Legislator Case Law & Legislation
1477/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding severance pay calculation based on prior service.

Case Number 1477/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on severance pay. The appellant argued the lower court failed to consider a specific claim about whether prior service should be included in the calculation, but the court found this claim had already been explicitly addressed and rejected by the appellate court. Consequently, the appeal was deemed inadmissible because the disputed issue was not left unexamined by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider a substantive claim is inadmissible if the lower court explicitly addressed and rejected that claim.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal severance pay calculation prior service recognition inadmissible appeal substantive claim rejection

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 74(3) of Law 3863/2010
Article 270(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 1/1995
Supreme Court of Greece, Case 2061/2007
Supreme Court of Greece, Case 1021/2019
Supreme Court of Greece, Case 69/2016
Supreme Court of Greece, Case 725/2012
Supreme Court of Greece, Case 153/2019
Supreme Court of Greece, Case 79/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1477 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1477/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Ε. Π. Ι. Υ. - Ι. Κ. - Ι. Δ. Ε. - Ι. Π." η οποία μετονομάσθηκε σε "O. Ε. Ε. Σ. Υ. Α..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Ζ. του Θ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λουκέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1445/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4374/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 18.1.2022 και με αριθμό κατάθ. 483/47/2022 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 4374/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 26.10.2020 και με αριθμό κατάθ. 78879/6450/2020 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1445/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 2.12.2019 και με αριθμό εκθ.

καταθ. 106535/2813/2019 αγωγή της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση μόνο ως προς το έντοκο της αποζημίωσης απόλυσης, και ακολούθως δικάζοντας κατά το μέρος αυτό την αγωγή, την έκανε δεκτή, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 74 παρ. 3 ν. 3863/2010. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144), είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν αρχικά με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το ν. 4842/2021, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).

Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολΔ. τα οποία εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, "(422 § 1:) ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα".

Και (424:) "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ` εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ.

β` και 24 παρ. 1 εδ. α` ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις (έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας).

Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα (ΑΠ 977/2020, 1208/2019, 1175/2019, 673/2018).

Επακολούθησε ο ν. 4842/13.10.2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1/1/2022, και ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα, ήτοι με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, με το δε άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ, ως ακολούθως: "Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν:

α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.

Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β', όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10.12.2021, όρισε ότι οι διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.

Με την τροποποίηση αυτή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις, που κρίνονται ως επουσιώδεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η παράλειψη αναφοράς, στην επιδιδόμενη στον αντίδικό του προσκομίσαντος την ένορκη βεβαίωση κλήση, του επαγγέλματος του μέλλοντος να εξετασθεί μάρτυρα, ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή.

Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει στη λήψη ένορκης βεβαίωσης, η οποία γίνεται με εξώδικη δήλωση ή με δικόγραφο ή με δικόγραφο που περιέχει και άλλη διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο (ΑΠ 1175/2019, 927/2017).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμ. 11α του άρθρο 559ΚΠοΛΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον πρώτο λόγο της αιτήσεως), η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι έλαβε υπ' όψη του την ……/30.1.2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος της αναιρεσίβλητης Γ.

Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη…….., η οποία ελήφθη ύστερα από γνωστοποίηση στην παρά πόδας της αγωγής κλήση της αντιδίκου της (αναιρεσείουσας), μετά από επίδοση σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ……./20.12.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ……Ο. Μ. της Συμ/φου ……. Ε. Κ., προς απόδειξη των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και ότι η γνωστοποίηση αυτής έλαβε χώρα με την επίδοση της ένδικης αγωγής και όχι με σύνταξη και επίδοση ξεχωριστού δικογράφου.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση για τη λήψη της οποίας η κλήτευση της αναιρεσίβλητης έγινε με την επίδοση του δικογράφου της αγωγής, αποδεικνυομένη με τη σχετική έκθεση επίδοσης, αποτελεί υποστατό αποδεικτικό μέσο σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και επομένως οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 130/2016, 58/2015, 1420/2013). Ειδικότερα δε, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 245/2018, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011, ΑΠ 533/2008, ΑΠ 1581/2007).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδαφ. α' του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.

Για την εφαρμογή, όμως, της άνω διατάξεως του εδαφίου α' του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως ή τον υπάρχοντα Κανονισμό και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως, προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως.

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.

Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, προκύπτει ότι, η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από τον ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους, προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, 641/2021, 751/2020, 657/2018, 104/2017, 132/2016).

Εξ άλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, μπορεί να είναι τακτική η οποία σκοπεύει τη λύση της σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και επιφέρει αυτή μετά την παρέλευση της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας, ή άτακτη, η οποία γίνεται χωρίς την τήρηση, από το μέρος που καταγγέλλει της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας προειδοποίησης.

Η τακτική καταγγελία της εργασιακής σχέσης δεν επιφέρει την άμεση λύση της, αλλά η τελευταία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι τη λήξη του χρόνου της προμήνυσης κατά τη διάρκεια του οποίου εξακολουθούν να υφίστανται αναλλοίωτα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σχέση. Σκοπός της προμήνυσης (προθεσμίας) είναι η έγκαιρη προειδοποίηση του εργαζομένου, αλλά και του εργοδότη (εάν ο καταγγέλλων συμβαίνει να είναι ο εργαζόμενος) για την επικείμενη λύση της εργασιακής σχέσης, ώστε να φροντίσουν ο μεν εργαζόμενος να αναζητήσει αλλού εργασία, ο δε εργοδότης να βρει αντικαταστάτη του εργαζομένου, ο οποίος αποχωρεί.

Ο χρόνος της προμήνυσης (προειδοποίησης) έχει για συνέπεια να αναστέλλει την άμεση ενέργεια της καταγγελίας της σύμβασης για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η σύμβαση συνεχίζει την κανονική λειτουργία της, χωρίς να μετατρέπεται σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση λύεται με την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης, οπότε καταβάλλεται και η αποζημίωση.

Στην περίπτωση δηλαδή της καταγγελίας μετά από προμήνυση, δεν σημαίνει ότι στο χρόνο κατά τον οποίο γίνεται η προμήνυση, προειδοποιείται απλώς ο αντισυμβαλλόμενος του καταγγέλλοντος για την επικείμενη, μετά την πάροδο του χρόνου της προειδοποίησης, καταγγελία της εργασιακής σχέσης, αλλά ότι από του χρόνου της προειδοποίησης καταγγέλλεται η σχέση και επέρχεται, μέσω αυτής (καταγγελίας) η λύση της, εφόσον συντρέξουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει ο νόμος.

Η μόνη διαφορά είναι ότι το αποτέλεσμα της λύσης της εργασιακής σχέσης δεν επέρχεται με την πραγματοποίηση της καταγγελίας, δηλαδή με την περιέλευση της σχετικής δήλωσης του καταγγέλλοντος προς τον αντισυμβαλλόμενό του, αλλά μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής λήξης της σχέσης.

Πρόκειται δηλαδή για καταγγελία υπό αναβλητική αίρεση (ΑΠ 55/2015, 295/2013). Η πάροδος του χρόνου της προειδοποίησης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της καταγγελίας, αλλά αποτελεί υποχρέωση του καταγγέλλοντα. Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία προμήνυσης και ο εργοδότης απολύσει τον μισθωτό πριν τη λήξη του νόμιμου χρόνου, έστω και λίγες ημέρες πριν τη λήξη του, η καταγγελία συνεχίζει να είναι ισχυρή και έγκυρη και επιφέρει τα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της εργασιακής σχέσης, η οποία όμως επέρχεται ταυτόχρονα με την καταγγελία που μετατρέπεται πλέον σε απρόθεσμη, ήτοι σε άτακτη καταγγελία και ο εργαζόμενος δικαιούται ολόκληρη τη νόμιμη αποζημίωση (ΑΠ 641/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εναγόμενη - αναιρεσείουσα, η οποία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον κλάδο πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης και εν γένει παροχής ιατρικών υπηρεσιών, διατηρώντας και λειτουργώντας προς τούτο εγκαταστάσεις σε διάφορες πόλεις της Ελληνικής Επικράτειας, στις 15.1.2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με καθεστώς πενθήμερης εργασίας και πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες ως Διοικητική Διευθύντρια στο υποκατάστημα της εργοδότριας εταιρίας στο ..., αντί μηνιαίων μεικτών αποδοχών εκ ποσού 2.931,88 ευρώ, οι οποίες μετά από σχετικές αναπροσαρμογές ανέρχονταν κατά τον τελευταίο μήνα απασχόλησης της ..

στο ποσόν των 4.470 ευρώ (μεικτά). Εξάλλου, ως αποδείχθηκε, η εναγόμενη την 1η.9.2013 με σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, αναγνώρισε το χρόνο απασχόλησης της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.1988 έως 31.12.2006 σε πρότερο (παλαιό) εργοδότη, ως χρόνο απασχόλησης στην ίδια, ως νέο εργοδότη, καθόσον αφορά όλα τα απορρέοντα για την ενάγουσα-εργαζόμενη δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και την αναλογούσα αποζημίωση απόλυσης.

Από την επισκόπηση δε του εν λόγω συμφωνητικού πλήρως αποδεικνύεται ότι ορίζεται μεταξύ άλλων και το εξής: "... Σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του νέου εργοδότη, αυτός δηλώνει ότι ως βάση υπολογισμού της προβλεπόμενης αποζημιώσεως απολύσεως, θα χρησιμοποιήσει το συνολικό χρόνο απασχόλησης της εργαζόμενης, τόσο στον πρώην εργοδότη όσο και στο νέο εργοδότη, και συγκεκριμένα οποτεδήποτε από το νέο εργοδότη.

Επιπλέον, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του νέου εργοδότη, η προβλεπόμενη αποζημίωση θα υπολογισθεί επί του ύψους του τελευταίου μισθού, που δικαιούται η εργαζόμενη κατά την ημέρα απόλυσης της από το νέο εργοδότη". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, άρχισε από το έτος 2016 να καθίσταται υπερήμερη ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του πάσης φύσεως προσωπικού της, μεταξύ των οποίων και της ίδιας της ενάγουσας.

Έτσι, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ως προς τους οποίους (και ως προς το ύψος των αιτούμενων ποσών) η εναγόμενη δεν αντιλέγει ειδικά (άρθρο 261 ΚΠολΔ) κατά τον Ιούνιο του έτους 2019, η εναγόμενη της όφειλε το συνολικό ποσόν των 31.461,17 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 2018 έως και τον Ιούνιο του 2019[ήτοι μέρος αποδοχών Νοεμβρίου 2018, εκ:

ποσού 171,17 + 8 μήνες x 4.470 ευρώ μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένου δώρου Χριστουγέννων 2018], πλέον δώρου Πάσχα 2019, εκ ποσού 2.328,11 ευρώ. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι στις 2.5.2019 η εναγόμενη συνήψε με την ενάγουσα, μεταξύ άλλων εργαζομένων, ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης, δυνάμει του οποίου, αφού αναγνώρισε την οφειλή της προς την ενάγουσα, μεταξύ άλλων ποσών [μη αναφερομένων στο εν λόγω συμφωνητικό], και του ποσού των 14.131,29 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές για παρασχεθείσα εργασία, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται σε ποιο χρονικό διάστημα αφορούν, εκχώρησε κατά το μέρος της ως άνω αναγνωρισμένης οφειλής της την αξίωση της προς τον ΕΟΠΠΥ εκ συνολικού ποσού 1.236.110,23 ευρώ, για παρασχεθείσες ιατρικές υπηρεσίες και περίθαλψης σε ασφαλισμένους του στο υποκατάστημα που διατηρεί στη ………με δ.τ "E. Γ.

Κ. Θ.", για την οποία (αξίωση) εκδόθηκε επί πιστώσει το με αριθμό …../28.2…… τιμολόγιο, Σειρά …. Εξάλλου, σε σχετικό όρο της ως άνω συμβάσεως εκχωρήσεως, προβλέπεται ότι "... 9. Με την αναγγελία της εκχώρησης από την εκχωρήτρια, ο ΕΟΠΠΥ υποχρεούται να καταβάλλει πλέον τις προς την εκχωρήτρια οφειλές του στους εκδοχείς 10.

Η οριστική εξόφληση και απόσβεση της συγκεκριμένης οφειλής της εκχωρήτριας ως προς έκαστο εκ των εκδοχέων κατά το αναγραφόμενο στον συμπεριλαμβανόμενο στο παρόν Πίνακα ποσόν θα επέλθει μόνο με την είσπραξη των με το παρόν εκχωρούμενων απαιτήσεων της εκχωρήτριας εταιρίας ... Η απόσβεση των συνολικών απαιτήσεων των εκδοχέων από την εκχωρήτρια θα επέρχεται βάσει του άρθρου 422 ΑΚ, έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτών ...".

Συνεπώς, η εν λόγω εκχώρηση έλαβε χώρα προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του εκδοχέα-δανειστή (ενάγουσας), ήτοι χάριν καταβολής κατ' άρθρο 421 ΑΚ, αφού πριν από την είσπραξη αυτής δεν επέρχεται εξόφληση του χρέους ... Η είσπραξη του ως άνω ποσού επήλθε, ως η ενάγουσα συνομολογεί στις 16.11.2019, πλην όμως χωρίς καμία επιρροή, πολλώ δε μάλλον αφού δεν προβάλλει αξιώσεις για το ποσόν αυτό.

Επίσης, όπως αποδείχθηκε, η εναγόμενη εξακολούθησε και μετά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού εκχώρησης, να είναι υπερήμερη ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας (σχετ. η με αριθμό …../20.. Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδίκη……, η οποία εκδόθηκε μετά από την από 31.10.2019 σχετική αίτηση της ενάγουσας, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα-εργαζόμενη της το ποσόν των 15.022,91 ευρώ, πλέον τόκων κι εξόδων, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές της για το χρονικό διάστημα μηνών Μαΐου έως 26 Ιουλίου 2019).

Ακολούθως, η ενάγουσα με την από 24.7.2019 εξώδικη δήλωση - αποδοχή καταγγελίας σύμβασης εργασίας, που κοινοποίησε στην εναγόμενη στις 26.7.2019 ..., δήλωσε στην εργοδότρια της - εναγόμενη εταιρία, ότι η για τόσο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Νοέμβριο του 2018 έως και την ημερομηνία κοινοποίησης της ως άνω εξώδικης δήλωσης, άρνηση της να προβεί σε εξόφληση των δεδουλευμένων και ληξιπρόθεσμων αποδοχών της, επιδεικνύει την πρόθεση της εναγόμενης να την οδηγήσει σε οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία της και σε απεμπόληση των νομίμων δικαιωμάτων της, εκλαμβάνεται δε από την ίδια ως άτακτη εκ μέρους της καταγγελία της επίμαχης σύμβασης εργασίας, την οποία (καταγγελία) δήλωσε ότι αποδεχόταν, θεωρούμενης της μεταξύ των συναφθείσας σύμβασης εργασίας λυθείσας από την κοινοποίηση της δήλωσης αυτής.

Λόγω δε κώφευσης της εναγόμενης στην εν λόγω εξώδικη δήλωση και μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω απόλυσης η ενάγουσα προέβη στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Ωστόσο, η εναγόμενη με τις έγγραφες προτάσεις της, επικαλείται ότι η επιχείρηση της την τελευταία οκταετία αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας, κυρίως λόγω της σταδιακής μείωσης του κύκλου εργασιών της, ένεκα της οικονομικής κρίσης που διαπνέει την ελληνική οικονομία, τα οποία - προβλήματα ρευστότητας - εντάθηκαν λόγω της ψήφισης και εφαρμογής των διατάξεων των νόμων 4172/2013 (άρθρο 100) και 4052/2012 (άρθρο 11), δυνάμει των οποίων θεσπίσθηκε σύστημα υποχρεωτικών εκπτώσεων και αυτόματων επιστροφών (rebate και claw back) για τους παρόχους υπηρεσιών υγείας, με στόχο την περιστολή των δαπανών υγείας του νεοσύστατου τότε Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Έτσι, ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της, αλλά προκλήθηκε από απρόβλεπτες περιστάσεις και οικονομικές αντιξοότητες, οι οποίες επέφεραν αφενός μεν σοβαρή μείωση του κύκλου εργασιών της, αφετέρου δε ουσιώδη μείωση της ρευστότητας της.

Ωστόσο, οι ανωτέρω επικαλούμενες οικονομικές συνθήκες αφορούν το σύνολο της αγοράς υπηρεσιών υγείας και όχι μόνο την εναγόμενη, ενώ σε κάθε περίπτωση, η οικονομική αυτή δυσπραγία στην οποία περιήλθε η εναγόμενη, ακόμη και αν αληθεύει, δεν μπορεί να δικαιολογήσει απαίτηση της εναγόμενης, ως εργοδότριας, να εξακολουθεί η ενάγουσα-εργαζόμενη να παρέχει την εργασία της χωρίς να πληρώνεται για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (πέραν των οκτώ μηνών), καλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τις ανάγκες της σε εργατικό δυναμικό, ώστε να μπορεί να συνεχίσει αυτή (η εναγόμενη) την επιχειρηματική της δραστηριότητα.

Άλλωστε, η επίκληση οικονομικής δυσχέρειας από την εναγόμενη, δεν πρέπει να κριθεί μεμονωμένα, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί, αφού τον επιχειρηματικό κίνδυνο και το κόστος των επιλογών, φέρει η ίδια και δεν μπορεί να μετακυλίεται στους εργαζόμενους, οι οποίοι δεν ευθύνονται για τις διαχειριστικές της πράξεις.

Όφειλε δε η εναγόμενη, εφόσον πράγματι αντιμετώπιζε σημαντική οικονομική δυσχέρεια (διαφαινόμενη κατά τους ισχυρισμούς της ήδη κατά την τελευταία οκταετία και έχουσα σταδιακώς ανοδική πορεία), η οποία όμως εντάσσεται στους γενικούς κινδύνους από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, την οποία αδυνατεί πλέον να απασχολεί, αντί να παύει μονομερώς να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της.

Ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγόμεvης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας κατ' άρθρο 7 εδάφιο α του ν. 2112/1920. Για τη διαμόρφωση της εν λόγω δικανικής κρίσης λήφθηκε υπόψη η πίστωση χρόνου που παρείχε η ενάγουσα στην εργοδότρια της από τον Νοέμβριο του 2018 έως τον Ιούλιο του 2019, δείχνοντας την καλή πίστη της στην εργοδότρια της, παρόλο που η τελευταία και στο παρελθόν δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της, παραμένοντας όλο αυτό το χρονικό διάστημα απλήρωτη, παρά το ότι ο μισθός της αποτελεί το μοναδικό (ή σε κάθε περίπτωση το βασικό) μέσο βιοπορισμού της, και χωρίς η εναγόμενη να καταβάλει προσπάθεια να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της ως εργοδότρια, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης.

Έτσι, η προβαλλόμενη εκ μέρους της εναγόμενης ένσταση καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής, την οποία επαναφέρει με λόγο έφεσης, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα γνωρίζοντας την ταμειακή δυσχέρεια που αντιμετώπιζε η ίδια (εναγόμενη) συναίνεσε στην ως άνω περιγραφείσα δια εκχώρησης εξόφληση των αξιώσεων της, έχοντας μεθοδεύσει την αποχώρηση της από την επιχείρηση της εναγόμενης προς το σκοπό εύρεσης νέας εργασίας, προσπαθώντας προσχηματικά να την εμφανίσει ως δήθεν καταγγελία εκ μέρους της εναγόμενης της επίμαχης σύμβασης εργασίας, - είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.

Θα ήταν δε οξύμωρο η ενάγουσα να σχεδιάζει τη φυγή της από μία επιχείρηση στην οποία, τουλάχιστον μέχρι την ως άνω περιγραφείσα συμπεριφορά της εναγομένης αμείβονταν με υψηλές αποδοχές, ώστε να αναλάβει τον κίνδυνο να εργαστεί σε μία νέα εταιρία με αμφίβολο μέλλον και προοπτικές, και μάλιστα μέσα στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής κρίσης που έπληττε την ελληνική οικονομία.

Σημειώνεται δε ότι, όπως προκύπτει από αντίγραφο του ατομικού λογαριασμού ασφάλισης της ενάγουσας στο ΕΦΚΑ, το οποίο προσκόμισε η ενάγουσα κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος της εναγόμενης κατ' άρθρο 451 ΚΠολΔ, η ενάγουσα ανηύρε νέα εργασία το Σεπτέμβριο 2019, με μηνιαίες αποδοχές εκ ποσού 2.646 ευρώ, ήτοι πολύ κατώτερες σε σχέση με αυτές που λάμβανε μηνιαίως στην επιχείρηση της εναγόμενης.

Συνεπώς, η εναγόμενη, λόγω της ως ανωτέρω "άτακτης καταγγελίας" της επίμαχης σύμβασης εργασίας οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση λόγω απόλυσης. Η εν λόγω αποζημίωση, δε με βάση τα οριζόμενα στο ν. 4093/2012, - ληφθείσης υπόψη της προϋπηρεσίας της, το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών της τον Ιούνιο του 2019, εκ ποσού 4.470 ευρώ (σχετ.

η ως άνω από 1.9.2013 συμφωνία περί αναγνώρισης του χρόνου προϋπηρεσίας της ενάγουσας, σε συνδυασμό με την από μηνός Ιουνίου 2019 απόδειξη πληρωμής (εκκαθάρισης) που εξέδωσε το Λογιστήριο της εναγόμενης), το γεγονός ότι την 12.11.2012 (ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4093/2012) είχε συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη (εναγόμενη) 24 χρόνια συνεχούς εργασίας, ενώ κατά το χρόνο καταγγελίας 30 συνεχή έτη, 8 μήνες και 25 ημέρες, ανέρχεται στο ποσόν των 78.580 ευρώ [ήτοι 12 μηνιαίοι μισθοί έως 12.11.2012, πλέον προσαυξήσεως 1/6 δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, πλέον πρόσθετης αποζημίωσης 8 μηνών για το χρονικό διάστημα από 12.11.2012 κι εφεξής, υπολογιζόμενων για το διάστημα αυτό των μηνιαίων αποδοχών στο ποσόν των 2.000 ευρώ, και συγκεκριμένα 12 μηνιαίοι μισθοί x 4.470 ευρώ = 53.649 ευρώ + προσαύξηση 1/6 αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας (8.940 ευρώ) + 8 μηνιαίοι μισθοί x 2.000 ευρώ].

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχτηκε τα ίδια ως προς τα ως άνω δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω, όσον αφορά το έντοκο του ως άνω ποσού της αποζημίωσης απόλυσης, σύμφωνα με το άρθρο 74 § 3 ν. 3863/2010, όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών.

Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε το έντοκο από την επομένη της εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας, ήτοι από την επομένης της 27.09.2019, δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και πρέπει γενομένου δεκτού του πέμπτου λόγου της υπό κρίση έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς αυτό (το έντοκο), να κρατηθεί η αγωγή και να γίνει δεκτή για το έντοκο της αποζημίωσης απόλυσης σύμφωνα με τις διακρίσεις του ως άνω νόμου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη λόγω άτακτης καταγγελίας τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία με βάση το ν.4093/2012, ανέρχεται στο ποσό των 78.580, πλην όμως εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με αριθμό 1445/2020 ως προς το έντοκο της αποζημίωσης απόλυσης και δικάζοντας την ένδικη από 2.12.2019 αγωγή, ως προς αυτό, κάνοντας δεκτή εν μέρει την αγωγή, όρισε το έντοκο της αποζημίωσης που επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 74 παρ. 3 ν.3863/2010, ήτοι από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία είναι καταβλητέα κάθε δόση.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 349 έως 351, 361 ΑΚ, καθώς και άρθρων 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν.3198/1955, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη και δικαιολογούν τη βασιμότητα της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ως μη αποδεχόμενη τη μεταβολή, να θεωρήσει αυτή ως καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας- εργοδότριας και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι:

α) ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα τον Ιούνιο του έτους 2019 όφειλε στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 31.461,17 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές από το Νοέμβριο του έτους 2018 έως και τον Ιούνιο του έτους 2019, β) ότι η αναιρεσείουσα στις 2.5.2019 συνήψε με την αναιρεσίβλητη ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης, δυνάμει του οποίου αναγνώρισε την οφειλή της προς την αναιρεσίβλητη μεταξύ άλλων ποσών και του ποσού των 14.131,29 ευρώ και εκχώρησε την αξίωσή της προς τον ΕΟΠΥΥ συνολικού ποσού 1.236.110,23 ευρώ, αλλά και μετά την υπογραφή αυτού, το οποίο δεν είναι αντικείμενο της ένδικης αγωγής, συνέχισε η αναιρεσείουσα να είναι υπερήμερη ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της αναιρεσίβλητης, η οποία εξέδωσε την υπ' αριθμ.

…./2019 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδίκη …. σε βάρος της αναιρεσείουσας, γ) ότι η αναιρεσίβλητη με την από 24.7.2019 εξώδικη δήλωσή της δήλωσε στην αναιρεσείουσα-εργοδότριά της, ότι η για τόσο χρονικό διάστημα (από τον Νοέμβριο του έτους 2018) άρνησή της να προβεί σε εξόφληση των δεδουλευμένων και ληξιπροθέσμων αποδοχών της, καταδεικνύει την πρόθεσή της να την οδηγήσει σε οικειοθελή αποχώρηση, η οποία εκλαμβάνεται ως άτακτη καταγγελία, δ) ότι η τυχόν οικονομική δυσπραγία της αναιρεσείουσας δεν δικαιολογεί την απαίτηση αυτής να εξακολουθεί η αναιρεσίβλητη, ως εργαζόμενη να παρέχει την εργασία της για τόσο χρονικό διάστημα χωρίς να πληρώνεται, ε) ότι η αναιρεσείουσα, εφ' όσον αντιμετώπιζε πραγματικά οικονομική δυσχέρεια, όφειλε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης και στ) ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2019 η αναιρεσίβλητη ανηύρε νέα εργασία με μηνιαίες αποδοχές ποσού 2.646 ευρώ, ήτοι πολύ κατώτερες από τις αντίστοιχες που λάμβανε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, καταδεικνύει την πρόθεσή της να οδηγήσει την αναιρεσίβλητη, μη αποδεχόμενη τη μεταβολή, να θεωρήσει αυτή ως καταγγελία και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Επίσης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία, τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, και ορθώς δεν εφάρμοσε αυτές, αφού, από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν επιβεβαιώνονται οι αναγκαίες, για την εφαρμογή της, προϋποθέσεις και συγκεκριμένα ότι: 1) δεν υπήρξε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας, και 2) η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες, πρόσκαιρη δυσπραγία της και σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτήν περιστάσεις.

Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των όρων της διάταξης, που δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Τα περιστατικά αυτά ήταν επαρκή και δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται καμιά οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, τη μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, τα ως άνω, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα με σαφήνεια πραγματικά περιστατικά ότι: 1) η αναιρεσείουσα, κατά την τελευταία οκταετία αντιμετώπιζε οικονομική δυσχέρεια, εντασσόμενη όμως στους γενικούς κινδύνους από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, 2) η αναιρεσείουσα άφησε για ικανό χρονικό διάστημα απλήρωτη την αναιρεσίβλητη παρά το γεγονός ότι ο μισθός της αποτελούσε βασικό μέσο βιοπορισμού της δεν πληρούν, συνεκτιμώμενα, στο σύνολο τους, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Το ότι η αναιρεσίβλητη, συναίνεσε στη δια εκχωρήσεως εξόφληση αξιώσεών της, ως προαναφέρθηκε, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της ένδικης αγωγής, δεν αίρουν τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι συναφείς από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Τέλος, δεν τίθεται θέμα παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που αναφέρονται στην ερμηνεία των δικαιοπραξιών και δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή αμφιβολίες στις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων, σχετικά με το με ημερομηνία 1.9.2013 σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό και ειδικότερα "...

Σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του νέου εργοδότη, αυτός δηλώνει ότι ως βάση υπολογισμού της προβλεπόμενης αποζημιώσεως απολύσεως, θα χρησιμοποιήσει τον συνολικό χρόνο απασχόλησης της εργαζομένης, τόσο στον πρώην εργοδότη όσο και στον νέο εργοδότη, και συγκεκριμένα οποτεδήποτε από το νέο εργοδότη..." και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 79/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της σχετικά με το εάν η εκληφθείσα από τον αντίδικο καταγγελία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 ν.2112/1920, καταλαμβανόταν από το πεδίο εφαρμογής του από 1.9.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού ή όχι, οπότε και η αποζημίωση απόλυσης θα έπρεπε να υπολογισθεί με συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας στον αρχικό εργοδότη.

Ο λόγος αυτός, κατά το πιο πάνω σκέλος του , από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπ' όψη ισχυρισμός, ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητά του, αφού η προσβαλλομένη απόφαση τον έλαβε υπ' όψη και τον απέρριψε, δεχόμενη ότι: "Η εν λόγω αποζημίωση, με βάση τα οριζόμενα στο ν.4093/2012 - ληφθείσας υπ' όψη της προϋπηρεσίας της...

την από 1.9.2013 συμφωνία περί αναγνώρισης του χρόνου προϋπηρεσίας της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης...), δεν συνιστά, παρά τα αντιθέτως από την αναιρεσείουσα υποστηριζόμενα, αυτοτελή ισχυρισμό και εντεύθεν πράγμα, κατά την έννοια της επικαλουμένης ως άνω διατάξεως του αρθρ. 559 αριθμ.. 8 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα υπό την επίφαση της παραβάσεως αυτής να πλήττεται (απαραδέκτως) η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των αποδείξεων εκτίμηση (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 2061/2007, 1021/2019).

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.1.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4374/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ