σχετικές ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας ή να λυθεί η σχέση εργασίας με την κατάργηση του φορέα ή να απολυθεί με την κατάργηση της οργανικής του θέσης χωρίς το προσωπικό αυτό να απολαμβάνει μονιμότητας, όπως αντιθέτως ορίζουν για τους δημοσίους υπαλλήλους οι παρ. 2 και 4 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ήταν καθ' όλα επιτρεπτή και μάλιστα σε συνθήκες οξείας δημοσιονομικής κρίσης η εκ μέρους του νομοθέτη επιλογή του ολιγότερου επαχθούς θεσμού της εργασιακής εφεδρείας, πολλώ δε μάλλον που λόγω της άμεσης ανάγκης περικοπής δημοσίων δαπανών και της συνακόλουθης μείωσης της επιχορήγησης των ως άνω φορέων από πόρους του τακτικού προϋπολογισμού, τούτο εκ των πραγμάτων θα οδηγούσε σε απολύσεις για λόγους οικονομικούς (ΑΠ 668/2019, 1143/2015).

Ούτε οι ως άνω ρυθμίσεις αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, διότι η ρύθμιση αυτή δεν κατοχυρώνει τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, ούτε προστατεύει τον απασχολούμενο σε φορέα του δημόσιου τομέα από την απόλυση, καθότι η ικανοποίηση αυτών εξαρτάται από μέλλοντα και αβέβαια γεγονότα, όπως η διατήρηση αμετάβλητων των οικονομικών συνθηκών, υπό τις οποίες κάποιο πρόσωπο επέτυχε να καταλάβει μία θέση εργασίας, της οποίας η διατήρηση είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη ή την οικονομική πορεία του φορέα στον οποίο απασχολείται.

Κατά συνέπεια η απλή προσδοκία του εργαζομένου να διατηρηθεί στο μέλλον η σύμβαση εργασίας δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 10/2022, 1339/2018). Είναι δε τελείως αδιάφορο ότι με μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση (άρθρα 14 και 17 του ν. 4325/2015) η αναιρεσίβλητη επανήλθε στην εργασία της και αναγνωρίσθηκε ο χρόνος εργασιακής εφεδρείας, ως χρόνος πραγματικής απασχόλησης και προϋπηρεσίας, το δε γεγονός αυτό δεν θεμελιώνει έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, το οποίο έχει προς τούτο έννομο συμφέρον προς αποτροπή της εξενεχθείσας σε βάρος του από την προσβαλλόμενη απόφαση κρίσης ως προς την εγκυρότητα της θέσης της αναιρεσίβλητης υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και των εξ αυτής ανακυπτουσών εννόμων συνεπειών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020). Έτσι με βάση τον εν λόγω αναιρετικό λόγο επιτρέπεται αναίρεση όταν συντρέχει παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή εκείνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για την τήρηση αυτών (ΑΠ 22/2020, 1097/2019, 535/2015, 1399/2011).

Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η ενάγουσα [αναιρεσίβλητη] προσλήφθηκε στις 11.9.2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΡΓΟ ΠΟΛΙΤΩΝ", που συστάθηκε δυνάμει του ν. 3390/2005 και εποπτευόταν από το Υπουργείο Πολιτισμού-Τουρισμού, ως υπάλληλος γραφείου στην κατηγορία ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων.

Με την ως άνω ιδιότητα πρόσφερε τις υπηρεσίες της επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οκτώ ώρες ημερησίως, με καθήκοντα τη γραμματειακή υποστήριξη της Διεύθυνσης εθελοντισμού και της Διεύθυνσης Προγραμματισμού και Μελετών του ως άνω νπιδ. Ακολούθως, με το άρθρο 56 παρ. 1 εδ. στ' του Ν. 4002/2011, το παραπάνω ΝΙΠΔ καταργήθηκε και με την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου προβλέφθηκε ότι το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό που υπηρετεί στα καταργημένα νομικά πρόσωπα μεταφέρεται σε κενές οργανικές θέσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, αντίστοιχης κατηγορίας, κλάδου, βαθμού και ειδικότητας, βάσει των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων που κατείχε έκαστος από τους ανωτέρω εργαζόμενους.

Με την ανωτέρω διάταξη οριζόταν η έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης, από τον Υπουργό Πολιτισμού και τον Υπουργό Δ.Μ.Η.Δ με την οποία θα καθορίζονταν αναλυτικά οι λεπτομέρειες της μεταφοράς του προσωπικού στις αντίστοιχες Υπηρεσίες του Υπουργείου. Με το άρθρο 34 παρ. 6 του ν. 4024/2011 που δημοσιεύθηκε στις 27.10.2011 προβλέφθηκε ότι το προσωπικό των καταργηθέντων νομικών προσώπων εντάσσεται από 27.10.2011 στην εργασιακή εφεδρεία του άρθρου 37 παρ. 7 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 4024/2011.

Ακολούθως, η ενάγουσα τέθηκε, με τις υπ' αριθμ. πρωτ. ....2011 και ....2012 διαπιστωτικές πράξεις του Υπουργού Πολιτισμού που εκδόθηκαν στη συνέχεια, σε εργασιακή εφεδρεία σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, δεδομένου ότι καταργήθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 56 του ν 4002/2011 που προέβλεπε τη μεταφορά του προσωπικού του καταργηθέντος Οργανισμού "ΕΡΓΟ ΠΟΛΙΤΩΝ" σε κενή οργανική θέση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Στη συνέχεια και δη στις 14.3.2012 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. ΥΠΠΟΤ/ΔΙΟΙΚ/ΤΔΠΕΦ/17036/28.2.2012 ΚΥΑ που προβλέπεται από το άρθρο 56 παρ. 3 ν. 4002/2011, με την οποία η ενάγουσα μεταφέρθηκε αναδρομικά από 22.8.2011 έως 26.10.2011 με την ίδια σχέση εργασίας σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, πλην όμως με την ίδια ΚΥΑ προβλέφθηκε η κατάργηση της προσωποπαγούς θέσης στην οποία τοποθετήθηκε, οπότε αυτή έπρεπε να μεταφερθεί σε κενή οργανική θέση της κατηγορίας ΔΕ Διοικητικού, η οποία υφίστατο τουλάχιστον μέχρι την 31.10.2011.

Εν τούτοις το εναγόμενο από προφανή δυσλειτουργία των αρμοδίων οργάνων του δεν εξέδωσε τις σχετικές αποφάσεις μεταφοράς. Όπως ήδη αναπτύχθηκε στην υπό στοιχείο ΙΙ μείζονα σκέψη, οι διατάξεις που εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι η παράγραφος 7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιήθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 34 του ν. 4024/2011, και η παράγραφος 7 του άρθρου 34 του ν. 4024/2011, προκειμένου να τεθεί η ενάγουσα σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας είναι αντισυνταγματικές, διότι παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα, και δη την αρχή της ισότητας και το δικαίωμα στην εργασία, αφού δεν δικαιολογείται επαρκώς ο λόγος του δημοσίου συμφέροντος χάριν του οποίου έπρεπε να περιοριστούν τα ανωτέρω δικαιώματα, με επακόλουθο τη μη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, λόγω της μη καταλληλότητας και μη προσφορότητας του μέτρου της εργασιακής εφεδρείας σε σχέση με την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος τελικά δεν ήταν η προστασία του δημοσίου συμφέροντος και μάλιστα με την ευρύτερη έννοια αυτού, αλλά η ικανοποίηση των εταίρων δανειστών της χώρας μέσω της τήρησης των δεσμεύσεων που η χώρα έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης.

Επιπλέον, το μέτρο της εργασιακής εφεδρείας επιβάλλεται στους πολίτες ταυτόχρονα με μια σειρά ιδιαίτερα σκληρών μέτρων (επιβολή δυσβάσταχτων φόρων, φοροεισπρακτικά μέτρα, κατάργηση αφορολόγητων ορίων), τα οποία πλήττουν συνεχώς τις ίδιες και τις πλέον ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, κυρίως τους συνταξιούχους και τους μισθωτούς, όπως είναι και οι εργαζόμενοι που εντάχθηκαν σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, την προστασία των οποίων η πολιτεία έπρεπε να εγγυάται και να διαφυλάττει.

Η επιβολή λοιπόν του μέτρου της εργασιακής εφεδρείας στους εργαζόμενους που συνδέονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ταυτόχρονα με την επιβολή και άλλων μέτρων έχει ως αποτέλεσμα από τη μια μεριά να μειώνεται ο μηνιαίος μισθός τους για δώδεκα (12) μήνες και εν συνεχεία να τον στερούνται παντελώς, όταν μάλιστα αποτελεί και το μοναδικό έσοδο τους για αξιοπρεπή διαβίωση, οδηγώντας τους στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση, και από την άλλη μεριά να αναγκάζονται να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά φανερή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι η αιτιολογία της λήψης του μέτρου τις εργασιακής εφεδρείας με βάση το δημόσιο συμφέρον είναι προβληματική και ελλιπής.

Παράλληλα όμως με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος και σε συνδυασμό με όσα ήδη αναπτύχθηκαν ανωτέρω παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναγνωρίζει δε το δικαίωμα του σεβασμού στην περιουσία, ως περιουσία δε νοούνται και τα ενοχικά δικαιώματα, ήτοι και αυτά που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, τα οποία αποστερούνται οριστικά όσοι εντάσσονται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας.

Κατά συνέπεια, η θέση της ενάγουσας σε εργασιακή εφεδρεία, ισοδυναμεί με καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία εν προκειμένω είναι άκυρη, διότι δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης, το δε εναγόμενο το οποίο έπαψε κατ' ουσία να αποδέχεται τις υπηρεσίες κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας της και της οφείλει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια με την ίδια αιτιολογία, δεν έσφαλε και όσα υποστηρίζει το εκκαλούν με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης του τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα". Υπό τις ως άνω παραδοχές και την επ' αυτών κρίση, το Εφετείο παραβίασε α) ευθέως τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 7 ν.3986/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 ν.4024/2011, την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα, καθ' όσον η αναιρεσίβλητη, η οποία απασχολείτο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΡΓΟ ΠΟΛΙΤΩΝ", λόγω κατάργησης τούτου, εντάχθηκε από 1.1.2012 σε εργασιακή εφεδρεία, η οποία ήταν επιτρεπτή και δεν αντίκειτο στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και Ι Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, τις οποίες β) εσφαλμένα ερμήνευσε, κρίνοντας αντίθετες προς αυτήν τις πιο πάνω διατάξεις καθώς και τη διάταξη του άρθρου 56 παρ. 3 ν.4002/2011, την οποία εφάρμοσε παρά την κατάργησή της με το άρθρο 34 παρ.5 περ.β του ν.4024/2011.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 και αφού δε, η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο πραγματικά περιστατικά είχε ακριβώς επικαλεσθεί και η αναιρεσίβλητη προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής της, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της έφεσης, της οποίας μετά την αναίρεση αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν τινά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος έφεσης περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής, κατά την κύρια αυτής βάση. Μη νόμιμη είναι και η μη ερευνηθείσα από τα δικαστήρια της ουσίας επικουρική βάση της αγωγής για την καταβολή της αποζημίωσης ύψους 3.354 ευρώ για την περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήθελε κριθεί έγκυρη, καθ' όσον το αιτούμενο ποσό υπερκαλύπτεται από τις λαμβανόμενες κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας αποδοχές της αναιρεσίβλητης ανερχόμενες στο 60% επί του βασικού της μισθού, κατά το χρόνο εισόδου της σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, ύψους 932 ευρώ [932 ευρώ x 60%= 559,20 ευρώ αποδοχές κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας x 17 μήνες (διάστημα από 27.10.2011 έως 20.3.2013) = 9.506,40 ευρώ], κατά την περί τούτου διάταξη του άρθρου 37 παρ. 7 περ .ε του ν. 3986/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 ν.4024/2011.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με αριθ.2749/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας καθώς και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3159/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την από 19.12.2013 (αριθμ. κατάθ. 7524/2013) έφεση και τον από 25.7.2019 (αριθμ. κατάθ.7102/553/2019) πρόσθετο λόγο αυτής.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 2749/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης τα οποία ορίζει στο ποσόν των εννιακοσίων (900) ευρώ συνολικά.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ