Legislator Case Law & Legislation
1477/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision, remanding partial dismissal of salary difference claim for further review.

Case Number 1477/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a First Instance Court decision that had dismissed part of a salary difference claim. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law regarding salary adjustments between two civil service ranks. The court found the lower court's reasoning insufficient and remanded the specific disputed portion for re-examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 281, 914, 932 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court fails to provide sufficient and clear reasoning regarding the application of substantive law, necessitating a remand for further examination of the contested legal issues.

Keywords

AI generated
civil service salary differences appeal admissibility insufficient reasoning remand for further examination substantive law application judicial costs civil service ranks

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 281, 914 and 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1477 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1477/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Δήμου, ο oποίος ανακάλεσε την από 20/5/2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Σπυροπούλου, η oποία δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη είναι καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την ίδια επωνυμία και άλλο ΑΦΜ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, 129/2020 διορθωτική αυτής του ίδιου δικαστηρίου και 4632/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/1/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14 Ιανουαρίου 2021 με αριθ. καταθ. 264/26/15.1.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθμό Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.) 223701000, στη δικονομική θέση της οποίας λόγω διάσπασής της, κατόπιν του από 2.4.2021 πρακτικού της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων αυτής και της με αριθμ. 45854/2021 πράξης διάσπασης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Θωμά Στεφανάκου, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής της δραστηριότητας που εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. 45089/16.4.2021 απόφαση του Τμήματος Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων που καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η.

στις 16.4.2021 με κωδικό καταχώρισης 2528634, έχει υπεισέλθει ως οιονεί καθολική διάδοχος η παρασταθείσα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης τραπεζική εταιρεία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. 159029160000, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 4632/15.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 247/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 129/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 2.8.2015 με αριθμ. κατάθ. 78847/2680/5.8.2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας. Με την από 2.8.2015 αγωγή του ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27.11.2009 αγωγή του κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που από 28.6.2013 έχει συγχωνευθεί δια απορροφήσεως από την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία (ALPHA BANK AE), με την οποία ζητούσε, μεταξύ των άλλων αιτημάτων, την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του α) από 1.1.2004, άλλως από 1.1.2005 από το βαθμό του υποδιευθυντή Β που κατείχε στο βαθμό του υποδιευθυντή Α και β) από 1.1.2006 στο βαθμό του διευθυντή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν αα) από τις αποδοχές που θα ελάμβανε ως υποδιευθυντής Α και των αποδοχών που έλαβε αυτός (ως υποδιευθυντής Β) για τα έτη 2004 και 2005 που ανέρχονταν για το έτος 2004 στο ποσό των 6.749,68 ευρώ και για το έτος 2005 στο ποσό των 6.752,49 ευρώ και ββ) από τις αποδοχές που θα ελάμβανε ως διευθυντής και των αποδοχών που έλαβε αυτός (ως υποδιευθυντής Β) για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, που ανέρχονταν για το έτος 2006 στο ποσό των 15.144,73 ευρώ, για το έτος 2007 στο ποσό των 13.961,52 ευρώ, για το έτος 2008 στο ποσό των 15.171,78 ευρώ και για το έτος 2009 στο ποσό των 17.187,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Ότι επί της ως άνω αγωγής του εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1171/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή του, αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή Α από 1.1.2004 και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να του καταβάλει για μισθολογικές διαφορές των ετών 2004 και 2005 το συνολικό ποσό των 13.504,98 ευρώ.

Ότι επί αντιθέτων εφέσεων κατά της ως άνω απόφασης εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η ως άνω οριστική απόφαση και ακολούθως έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή του, αναγνωρίσθηκε ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή Α από 1.1.2004 και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να του καταβάλει για μισθολογικές διαφορές των ετών 2004 και 2005 το συνολικό ποσό των 13.504,98 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ.

Ότι σε εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η εναγόμενη, ως καθολική διάδοχος της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, τον Αύγουστο του έτους 2014, αναγνώρισε την προαγωγή του στο βαθμό του υποδιευθυντή Α και του κατέβαλε τις διαφορές αποδοχών που προέκυπταν από αυτή από 1.8.2014 και τις μισθολογικές διαφορές των ετών 2004 και 2005 λόγω της ως άνω προαγωγής του.

Ότι παρότι έχει κριθεί τελεσιδίκως η προαγωγή του στο βαθμό του υποδιευθυντή Α από 1.1.2004 και παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις των οργάνων της εναγομένης για την καταβολή των υπολοίπων οφειλόμενων μισθολογικών διαφορών, αυτή παράνομα και καταχρηστικά και ενεργώντας εναντίον της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν του κατέβαλε τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από τις αποδοχές του υποδιευθυντή Α σε σχέση με αυτές με αυτές του υποδιευθυντή Β για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.7.2014 και που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 73.701,24 ευρώ.

Ότι από την παραπάνω παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη και ότι πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 100.000 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό και επικαλούμενος το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ'αριθ. 3345/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και μετά από μερικό περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη λόγω της παράνομης και καταχρηστικής παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεών της και της μη συμμόρφωσής της προς την ως άνω τελεσίδικη απόφαση και επικουρικά από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών το ποσό 21.614,34 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει από την ως άνω αιτία το ποσό των 52.086,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και με επιπλέον ανατοκισμό των τόκων από 27.11.2010 και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Με την υπ'αριθ. 247/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 129/2020 απόφασή του, απορρίφθηκε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα περί ανατοκισμού, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 21.614,34 ευρώ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 45.654,66 ευρώ (για μισθολογικές διαφορές από 1.1.2006 έως 31.7.2014) και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να του καταβάλει και το ποσό των 2.000 ευρώ (για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), με το νόμιμο τόκο.

Επί της από 26.4.2017 με αριθ. καταθ. 530979/501857/28.4.2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και επί της από 2.5.2017 με αριθμ. καταθ. 532166/501948/3.5.2017 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 4632/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος που αφορούσε την επιδίκαση των προαναφερθεισών μισθολογικών διαφορών για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου που απέρρεε από την υπ'αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμο το αγωγικό αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμο το αγωγικό αίτημα επιδίκασης μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.7.2014 και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα από την ως άνω αιτία το ποσό των 37.357,29 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 374/2020, ΑΠ 109/2020) ούτε, με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση που υπάρχει στη δικογραφία (ΑΠ 374/2020, ΑΠ 862/2009).

Ακόμη, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και για το παραδεκτό της προβολής του, ως αναιρετικού λόγου, να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 159/2018 ΑΠ 605/2015, ΑΠ 354/2011).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018) αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).

Ακόμη, ο ως άνω ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 1305/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017), ούτε η ένσταση και η αντένσταση (ΑΠ 123/2020, ΑΠ 906/2018.

ΑΠ 1294/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αληθώς, όμως εκ του αριθμού 8 του ως άνω άρθρου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τις αιτιάσεις α) ότι δέχθηκε τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονταν στις από 7.1.2019 προτάσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προς υποστήριξη της έφεσής της (ως εκκαλούσα) και προς αντίκρουση της έφεσής του (ως εφεσίβλητη), ενώ δεν θα έπρεπε οι ισχυρισμοί της να ληφθούν υπόψη γιατί δεν τους επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ, όπως εξέθεσε αυτός στην προσθήκη-αντίκρουση του επί των προτάσεών του, β) ότι δεν εξέτασε τους προταθέντες με την έφεσή του και με τις προτάσεις του ισχυρισμούς του.

Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικοί ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, όπως προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε άλλωστε προσδιορίζεται στο λόγο αυτό ποιός (ή ποιοι) ισχυρισμός (ή ισχυρισμοί) της αναιρεσίβλητης υποβλήθηκαν με τις προτάσεις της, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τους οποίους έλαβε υπόψη του παρότι δεν επαναφέρθηκαν παραδεκτά κατ'άρθρο 240 του ΚΠολΔ, [ανεξάρτητα από το γεγονός ότι παραδεκτά προτείνονται από τον εφεσίβλητο στην κατ' έφεση δίκη πραγματικοί ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του εκκαλούντος, κατ'αρθρο 527 του ΚΠολΔ και με την έννοια αυτή δεν τίθεται θέμα νόμιμης επαναφοράς τους κατά το άρθρο 240 του ιδίου κώδικα βλ.

σχετ. ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 1189/2009], ούτε, επίσης, παρατίθενται στο αναιρετήριο, ούτε προσδιορίζονται ποιός (ή ποιοι) ισχυρισμός (ή ισχυρισμοί) του ενάγοντος (εκκαλούντος-εφεσίβλητου) υποβλήθηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την έφεσή του (ως εκκαλών) ή με τις προτάσεις του (ως εφεσίβλητος) και δεν διερευνήθηκαν, ούτε αναφέρονται σ'αυτό (αναιρετήριο) με ποιες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.

Επομένως ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφ' όσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, για να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες αυτές συνέπειες (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1184/2015).

Δεδικασμένο παράγεται από τελεσίδικη απόφαση και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι μεν διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, αλλά έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη (ΑΠ 558/2020).

Συνακόλουθα, προκειμένου περί αγωγής αποζημίωσης που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, την οποία συνιστά και η κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, παράλειψη προαγωγής μισθωτού σε βαθμό, στον οποίο προήγαγε άλλον, με καταφανώς υποδεέστερα προσόντα, συνάδελφο του, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του παραλειφθέντος μισθωτού με την οποία ζήτησε την επιδίκαση άλλης απαίτησης του με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή την αδικοπραξία του εργοδότη του, αποτελεί ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την υπαιτιότητα του εργοδότη, δεδικασμένο στη νέα δίκη, ως προδικαστικό ζήτημα της φερόμενης με αυτή προς διάγνωση έννομης σχέσης (ΑΠ 358/2009, ΑΠ 395/2008).

Τέλος, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτόν απέρριψε την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξή του.

Προκειμένου δε να εξετασθεί εάν υφίσταται δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.ΑΠ 15/1998, ΑΠ 57/2020, ΑΠ 416/2019).Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους.

Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 416/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "... Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. στις 1-10-1975 ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου και εξελίχθηκε ιεραρχικώς έως και το βαθμό του Υποδιευθυντή Β με αρχαιότητα από 1-1-1993.

Κατά το έτος 2004 ως άνω εργοδότρια τραπεζική εταιρία προέβη σε προαγωγικές κρίσεις στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α, παραλείποντας ωστόσο να προάγει τον ενάγοντα στον εν λόγω βαθμό. Ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ την από 27-11-2009 και υπ' αυξ. αριθμ.

καταθ. 231328/6228/2009 αγωγή του, με την οποία ζητούσε :Α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τον προάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή A' με αρχαιότητα από 1-1-2004, άλλως από 1-1-2005,οπότε αντιστοίχως προήγαγε τους αναφερομένους στην αγωγή συναδέλφους του, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, Β) στη συνέχεια, να αναγνωρισθεί, ότι έπρεπε να τον προάγει στο βαθμό του Διευθυντή με αρχαιότητα από 1-1-2006, οπότε αντιστοίχως προήχθησαν οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς ως τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, Γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει τις προκύπτουσες από την άνω παράλειψη προαγωγής του μισθολογικές διαφορές μεταξύ του Υποδιευθυντή Β', που κατείχε και του αιτουμένου βαθμού του Υποδιευθυντή A' ύψους 6.749, 68 ευρώ για το έτος 2004 και 6.752,49 ευρώ για το έτος 2005,και Δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει τις προκύπτουσες από την άνω παράλειψη προαγωγής του μισθολογικές διαφορές, μεταξύ του μισθού που θα του καταβαλλόταν εάν είχε προαχθεί σε Διευθυντή και του μισθού που ελάμβανε κατά το έτος 2006 (ως Υποδιευθυντής Β'), ύψους 15.144,73 ευρώ για το έτος 2006, 13.961,52 ευρώ για το έτος 2007, 15.171,78 ευρώ για το έτος 2008 και 17.718,75 ευρώ για το έτος 2009.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1171/2011 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου και κατόπιν ασκηθεισών αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 3345/2014 (τελεσίδικη) απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' με αρχαιότητα από 1-1-2004, καθώς επίσης και η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει νομιμοτόκως τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' για τα έτη 2004 και 2005, συνολικού ποσού 13.504,98 ευρώ (6.749,68 + 6.752,49).

Με την ίδια απόφαση (3345/2014) απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Διευθυντή με αρχαιότητα από 1-1-2006. Επίσης, απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια που αφορούσαν μισθολογικές διαφορές μεταξύ του μισθού που ελάμβανε ο ενάγων και του μισθού, που αυτός θα ελάμβανε ως Διευθυντής, με αρχαιότητα από 1-1-2006, κατά τα έτη 2006,2007,2008 και 2009.

Σημειώνεται ότι στις εν λόγω απορριφθείσες μισθολογικές διαφορές των ετών 2006 έως και 2009 μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του βαθμού του Διευθυντή, περιλαμβάνεται τόσο το ποσό των μισθολογικών διαφορών μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του επόμενου βαθμού του Υποδιευθυντή Α ',όσο και το ποσό των μισθολογικών διαφορών μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Α' και του μεθεπόμενου βαθμού του Διευθυντή.

Ήδη, η εναγομένη Τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη), συμμορφούμενη πλήρως με το διατακτικό της ως άνω υπ'αριθμ.3345/2014 Απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναγνώρισε την προαγωγή του ενάγοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2004 και του κατέβαλε νομιμοτόκως, το μήνα Σεπτέμβριο του 2014, τις επιδικασθείσες μισθολογικές διαφορές μεταξύ του Υποδιευθυντή Β' και του βαθμού του Υποδιευθυντή Α' για τα έτη 2004 και 2005.

Περαιτέρω, ο ενάγων, με την ένδικη, από 2-8-2015 και υπ' αριθμ. κατ. 78847/ 2680/ 2015,αγωγή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ALPHA BANK Α.Ε., καθολικής διαδόχου της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., ζήτησε, όπως προαναφέρθηκε, α ) να υποχρεωθεί η αντίδικός του να του καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 21.614,34 ως μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την προαγωγή του στο βαθμό Υποδιευθυντή Α για τα έτη 2006, 2007 και 2008, και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 52.086,90 ως μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την προαγωγή του στο βαθμό Υποδιευθυντή για τα έτη 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014.

Ωστόσο, από την προαναφερόμενη υπ'αριθμ.3345/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών παράγεται δεδικασμένο ως προς τις αιτούμενες με την ένδικη αγωγή μισθολογικές διαφορές από το βαθμό Υποδιευθυντή Β' στο βαθμό Υποδιευθυντή Α' για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009,το οποίο εμποδίζει την επανάκριση του ζητήματος, καθώς το ίδιο αίτημα είχε εισαχθεί με την προηγούμενη αγωγή του ενάγοντος ως μέρος του όλου αιτήματος του για αναγνώριση υποχρέωσης της εναγομένης εργοδότριάς του καταβολής μισθολογικών διαφορών των ετών 2006 έως 2009 και απορρίφθηκε συνολικά από το αρμόδιο δικαστήριο ως μη νόμιμο.

Συνεπώς, το επίδικο αίτημα του ενάγοντος για καταβολή μισθολογικών διαφορών από το βαθμό Υποδιευθυντή Β' στο βαθμό Υποδιευθυντή Α' για τα έτη 2006, 2007,2008 και 2009,πρέπει κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα, αλλά και κατά την παραδοχή της νομίμως υπό της εναγομένης προβληθείσης σχετικής ενστάσεως, την οποία επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου.

Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία απέρριψε την άνω ένσταση και στη συνέχεια επιδίκασε τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού Υποδιευθυντή Β' και του βαθμού του Υποδιευθυντή Α' για τα έτη 2006 έως και 2009, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης, που πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, από 1-7-2015 οι βασικοί μισθοί των εργαζομένων στην εναγομένη Τράπεζα, μεταξύ των και ο ενάγων, επί των οποίων υπολογίζονται όλα τα ποσοστιαία επιδόματα ήτοι πολυετίας, συζύγου, τέκνων και επιστημονικό - αναπροσαρμόσθηκαν βάσει της κλαδικής ΣΣΕ ΟΤΟΕ - Τραπεζών 2013-2015 και διαμορφώθηκε για το βαθμό του Υποδιευθυντή Α' στο ποσό των 1.464 ευρώ, ενώ καταργήθηκε από 1-1-2013 το επίδομα ισολογισμού, επήλθε δε από 1-4-2014 μισθολογική προσαρμογή στο επιχειρησιακό επίδομα αναφορικά με το προσωπικό που προερχόταν από την πρώην Εμπορική Τράπεζα, όπως ο ενάγων.

Σημειώνεται ότι από το μήνα Μάιο 2013 είχε διακοπεί το επίδομα για το 1ο τέκνο του ενάγοντος ( ημ.γεν.3-5-1988), λόγω συμπληρώσεως του 25ου έτους της ηλικίας του και από το μήνα Μάρτιο 2014 το επίδομα για το 2ο τέκνο του (ημ.γεν.15-1-1990), λόγω πέρατος των σπουδών του. Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία, αφού έλαβε υπόψη τα ανωτέρω επιδόματα (ενν.

που επιδίκασε) στον ενάγοντα τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του βαθμού του Υποδιευθυντή Α', συνολικού ποσού 8.052,49 ευρώ για το έτος 2013 και 4.131,54 ευρώ για το έτος 2014, ο μαθηματικός υπολογισμός των οποίων δεν προβάλλεται με ιδιαίτερο λόγο έφεσης, ορθά εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη Τράπεζα, συμμορφούμενη πλήρως με το διατακτικό της υπ'αριθμ. 3345/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναγνώρισε την προαγωγή του ενάγοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2004 και του κατέβαλε νομιμοτόκως το μήνα Σεπτέμβριο του 2014 τις επιδικασθείσες μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του βαθμού του Υποδιευθυντή Α' για τα έτη 2004 και 2005, καθώς και την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, έκτοτε δε ο τελευταίος αμείβεται με τις αποδοχές του Υποδιευθυντή Α', ενώ η υπό κρίση αγωγή του για περαιτέρω μισθολογικές διαφορές έγινε εν μέρει δεκτή, χωρίς η μέχρι την άσκησή της, μη καταβολή τους να οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης εργοδότριας, όπως αβασίμως ο ίδιος διατείνεται, απορριπτόμενου εντεύθεν ως κατ'ουσία αβάσιμου του περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αγωγικού αιτήματος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο δέχθηκε το αίτημα αυτό και επιδίκασε για την αιτία αυτή χρηματική ικανοποίηση ποσού 2.000 ευρώ, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το σχετικό λόγο έφεσης της εναγομένης που πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο διαμαρτύρεται για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να απορριφθεί...".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος να του καταβληθούν μισθολογικές διαφορές για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 που προκύπτουν από τις αποδοχές του βαθμού του υποδιευθυντή Β που έλαβε σε σχέση με τις αποδοχές του βαθμού του υποδιευθυντή Α στον οποίο είχε προαχθεί από 1.1.2004, ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την υπ'αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εμποδίζει την επανάκρισή του, με την παραδοχή ότι το ίδιο αίτημα είχε εισαχθεί με την προηγούμενη από 27.9.2009 αγωγή του ενάγοντος κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (που έχει ήδη από 28.6.2013 συγχωνευθεί δια απορροφήσεως από την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία) ως μέρος του όλου αιτήματός του για αναγνώριση της υποχρέωσης εναγομένης να του καταβάλει μισθολογικές διαφορές για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, το οποίο είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ειδικότερα από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της υπ'αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι με αυτή α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 3.1.2012 έφεση της εναγομένης (ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ), έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η από 5.1.2012 έφεση του ενάγοντος, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δικάσθηκε κατ'ουσία η από 27.11.2009 αγωγή του ενάγοντος, β) απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη έπρεπε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του διευθυντή από 1.1.2006 και να του καταβάλει μισθολογικές διαφορές μεταξύ του μισθού που ελάμβανε (υποδιευθυντή Β) και του μισθού που θα ελάμβανε ως διευθυντής για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, γ) έγινε κατά τα λοιπά αιτήματα δεκτή εν μέρει η ως άνω αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη, αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί από 1.1.2004 στο βαθμό του υποδιευθυντή Α και ότι υποχρεούται η εναγόμενη να του καταβάλει α) τις προκύπτουσες, από την ως άνω παράλειψη προαγωγής, μισθολογικές διαφορές από τις αποδοχές του υποδιευθυντή Β που ελάμβανε σε σχέση με τις αποδοχές της θέσης του υποδιευθυντή Α για τα έτη 2004 και 2005 συνολικού ύψους 13.504,98 ευρώ (6.752,49 ευρώ για το έτος 2004 + 6.752,49 ευρώ για το έτος 2005) και β) το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο.

Από την επισκόπηση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης (3345/2014) προκύπτει, επίσης, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν είχε υποβάλλει αγωγικό αίτημα (κύριο ή επικουρικό) να του καταβληθούν οι μισθολογικές διαφορές από τις αποδοχές που θα ελάμβανε ως υποδιευθυντής Α σε σχέση με αυτές που έλαβε ως υποδιευθυντής Β για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, αφού το αντίστοιχο αγωγικό του αίτημα περιοριζόταν για τα έτη 2004 και 2005.

Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι στα απορριφθέντα ως μη νόμιμα, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (3345/2014), αγωγικά αιτήματα του ενάγοντος να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη έπρεπε να τον προαγάγει στο βαθμό του διευθυντή από 1.1.2006 και να του καταβάλει, λόγω της παράλειψης προαγωγής του στον ως άνω βαθμό (διευθυντή), για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 μισθολογικές διαφορές με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε ως διευθυντής σε σχέση με τις αποδοχές που έλαβε, τα ως άνω έτη, ως υποδιευθυντής Β, περιεχόταν και αίτημα επιδίκασης μισθολογικών διαφορών από τις αποδοχές που θα ελάμβανε ως υποδιευθυντής Α σε σχέση με τις αποδοχές που έλαβε ως υποδιευθυντής Β για τα έτη αυτά (2006, 2007, 2008, 2009).

Για το λόγο αυτό άλλωστε το ως άνω Εφετείο, ενώ έκρινε με την υπ'αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικη απόφασή του ότι ο ενάγων δικαιούται τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την παράλειψη προαγωγής του από 1.1.2004 στο βαθμό του υποδιευθυντή Α για τα έτη 2004 και 2005, δεν αποφάνθηκε, ελλείψει σχετικού αιτήματος, για τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την ως άνω παράλειψη προαγωγής του (στο βαθμό του υποδιευθυντή Α) για τα επόμενα έτη (από 2006 έως 2009).

Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του (4632/2020), παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερθείσα με αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αίτημα της ένδικης από 2.8.2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για καταβολή των μισθολογικών διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των αποδοχών του υποδιευθυντή Α, λόγω της προαγωγής του από 1.1.2004 , σε σχέση με αυτές που έλαβε ως υποδιευθυντής Β για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 και, κατόπιν τούτου, απέρριψε ως απαράδεκτο το ως άνω αγωγικό αίτημα, κατά παραδοχή προβληθείσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένστασης της εναγομένης, την οποία επανέφερε ως εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, καθότι το ως άνω αγωγικό αίτημα (καταβολής των ως άνω μισθολογικών διαφορών) δεν είχε ασκηθεί με την προγενέστερη από 27.11.2009 αγωγή του ενάγοντος και δεν είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο με την υπ'αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, υποπίπτοντας στην εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, εφόσον κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου.

Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ'ουσία βάσιμοι οι εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαία, με τους οποίους, και κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση του νόμου απέρριψε το αγωγικό του αίτημα για καταβολή μισθολογικών διαφορών λόγω της προαγωγής του στο βαθμό του υποδιευθυντή Α από 1.1.2004 για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την υπ'αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, όπως ο Οργανισμός Προσωπικού της ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που περιέχεται στην από 11.11.1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/10/27-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (Ολ.

ΑΠ 22/1999, ΑΠ 774/2018, ΑΠ 884/2015), η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του.

του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή (ΑΠ 774/2018, ΑΠ 615/2018, ΑΠ 801/2014). Σε τέτοια περίπτωση, ο υπάλληλος, που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματος του προαγωγής, οπότε, με την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε, αυτοδικαίως, από του χρόνου, στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980 (ΑΠ 1272/2020, ΑΠ 774/2018) και να ζητήσει την επιδίκαση, ως αποζημίωση, της διαφοράς των αποδοχών του (διαφυγόν κέρδος) από την σε βάρος του αδικοπραξία - κατάχρηση δικαιώματος, εξ αιτίας αυτής της παράνομης και υπαίτιας πράξης των οργάνων του εργοδότη, που τον αντιπροσωπεύουν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τα άρθρα 71, 281, 914, 298, 330 του ΑΚ (ΑΠ 1272/2020, ΑΠ 971/2015, ΑΠ 69/2015), χωρίς να αποκλείεται και η επιδίκαση σ' αυτόν ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη στην προσωπικότητά του από την παράνομη και υπαίτια παράλειψη προαγωγής του, παρά την καταφανή υπεροχή αυτού έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του (ΑΠ 1272/2020, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 69/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κυρίως με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αλλά και εν μέρει και με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει ως αβάσιμο κατ'ουσία το αγωγικό αίτημά του περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 649, 653, 914, 932 του ΑΚ, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 παρ.1, 17 παρ.1, 20 παρ.1, 22 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ότι παράλληλα στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω αιτιάσεις, ως προς την απορριπτική επί της ουσίας κρίση της, επί του αγωγικού του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να κρίνει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία σε συμμόρφωση με το διατακτικό της υπ'αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναγνώρισε την προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό του υποδιευθυντή Α από 1.1.2004 και του κατέβαλε το Σεπτέμβριο του έτους 2014 τις επιδικασθείσες μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του υποδιευθυντή Β και του βαθμού του υποδιευθυντή Α για τα έτη 2004 και 2005 και την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παράλειψη προαγωγής του και ότι η μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής του μη καταβολή (των αιτούμενων με αυτή) μισθολογικών διαφορών δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, απορρίπτοντας ως κατ'ουσία αβάσιμο το αγωγικό αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 του ΑΚ, και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ως άνω διατάξεις και τα οποία δικαιολογούν το ως άνω απορριπτικό διατακτικό αυτής.

Εξάλλου, το Εφετείο, με τις παραδοχές του αυτές δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο αναιρεσείων από την μη καταβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των αιτούμενων μισθολογικών διαφορών δεν υπέστη ηθική βλάβη και ως εκ τούτου δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της, ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία συμμορφούμενη πλήρως με το διατακτικό της υπ' αριθμ. 3345/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναγνώρισε την προαγωγή του αναιρεσείοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2004, του κατέβαλε νομιμοτόκως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014 τις επιδικασθείσες, με την ως άνω απόφαση, μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του βαθμού του Υποδιευθυντή Α' για τα έτη 2004 και 2005 και την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση ύψους 2.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από την παράλειψη προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α και, επίσης δέχθηκε, ότι η μη καταβολή από την αναιρεσίβλητη των αιτουμένων, με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, μισθολογικών διαφορών από την ως άνω αιτία (παράλειψη προαγωγής σε Υποδιευθυντή Α) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.7.2014, δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτής και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων δεν υπέστη ηθική βλάβη, αιτιολογίες που είναι επαρκείς και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 του ΑΚ και συνεπώς αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Τέλος, μετά την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της αναίρεσης και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτών παρέλκει η έρευνα των πέμπτου και έκτου εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, με τους οποίους, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερόμενες στους λόγους αυτούς ουσιαστικού δικαίου νομοθετικές, συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις με το να δεχθεί εν μέρει την αγωγή του ως κατ' ουσία βάσιμη, ενώ έπρεπε να τη δεχθεί στο σύνολό της επιδικάζοντας και τις μισθολογικές διαφορές των ετών 2006-2009.

Συνακόλουθα κατά παραδοχή του ως άνω δύο πρώτων λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου το αγωγικό αίτημα επιδίκασης μισθολογικών διαφορών που προκύπτουν, λόγω της προαγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από 1.1.2004 στο βαθμό του υποδιευθυντή Α, από τις αποδοχές του υποδιευθυντή Α που δικαιούται, λόγω της ως άνω προαγωγής του, σε σχέση με τις αποδοχές του υποδιευθυντή Β που έλαβε τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναγραφόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 4632/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ