Supreme Court dismisses appeal against court ruling on unpaid lump-sum benefits for former employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the legal representative's appeal against the First Instance Court's decision ordering the payment of outstanding lump-sum benefits. The court found that the lower court correctly recognized a legislative change regarding benefit caps that created a new debt for the employer. The court ruled that the lack of retroactive effect on the new law did not prevent the employees from claiming their accrued rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A legal representative's appeal against a judgment ordering payment of accrued benefits based on a legislative change is inadmissible if the debt has already been legally established and the lack of retroactivity does not extinguish the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1477 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1477/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βυτινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Α. του Π. έως και 13)Θ. Α. του Χ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 706/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 10054/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 15/10/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 15 Οκτωβρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 95705/15.10.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 10.054/13.9.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 706/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσία η από 5.12.2014 και με αριθ. κατάθ. 2927/17.12.2014 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, είχε απορρίψει την από 20.7.2010 και με αριθ.
κατάθ. 1325/2.8.2010.2012 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες, τα αναφερόμενα σε έκαστο εξ αυτών ποσά.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 15.10.2018, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσίβλητους (άρθ. 261 του ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδόθηκε στο αναιρεσείον (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας απεβίωσε ο 8ος αναιρεσίβλητος Ζ. Σ., ο θάνατος του οποίου γνωστοποιήθηκε το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού ήτοι α) η σύζυγός του Α.
Χ. και τα τέκνα του β) Β. Σ. και γ) ) Γ. Σ..
2.-Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του ειρηνοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης πριν την 1.1.2016, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, [ήτοι α) αν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου].
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).
Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί εξώδικου συμβιβασμού και ως εκ τούτου περί παραιτήσεως από την ένδικη απαίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δέχτηκε ότι ο συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν έγκυρος με την αιτιολογία ότι "συνιστά παραίτηση από δικαίωμα που πηγάζει από κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις αναγκαστικού χαρακτήρα (δημοσίας τάξεως) των οποίων η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή (άρθρο 2 ΑΚ) με ιδιωτικές συμφωνίες, όπως στην προκειμένη περίπτωση", παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 871 και 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται, στον οικείο αναιρετικό λόγο, παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του (συμβιβασμού, που συνιστά γνήσια αυτοτελή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση), ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτού ασκηθείσας έφεσης των αναιρεσιβλήτων, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο το παραδεκτό του προταθέντος ισχυρισμού. 3.-Από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, που ορίζουν ότι:
α) οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεώς τους έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51 παρ. 1), προκύπτει ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ.
Α.Π. 10/2001, ΑΠ 1285/2019, ΑΠ 488/2019, ΑΠ 72/2016, ΑΠ 275/2015, ΑΠ 961/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 1595/2002, ΣτΕ 2202/2015, ΣτΕ 3028/2014, ΣτΕ 2727/2009). Η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων του ενάγοντος περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, διότι, υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξιώσεως του ασφαλισμένου θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου (ΑΠ 1004/2020, ΑΠ 488/2019, ΑΠ 674/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. . .".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 Κ.ΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχτηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Οι εκκαλούντες ήταν πρώην υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και απεχώρησαν από την εργασία τους, λόγω συνταξιοδοτήσεως στις 29.3.2000, 30.9.1999, 30.11.1999, 28.11.1997, 30.11.1998, 30.11.1999, 31.12.1999, 18.5.1998, 30.11.1999, 11.7.2003, 28.11.1997, 2.7.2001 και 29.12.1997 αντίστοιχα.
Στους εκκαλούντες κατεβλήθη μειωμένο ποσό εφάπαξ διότι επεβλήθη ανώτατο όριο με το νόμο 2084/1992 άρθρο 57. Το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος με την απόφαση 6/16.11.2004 κατέβαλε στους εκκαλούντες συμπληρωματικό εφάπαξ για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 9.2.2004. Όμως, για να λάβουν το εφάπαξ αυτό οι εκκαλούντες παραιτήθηκαν από περαιτέρω απαιτήσεις τους.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, δια των υπ' αριθμόν 3, 4 και 5/2007 αποφάσεών του, έκρινε ότι η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο ανωτάτου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Αμιγώς δε ανταποδοτικό χαρακτήρα έχει το εφ' άπαξ βοήθημα, το οποίο καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο, που σχηματίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από εισφορές, είτε μόνο των ασφαλισμένων, είτε και του εργοδότη που απασχολεί αυτούς, ανεξαρτήτως μάλιστα του ύψους των εισφορών του εργοδότη.
Τούτο δε διότι και οι εισφορές του εργοδότη καταβάλλονται με αφορμή τη σχέση εργασίας, που συνδέει αυτόν με τους ασφαλισμένους, αφού οι ασφαλιστικές εισφορές του εργοδότη αποτελούν τμήμα του μισθού και υπολογίζονται επί των αποδοχών των εργαζομένων, όπως και οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν αυτοί.
Στην περίπτωση δε αυτή η επιβολή νομοθετικά ανωτάτου ορίου στην παροχή εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την, κατ' άρθρον 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και, παρά ταύτα, θα λάβουν το ίδιο εφάπαξ βοήθημα με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεσπιζόμενο κανόνα ότι το μέγεθος του εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
Συνεπώς, το εφεσίβλητο οφείλει να καταβάλει στους εκκαλούντες και τα υπόλοιπα ποσά ως εφάπαξ εφόσον η θέση ανώτατου ορίου κρίθηκε αντισυνταγματική. Το εφεσίβλητο δια των προτάσεών του επαναφέρει την ένσταση περί μη αναδρομικής ισχύος των αποφάσεων του Α.Ε.Δ. Όμως, από τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσης προκύπτει ότι η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη [...].
Συνεπώς το εφεσίβλητο οφείλει στους εκκαλούντες τη διαφορά των ποσών που προκύπτει από το δικαιούμενο ποσό μείον το ποσό που πράγματι κατεβλήθη σε αυτούς με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ήτοι πρέπει να καταβληθούν σε αυτούς τα ποσά των 6.239,90 ευρώ, 4.354,95 ευρώ, 8.321,15 ευρώ, 3.197,35 ευρώ, 3.275,40 ευρώ, 6.069,54 ευρώ, 7.563,60 ευρώ, 5.855,58 ευρώ, 6.305,10 ευρώ, 2.881,98 ευρώ, 6.617,17 ευρώ, 3.544,04 ευρώ και 3.763,71 ευρώ αντιστοίχως". 4.-Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχτηκε την έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων την αναφερόμενη προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος εφάπαξ βοηθήματος και αυτού που έπρεπε να τους έχει καταβληθεί, χωρίς το πλαφόν του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι με τη δημοσίευση των παραπάνω αποφάσεων του ΑΕΔ επήλθε νομοθετική μεταβολή ως προς το ύψος της οφειλόμενης εφάπαξ παροχής, για την οποία οι ενάγοντες έχοντες ήδη σχετική ενεργό αξίωση, άσκησαν την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι με τις ως άνω αποφάσεις του το ΑΕΔ έκρινε μόνον αν είναι συνταγματική ή όχι η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 για τον περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο χορηγείται στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος Ταμείου μετά την 1.1.1993 και έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς και όχι για το σύννομο ή μη των αξιώσεων των εναγόντων σε σχέση με το χρόνο ασκήσεως αυτών και ότι οι αποφάσεις αυτές καταλαμβάνουν μόνον τις περιπτώσεις των ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων του ΑΕΔ (16 Απριλίου 2007), όχι δε και τους ασφαλισμένους που αποχώρησαν πριν από τη δημοσίευση αυτών, όπως οι ενάγοντες, είναι αβάσιμες.
Η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες ωστόσο ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, το οποίο έχει ήδη γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, όπως ήδη προαναφέρθηκε.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 5.-Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.10.2018 και με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 95705/2018 (Ειδ. Αρ. Κατ. 145/2018) αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Πρώην Εργαζομένων Α.Τ.Ε." περί αναιρέσεως της 10.054/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ