Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence and prior judgments on insurance contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding an insurance dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to consider specific judicial interpretations of the insurance contract and witness testimony. The court ruled that evidentiary materials and witness statements do not constitute 'facts' under Article 560(5) of the Code of Civil Procedure, rendering these grounds inadmissible for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; Evidence and witness statements do not constitute 'facts' for the purpose of Article 560(5) of the Code of Civil Procedure and are therefore inadmissible grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1477 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1477/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη και Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2) Α. Σ. του Ν., κατοίκου ... 3) Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4) Α. Π. του Η., κατοίκου ..., 5) Η. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Α. Β. του Α., κατοίκου ..., 7α) Σ. Γ. του Ι., 7β) Α. Α. του Χ. και 7γ) Σ. Α. του Χ., κληρονόμων του Χ. Α. του Α., κατοίκων ..., 8) Α. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 9) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 10) Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., 11) Α. Π. - Ζ. του Μ., κατοίκου ..., 12) Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 13) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 14) Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 15) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 16) Π. Κ. του Π., κατοίκου ... και 17) Γ. Π. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ανναμπέλα Θεοχαροπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 11-10-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι παρίσταται η "… ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολική διάδοχος της εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Το δεύτερο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Δήμα και Νικόλαο Βερβεσό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 20-11-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 496/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 10864/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παράγραφοι 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, είναι να περιέχεται στο δικόγραφο αυτής ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής Πειραιώς" , δευτέρου των αναιρεσιβλήτου, η εναντίον του οποίου από 23-7-2014 αγωγή των ήδη αναίρεσε ιόντων έγινε κατά ένα μέρος δεκτή. Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της αναίρεσης (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι δεν περιέχεται σ' αυτό αιτίαση για τη διάταξη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, οι δε επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες αφορούν μόνον τη διάταξη της απόφασης κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ίδια αγωγή των αναίρεσειόντων ως προς τη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρία".
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου, από το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει τα πρόσωπα τα νομιμοποιούμενα ενεργητικώς να ασκήσουν αίτηση αναίρεσης προκύπτει, ότι το ένδικο αυτό μέσο ασκούμενο κατά απόφασης του Εφετείου από πρόσωπο που δεν υπήρξε διάδικος στην ενώπιον του διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ.1 και 2).
Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που ασκείται από τους, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατη έκτη και δέκατο έβδομο των αναιρεσειόντων (Γ. Σ., Γ. Μ., Π. Κ. και Γ. Π.),οι οποίοι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπήρξαν διάδικοι και δή αντίδικοι της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στην ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διεξαχθείσα δίκη, είναι απαράδεκτη.
Ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (αρθρ. 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υποσχέσεως), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης.
Πρόκειται περί γνήσιας ομαδικής ασφάλισης, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (αρθρ. 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (Α.
Π. 11/2006, 1895/2008). Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσης εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφάλισης με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για την διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για την διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Καταθέσεως ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμηθείας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 361 Α.Κ., μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στην διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 462/2018,1131/2017, 162/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560αρ.1(ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.1) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(Ολ.ΑΠ10/2011,7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).Για να είναι δε ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου(Ολ.ΑΠ20/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ1708/2008).
Περαιτέρω, ο ίδιος προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται σας δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010). ).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/ 2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1665/2014).(ΑΠ788/18).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος:" : Άπαντες οι ενάγοντες...(ήδη αναιρεσείοντες) τυγχάνουν συνταξιούχοι υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και λόγω της ιδιότητάς τους αυτής καθ' όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου τους ήταν μέλη του επιχειρησιακού σωματείου εργαζομένων της με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Ε.Α.Τ.Ε.)",...
Ήδη δε, κατόπιν νέας τροποποιήσεως του καταστατικού του, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 653/4-2-2013 διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά την ενοποίηση των συλλόγων των δύο Τραπεζών Αγροτικής και Πειραιώς, μετονομάσθηκε η επωνυμία, με την οποία αναφέρεται στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας, σε "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής - Πειραιώς (ΣΕΤΑΠ) (ήδη δεύτερο των αναιρεσίβλητων).
Σκοπός του σωματείου, σύμφωνα με το καταστατικό του, είναι η μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών - εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών συνδικαλιστικών και ταξικών συμφερόντων των μελών του και, ειδικότερα, και η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του καθώς και για την αλληλοβοήθειά τους (όρος 3 παρ. 1 και στοιχ.
ι). Οι πόροι του σωματείου προέρχονταν, εκτός από λοιπά έσοδα από την αξιοποίηση της περιουσίας του, δωρεές, διοργάνωση εκδηλώσεων, έκδοση περιοδικών κ.λπ., και από την τακτική μηνιαία συνδρομή των μελών του (όρος 5 στοιχ. α), η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό 1% επί των μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών τους, με δυνατότητα αυξομείωσης κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, ενώ παράλληλα προβλέφθηκε και η καταβολή έκτακτων εισφορών για την κάλυψη έκτακτων αναγκών στο πλαίσιο του σκοπού του σωματείου, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και ανώτατο επιτρεπτό ετήσιο όριο, οι οποίες (συνδρομές και εισφορές) εισπράττονταν μέσω παρακράτησης από το σωματείο από τη μισθοδοσία των μελών του (ευχέρεια που δεν απονέμεται στα κοινά σωματεία), διαμέσου της αρμόδιας υπηρεσίας της εργοδότριας Αγροτικής Τράπεζας και αποδίδονταν από αυτή στο σωματείο, με τη μεταφορά των αντίστοιχων ποσών μηνιαίως σε πίστωση λογαριασμού καταθέσεων που τηρεί το σωματείο στην Τράπεζα (όρος 13).
Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του καταστατικού του, που τιτλοφορείται "οικονομική ενίσχυση εξερχομένων μελών", προβλέφθηκαν τα εξής: "Α) Στα μέλη του Σωματείου που αποχωρούν οριστικά και αμετάκλητα από την Αγροτική Τράπεζα, λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης ή θανάτου, παρέχεται οικονομική ενίσχυση με βάση τις πλήρεις αποδοχές, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους, σύμφωνα με την ακόλουθη αναλογία: 1) 2 μηνών πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, 2) 1,5 μήνα πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 20 χρόνια ως μέλη, 3) 1 μήνα πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 15 χρόνια ως μέλη και 4) για όσους έχουν συμπληρώσει από 5 μέχρι 15 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, το 1/15 των πλήρων αποδοχών τους για κάθε χρόνο ταμειακής ενημερότητας.
Β) Σε περίπτωση θανάτου κάποιου μέλους του Σωματείου η παραπάνω οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται κατ' ισομοιρία μόνο στη σύζυγο και στα τέκνα του μέλους αυτού...Δ) Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ποσοστό μέχρι 50% από τις μηνιαίες τακτικές εισφορές των μελών τηρείται σε Ειδικό Λογαριασμό. Ε) Σε περίπτωση αθρόας εξόδου μελών από την υπηρεσία ή πρόβλεψης αδυναμίας κάλυψης, μέσα στα παραπάνω όρια, των οικονομικών αυτών ενισχύσεων στο μέλλον, είναι δυνατή η
μείωσή τους, ύστερα από απόφαση του Δ.Σ.. ΣΤ) Το Δ.Σ. δύναται να συνάψει με μία οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία, ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του Σωματείου ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις (Α) και (Β).
Ζ) Τα μέλη του Συλλόγου στην όποια περίπτωση ύπαρξης νέου καθεστώτος Ομαδικής Ασφάλισης θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ποσά που θα ελάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επί μέρους Συλλόγων τους". Πρέπει να επισημανθεί ότι οι ανωτέρω όροι με την ίδια αριθμητική διάκριση και κοινό γλωσσικό περιεχόμενο περιλήφθηκαν σε όλα τα κωδικοποιημένα καταστατικά της ιστορικής διαδρομής του πρώτου εναγομένου, από την αρχική επωνυμία του ως "Σύλλογος Υπαλλήλων ΑΤΕ" και εντεύθεν μέχρι και σήμερα.
Στο πλαίσιο της υλοποίησης της περ. ΣΤ' του άρθρου 16 του καταστατικού του, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.) (εφεξής: "συμβαλλόμενος"), ενόσω λειτουργούσε ως αυθύπαρκτος και ανεξάρτητος των λοιπών δύο ενώσεων ("ΣΕΠΑΤΕ" και "ΣΓΕΑΤΕ"), συνήψε με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εταιρία της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εταιρία "...
Ανώνυμος Εταιρεία" (εφεξής: "εταιρία (ήδη πρώτη των αναιρεσίβλητων) την υπ αριθμ. ...14.5.1985 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου (εφεξής: συμβόλαιο υπ' αριθμ. ...1985), με τις μεταγενέστερες Πρόσθετες Πράξεις της και ημερομηνία έναρξης ισχύος την 14η-5-1985. Αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί ο Γενικός Κανονισμός του Προγράμματος Πρόνοιας, όπως εκάστοτε ισχύει (άρθρο 1 παρ. 1).
Με το συμβόλαιο αυτό και σύμφωνα με το πρόγραμμα εφάπαξ παροχών, ο κάθε ασφαλισμένος κατά την αποχώρησή του από την εργασία του στην Αγροτική Τράπεζα λόγω συνταξιοδότησης, θα ελάμβανε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και ειδικότερα, εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, για την καταβολή της οποίας η ασφαλιστική εταιρεία κάθε φορά που αποχωρούσε κάποιος ασφαλισμένος, απέσυρε από τον τηρούμενο λογαριασμό ασφαλίστρων (Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου) το απαιτούμενο ποσό, το οποίο στη συνέχεια κατέβαλε στον δικαιούχο, αφού προηγουμένως το Σωματείο είχε ειδοποιήσει την ασφαλιστική εταιρεία για την αποχώρηση του συγκεκριμένου υπαλλήλου, παρέχοντας συγχρόνως και όλα τα απαραίτητα στοιχεία (χρόνος υπηρεσίας, ηλικία, μισθός) για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού.
Στον εν θέματι Γενικό Κανονισμό Πρόνοιας που συνοδεύει την ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία οι ενάγοντες είναι ασφαλισμένοι ως μέλη του πρώην Σ.Υ.Α.Τ.Ε. και ήδη Σ.Ε.Τ.Α.Π., κατά τα προεκτεθέντα, ορίζονται ειδικότερα τα εξής: ΠΑΡΟΧΕΣ: "Κάθε ασφαλισμένος δικαιούται εφάπαξ παροχής την ημερομηνία, κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει με σύνταξη γήρατος.
Το ποσό της παροχής αυτής είναι ίσο με 7% επί του μηνιαίου συντάξιμου μισθού, ήτοι ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου 12μήνου πριν από τη συνταξιοδότηση, που δηλώνει το συμβαλλόμενο σωματείο στην εταιρεία, επί τη συντάξιμη υπηρεσία, ήτοι το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία πρόσληψης στο Σ.Υ.Α.Τ.Ε.
μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, όχι μεγαλύτερο των 35 ετών. Το ποσό αυτό καταβάλλεται εφάπαξ στον ασφαλισμένο κατά την ημερομηνία της συνταξιοδότησης του". Σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 1 άρθρο με τον τίτλο "Γενικές διατάξεις": "Ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του Συμβαλλομένου", δηλαδή χρηματοδοτείτο από τα συσσωρευμένα αποθεματικά εκ του παρακρατηθέντος ποσοστού (ήμισυ του 1%) των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια της ενεργούς υπηρεσίας τους. "...
ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου έχει σκοπό τη δημιουργία ενιαίων αξιών (κεφαλαίων) που είναι απαραίτητες για την καταβολή των παροχών που καθορίζονται στο Γενικό Κανονισμό του Προγράμματος Πρόνοιας... Ο Συμβαλλόμενος δίνει το δικαίωμα στην Εταιρία να αποσύρει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου τα ποσά που απαιτούνται για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών.
Οι υποχρεώσεις της Εταιρίας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν από την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής". Ο ανωτέρω όρος διακηρύσσει την υπέρ τρίτου - του ασφαλισμένου-δικαιούχου ενέργεια της σύμβασης και θεμελιώνει την ευθεία αξίωσή του εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας για τη διεκδίκηση της δικαιουμένης εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης.
Το δικαίωμα προσδοκίας κάθε ασφαλισμένου μετατρέπεται σε αξίωση καταβολής του συμφωνημένου κεφαλαίου, ως ασφαλιστικής αποζημίωσης, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, που είναι, εν προκειμένω, ο χρόνος συνταξιοδότησής του. Η ασφαλιστική σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε υπέρ των εργαζομένων - μελών του Συλλόγου, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, γεννά υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρίας εκπληρωτέες ευθέως προς τους ασφαλισμένους (411, 412 ΑΚ).
Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, αποκτά άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή την παροχή, στρεφόμενος κατ' αυτού απευθείας κατ' άρθρο 411 ΑΚ. Το δε έννομο συμφέρον των ασφαλισμένων θεμελιούται στο ασφάλιστρο που καταβάλλει για λογαριασμό τους το εναγόμενο σωματείο, με χρήματα των μελών του.
Εννοείται ότι όλα τα δικαιώματα των ασφαλισμένων αντλούνται από το ασφαλιστήριο και συνεπώς, όποιες ενστάσεις έχει η ασφαλιστική εταιρεία κατά του συμβαλλόμενου της σωματείου, έχει και κατά των ασφαλισμένων του. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι από 1-8-2012 ο Σύλλογος έπαυσε να καταβάλει τις εισφορές των μελών του στην Ασφαλιστική Εταιρία, όπως είχε υποχρέωση από την ασφαλιστική σύμβαση, ενώ επιπλέον το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου του επίδικου Ομαδικού Ασφαλιστηρίου ανέρχονται στις 24-1-2013 στο ποσό των 6.787,35 ευρώ.
Ως εκ τούτου η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την από 22-1-2013 μονομερή δήλωση της, ως είχε δικαίωμα (άρθρο 7.2 σύμβασης), κατήγγειλε την υπ' αριθμ. ...1985 επίδικη σύμβαση,... που ανέπτυξε την ισχύ της και σήμανε τη λήξη της σύμβασης τρεις (3) μήνες αργότερα, ήτοι στις 25-4-2013... Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής της, που εξετάζονται ενιαία λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους νοηματικής συνάφειας, η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία επαναφέρει τους ισχυρισμούς που υπέβαλε και με τις από 17-2-2015 έγγραφες προτάσεις της επί της έδρας του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής της επίδικης ασφαλιστικής παροχής στους εφεσιβλήτους, επειδή ήδη κατά το χρόνο που ο καθένας από αυτούς θεμελίωσε δικαίωμα απόληψης της συγκεκριμένης παροχής και έλαβε (η ίδια) γνώση της συνδρομής των προϋποθέσεων στο πρόσωπο εκάστου εξ αυτών, το υπόλοιπο απόθεμα του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου ήταν ανεπαρκές για την ικανοποίηση όλων των δικαιούχων εναγόντων, συνολικού ύψους 6.787,35 ευρώ, το οποίο αποτελεί και το ανώτατο όριο της ευθύνης της κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ανεξάρτητα από τα αίτια που οδήγησαν στο καθεστώς της ανεπάρκειας των διαθεσίμων του Λογαριασμού, τα οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αναζητηθούν σε παράγοντες που εκφεύγουν της σφαίρας ευθύνης της (της ασφαλιστικής εταιρείας), δηλαδή στη μη συμμόρφωση του Συλλόγου προς τις προτάσεις που του απηύθυνε για την αναπροσαρμογή της εισφοράς των μελών του προς εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Λογαριασμού, στη σύγχρονη μαζική έξοδο των μελών του καθώς και την παύση καταβολής των εισφορών των τελευταίων, γεγονός που οδήγησε εντέλει και στην λύση δια καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης (24-1-2013).
Αποδείχτηκε πράγματι ότι το πρόβλημα της ανεπάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου για την ολοσχερή κάλυψη των απαιτήσεων των ασφαλισμένων που θεμελίωναν τις προϋποθέσεις απόληψης του επιδόματος σύμφωνα με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έβαινε κλιμακούμενο αυξητικά τουλάχιστον από το έτος 2009, οπότε διαπιστώθηκε επίσημα στο πλαίσιο της αναλογιστικής αποτίμησης του ομαδικού συμβολαίου με τη διενέργεια της σχετικής από 31-12-2009 αναλογιστικής μελέτης που διενεργήθηκε από την Υποδιεύθυνση Αναλογιστικής και Υποστήριξης Έργων Φερεγγυότητας και τον Αναλογιστή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, Γ.
Δ. Κ., τα πορίσματα της οποίας περιήλθαν εις γνώση του Συλλόγου δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. .../2011 επιστολής του Διευθυντή της Διεύθυνσης Ομαδικών Ασφαλίσεων, Χ. Κ.. Σε αυτήν σε ό,τι αφορά στην επίδικη υπ' αριθμ. ...1985 σύμβαση, από τη συνεκτίμηση της ετήσιας απόδοσης του λογαριασμού, της μέσης αύξησης μισθοδοσίας, της θνησιμότητας, της αναμενόμενης ηλικίας αποχώρησης και της μέγιστης συνολικής υπηρεσίας κατά την αποχώρηση των ασφαλισμένων, εκτιμήθηκε συνολικό ποσό συσσωρευομένων υποχρεώσεων στις 31-12-2009 ύφους 4.431.000 ευρώ, ενώ το πιστωτικό υπόλοιπο στο λογαριασμό διαχείρισης ήταν μηδενικό και απευθύνθηκε εισήγηση προς το Σωματείο για την καταβολή ισόποσης έκτακτης εισφοράς, ήτοι ποσού 4.431.000 ευρώ, για την πίστωση του λογαριασμού αυτού.
Ο Σύλλογος δεν ανταποκρίθηκε στην πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας, ώστε κατόπιν αυτού, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία επανήλθε με τη νέα ταυτόσημη από 24-10-2012 συστημένη επιστολή της με σαφή προειδοποίηση, σε αντίθετη περίπτωση, της πρόθεσής της να προβεί σε μονομερή καταγγελία του επίδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου, όπως και πράξε μετά από 3 περίπου μήνες, κατά τα προηγηθέντα.
Κατά το χρόνο της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης, σης 24-1-2013, το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης ανερχόταν στο ποσό των 6.787,35 ευρώ, το οποίο παρέμεινε στάσιμο στο παραπάνω ύψος, μετά την τελευταία απόσυρση μέρους του αποθέματος του Λογαριασμού από την ασφαλιστική εταιρεία και την απόδοσή του σε ασφαλισμένους που είχαν θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης και δεν είχαν προλάβει να ικανοποιηθούν, λόγω της ανεπάρκειας του αποθέματος.
Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι απαιτήσεις όλων των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων για τη λήψη του ασφαλίσματος έπονται χρονικά των οικείων των ως άνω (μη διαδίκων) δικαιούχων, αφού κατά τα οριζόμενα στην αγωγή τους θεμελίωσαν συνταξιοδοτικό δικαίωμα σε μεταγενέστερους χρόνους από τις 2-11-2010, οπότε σε κάθε περίπτωση, ο λογαριασμός διαχείρισης αναφορικά με αυτούς πρέπει να λογιστεί ως μηδενικός, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Επί των παραπάνω αιτιάσεων της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της ασφαλιστικής σύμβασης υπό τον τίτλο "Λειτουργία του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου": "Ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου ανοίγεται κατά την ημερομηνία που θα πραγματοποιηθεί η πρώτη καταβολή του Συμβαλλομένου προς την Εταιρία.
Κάθε εισφορά που καταβάλλεται από το Συμβαλλόμενο στην Εταιρία πιστώνεται στο Λογαριασμό την ίδια ακριβώς ημέρα της καταβολής. Οι τόκοι πιστώνονται στο Λογαριασμό στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους. Στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους η Εταιρία συντάσσει έκθεση για την κατάσταση του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου που περιλαμβάνει σε πίστωση:
α) το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, β) τις εισφορές που καταβλήθηκαν από το Συμβαλλόμενο στην Εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 κατά τη διάρκεια του έτους, γ) τους τόκους του κεφαλαίου που υπολογίστηκαν από την εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3.
Σε χρέωση α) τα ποσά που αναλήφθηκαν από το Κεφάλαιο για την καταβολή των προβλεπομένων παροχών των ασφαλισμένων που συνταξιοδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, β) τα έξοδα διαχείρισης, όπως καθορίζονται στο άρθρο 4, γ) οποιοδήποτε ποσό που καταλογίζεται σε βάρος του Κεφαλαίου για φορολογικούς ή άλλους λόγους, δ) τις προμήθειες που καταβλήθηκαν και ε) τους τόκους για τα ποσά που αναλήφθηκαν από το λογαριασμό.
Το υπόλοιπο κάθε στιγμή μεταξύ πίστωσης και χρέωσης καθορίζει το ύψος του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κατά τη στιγμή αυτή. Στο άρθρο 3 υπό τον τίτλο "Εισφορές- Τόκοι που υπολογίζονται στο Κεφάλαιο - Εγγυήσεις": "Με βάση τις πληροφορίες (που ο Συμβαλλόμενος διαβιβάζει στην Εταιρία στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους), η Εταιρία καθορίζει το ποσό της εισφοράς, την οποία οφείλει να καταβάλει ο Συμβαλλόμενος στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους, για την καλυπτόμενη ομάδα.
Κάθε έτος θα επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του Κεφαλαίου. Οι διαφορές που δυνατόν να διαπιστωθούν, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση της εισφοράς σύμφωνα με τις προτάσεις της εταιρείας. 3.3. Η εταιρεία εγγυάται το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κάθε στιγμή.
Η Εταιρία εγγυάται την καταβολή της σύνταξης, εφόσον προβλέπεται από τον Κανονισμό Πρόνοιας του προγράμματος, αναλαμβάνοντας από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το μικτό ενιαίο ασφάλιστρο που απαιτείται σύμφωνα με τις τεχνικές βάσεις τις εγκεκριμένες από το Υπουργείο Εμπορίου κατά την ημερομηνία της αποχώρησης.
Αν η Εταιρία διαπιστώσει ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει γι' αυτό το Συμβαλλόμενο και να του εισηγηθεί τις αναγκαίες αναπροσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού. Δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμία καταβολή δεν γίνεται από την Εταιρία, εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής".
Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6 που τιτλοφορείται "Καταβολή Παροχής" συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα: "6.1. Με τη λήψη μιας κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η Εταιρία αναλαμβάνει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους του προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου που τη δικαιούται, όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση" και με το άρθρο 7 υπό τον τίτλο: "Καταγγελία του Συμβολαίου": "7.2.
Η Εταιρία έχει το δικαίωμα να καταγγείλει το παρόν Συμβόλαιο οποιαδήποτε στιγμή με προειδοποίηση τριών μηνών τουλάχιστον απευθυνόμενη με συστημένη επιστολή στο Συμβαλλόμενο, εφόσον συμβεί μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Αν ο Συμβαλλόμενος δεν πραγματοποιεί υπέρ του Κεφαλαίου σύμφωνα με τις παροχές που προβλέπονται στο συνημμένο πρόγραμμα Πρόνοιας, την καταβολή των εισφορών όπως καθορίζονται και απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και β) Αν ο Συμβαλλόμενος αρνηθεί να αποδεχτεί τις τροποποιήσεις τις οποίες κρίνει η Εταιρία ότι πρέπει να επιφέρει στο παρόν Συμβόλαιο σε περίπτωση τροποποίησης του Προγράμματος Πρόνοιας και εισηγείται σε αυτόν".
Τέλος, στο άρθρο 8 υπό τον τίτλο: "Συνέπειες της καταγγελίας", προβλέφθηκαν τα εξής: "8.1. Σε περίπτωση καταγγελίας του Συμβολαίου, από την ημερομηνία της γνωστοποίησής της δε θα γίνονται παροχές από την Εταιρία μέχρι να εκκαθαριστεί ο Λογαριασμός. 8.2. Μετά την καταγγελία του Συμβολαίου, ο Συμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει με έγγραφο του από την Εταιρία να μεταφέρει το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου σε άλλη εταιρεία της επιλογής του, με την οποία το Πρόγραμμα θα συνεχιστεί σύμφωνα με τη βεβαίωση του Συμβαλλομένου".
Το επίδικο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο εντάσσεται εξ απόψεως νομικού χαρακτηρισμού στην έννοια του λογαριασμού διαχειριστικής ασφάλισης, όπως ρητά τιτλοφορείται το επακολουθούν το προοίμιο τμήμα του ως "Γενικοί Όροι Συμβολαίου Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου (...)", αλλά και συνάγεται από τις με σαφήνεια συμβατικά καθοριζόμενες ρυθμίσεις του περιεχομένου του και αποτελεί την τυπική μορφή της ομαδικής ασφάλισης για λογαριασμό, όπου αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή είναι το εναγόμενο Σωματείο ως κορυφή των ασφαλισμένων μελών του.
Πρόκειται για μια μικτή σύμβαση, που ναι μεν παρέχεται από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, πλην όμως επειδή υπάγεται στον κλάδο ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας του άρθρου 13 παρ. 2 εδ. 2 περ. VIII του ν.δ. 400/1970, που δημιουργεί την ονομαζόμενη παροχή κεφαλαίου πρόνοιας, δεν αποτελεί ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά ανάληψη χρηματοοικονομικής δραστηριότητας με συλλογή ασφαλίστρων προς σύσταση κεφαλαίων.
Όπως προεκτέθηκε, κατά τα διεθνώς ισχύοντα πρότυπα της σύμβασης αυτής, ο ασφαλιστής καταβάλλει στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης, εντούτοις όμως η ελευθερία των συμβάσεων επιτρέπει τη διαφορετική διαμόρφωση της σύμβασης, έτσι ώστε ο ασφαλιστής να εγγυάται και ορισμένες παροχές. Στην προκειμένη περίπτωση, το ενδιαφέρον την παρούσα διαδικασία περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αφορά στο επίμαχο ζήτημα της λήξης της ευθύνης του ασφαλιστή με την εξάντληση του λογαριασμού, όπως διατείνεται η εκκαλούσα - εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ή της απεριόριστης ευθύνης της και πέραν του ποσοτικού ορίου του ύψους των διαθεσίμων του λογαριασμού, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, ερειδόμενες οι επιμέρους τοποθετήσεις επί των οικείων διατάξεων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προαναφέρθηκαν (άρθρο 3.3.
περί εγγυήσεως του υπολοίπου κάθε στιγμή και περί εγγυήσεως της καταβολής της σύνταξης και άρθρα 3.3. και 6.1. περί καταβολής μόνον επί επάρκειας του λογαριασμού) ανάγεται σε ζήτημα ερμηνείας των σχετικών όρων με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες πρέπει να προσφύγει το Δικαστήριο για να αναζητήσει την χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών και ακολούθως να ερμηνεύσει τη σύμβαση ως προς τα σημεία αυτά, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.
Πρέπει, όμως, να ληφθεί υπόψη και η διεθνής συναλλακτική πρακτική κατά την ερμηνεία της σύμβασης, εφόσον με αυτήν δεν προκύπτει με σαφήνεια η βούληση των συμβαλλομένων, όπως εν προκειμένω, που οι συναλλακτικές συνήθειες είναι σταθερά διαμορφωμένες και το γράμμα της σύμβασης, κατά τον όρο περί της "εγγύησης της καταβολής της σύνταξης" διαφέρει πλήρως από αυτές, τούτο δε αποτελεί έναν πρόσθετο λόγο για την προσφυγή στη βοήθεια των αρχών του άρθρου 200 ΑΚ (καλή πίστη, συναλλακτικά ήθη).
Ενόψει του ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου δεν αποτελεί κάλυψη κινδύνου, στην οποία ο νόμος απαιτεί "εγγυημένη ασφαλιστική κάλυψη", του ότι η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3- 9124/5-12-2001 (ΦΕΚ Β' 1616), σχετικά με τη ρύθμιση ασφαλίσεων ζωής, επιβάλλει το λεγόμενο εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο στο καθοριζόμενο από αυτήν ανώτατο ύψος, όπως ορίστηκε και με την από 12- 9-2005 πρόσθετη πράξη του επίδικου ασφαλιστηρίου, που το καθόρισε σε ύψος 3%, και, τέλος, του ότι το ασφαλιστήριο δεν κάνει λόγο για "εγγυημένες" παροχές, κατά το ύψος που προβλέπονται στο συνημμένο Κανονισμό Πρόνοιας του Προγράμματος, θα πρέπει με τη βοήθεια των αρχών της καλής πίστης, συνεκτιμώντας και τα συναλλακτικά ήθη να οριοθετηθεί το νόημα που θέλησαν να προσδώσουν οι συμβαλλόμενοι στη σύμβασή τους ως εξής:
Η ασφαλιστική εταιρεία που παρέχει την εφάπαξ παροχή δεν ανέλαβε τον ασφαλιστικό κίνδυνο της καταβολής χρηματικού ποσού αν συμβεί ένα μέλλον και αβέβαιο γεγονός, όπως γίνεται στις κυριολεκτικές ασφαλιστικές συμβάσεις και λείπει έτσι αυτό το κεντρικό χαρακτηριστικό της ασφάλισης. Στο συγκεκριμένο ασφαλιστήριο, η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να κάνει χρηστή διοίκηση των συλλεγέντων χρημάτων, όχι να κατακερματίσει τον ασφαλιστικό κίνδυνο, αφού τέτοιος δεν υπάρχει.
Το αν, μετά από ένα διάστημα λειτουργίας το απομένον απόθεμα αρκεί για την καταβολή της παροχής λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία ίσου ποσού στους μελλοντικούς δικαιούχους προς αυτό που εισέπραξαν αυτοί που μέχρι τη στιγμή εκείνη είχαν αποχωρήσει είναι ζήτημα που εξαρτάται από τον ρυθμό των αποχωρήσεων, των αυξήσεων των μισθών κ.λπ.
και συνεπώς, από συνειδητές πράξεις των ασφαλισμένων - ληπτών της ασφάλισης και για το λόγο αυτό δεν παρέχεται "η ασφαλιστική εγγύηση" γι' αυτές τις οικονομικές παροχές ενίσχυσης. Θα ήταν επιτρεπτή, ασφαλώς, η συμφωνία της συμβατικής εγγύησης των παροχών σε ορισμένο αμετάβλητο ύψος, κάτι τέτοιο όμως θα συνέβαινε μόνον, εφόσον η ασφαλιστική εταιρεία επιτρεπόταν να αναπροσαρμόζει ελεύθερα τα ασφάλιστρα, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον η αύξηση των ασφαλίστρων - εισφορών των συμβαλλομένων ήταν στην κυριαρχική εξουσία του συμβαλλομένου Συλλόγου, με την ασφαλιστική εταιρεία να εξουσιοδοτείται μόνον στη διαπίστωση της ελλειμματικής τάσης του Λογαριασμού και στη σχετική ενημέρωση και εισήγηση των προτεινόμενων λύσεων προς τον αντισυμβαλλόμενο της.
Ενόψει δε του ότι το επίδικο ασφαλιστήριο το έχει συνάψει το Σωματείο των εργαζομένων, οι ασφαλισμένοι είναι εύλογα αναμενόμενο ότι θα δέχονταν ιδιαίτερα δύσκολα τη στέρηση της παροχής προκειμένου να μη συνδράμουν στην αύξηση του ασφαλίστρου, αν τους ήταν σαφές και τους είχε επισημανθεί δεόντως η δυσμενής συνέπεια της μη αύξησης του ασφαλίστρου.
Απόρροια της έλλειψης ανάληψης του κινδύνου στο επίδικο ασφαλιστήριο από την ασφαλιστική εταιρεία, είναι και η έλλειψη ειδικών ρυθμίσεων στο νόμο που να θεμελιώνουν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας να εφαρμόζει με ένα συγκεκριμένο τρόπο αποθεματικά. Εδώ, ενόψει του ότι διαχειρίζεται απλώς τα ασφάλιστρα, υποχρεούται το πιστωτικό υπόλοιπο από το λογαριασμό να μην το τοποθετεί προς κάλυψη άλλων κινδύνων ή υποχρεώσεων, ούτε γενικά να το διαχειρίζεται ως ελεύθερη περιουσία της ιδίας, αλλά να το διαχειρίζεται ως ξεχωριστή περιουσία.
Εν προκειμένω, άλλωστε, είναι βέβαιο ότι η πρόβλεψη σταθερών ασφαλίστρων και σταθερών εισφορών (υπό την έννοια της μη δυνατότητας αναπροσαρμογής τους από την ασφαλιστική εταιρεία), που ανάγονται στο ήμισυ περίπου του 1% του μηνιαίου ακαθάριστου μισθού των εργαζομένων - ασφαλισμένων, θα δημιουργούσε αναλογιστικό έλλειμμα στο απόθεμα, που σημαίνει πραγματικό έλλειμμα στο προσεχές μέλλον. Δεν θα δημιουργούσε έλλειμμα μόνον εάν οι αυξήσεις των μισθών και η κινητικότητα των εργαζομένων παρέμεναν σταθερά ή σχεδόν σταθερά στα ίδια επίπεδα με αυτά του χρόνου σύναψης της σύμβασης, οπότε προβλέφθηκε το σταθερό ποσοστό της εισφοράς - ασφαλίστρου επί του μηνιαίου μισθού. Όμως τόσο ο ρυθμός αύξησης του μισθού των εργαζομένων - ασφαλισμένων, όσο και η πρόωρη αποχώρηση τους για οποιαδήποτε αιτία αποτελούν μη ασφαλίσιμους παράγοντες.
Συνεπώς, η κατά νόμο ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο επίμαχο τμήμα της σύμβασης και με δεδομένο ότι κατά την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η παροχή του οφειλέτη πρέπει να εκπληρώνεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν υποχρεούται να καταβάλει στο ακέραιο τις επίδικες παροχές των ασφαλισμένων μελών, αν δεν προηγηθεί τροφοδότηση του λογαριασμού με εφάπαξ καταβολές εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης ή και με αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων, ενώ ο επίμαχος όρος του ομαδικού ασφαλιστηρίου προγράμματος ότι η ασφαλιστική εταιρεία "εγγυάται το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου κάθε στιγμή και την καταβολή της σύνταξης εφόσον προβλέπεται από τον κανονισμό πρόνοιας του προγράμματος..." (άρθρο 3.3.) σημαίνει ότι εγγυάται τη δημιουργία αποθέματος συνολικά, δεν μπορεί όμως να εγγυηθεί για κάθε ένα μέλος της ομάδας την ισότιμη απόδοση κεφαλαίου.
Στο ίδιο συμπέρασμα, ακόμη εντεινόμενο, καταλήγει το Δικαστήριο ακόμη και στο μέτρο που το έλλειμμα δημιουργήθηκε ή διογκώθηκε με ηθελημένες πράξεις του Συλλόγου (μη αναπροσαρμογή του ύψους του ασφαλίστρου - μη επαύξηση εισφορών), όχι υπό την έννοια της πρόθεσης ζημίας της ασφαλιστικής εταιρείας, αποτελούν όμως ηθελημένη πρόκληση της ανεπάρκειας, έστω και σε πρότερο χρόνο από εκείνον που θα επερχόταν κατά την πορεία των εξελίξεων, του λογαριασμού διαχείρισης.
Άλλωστε, αβιάστως προκύπτει ότι το εναγόμενο σωματείο τελούσε εις γνώση του παρουσιαζόμενού ελλείμματος πέραν της ως άνω επίσημης ενημέρωσης του από την εταιρεία στις 10-2-2011, και λόγω του στενού οικονομικού και διοικητικού δεσμού με την ασφαλιστική εταιρεία, αλλά και την εν γένει συνεργασία τους στα θέματα ασφάλισης, η διοίκηση του οποίου εξάλλου επαγγέλλεται την προάσπιση των συμφερόντων των μελών του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, επί των δεδομένων κριθέντων πραγματικών περιστατικών, συμβατική ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας για την απόδοση των αξιούμενων παροχών των εναγόντων -εφεσιβλήτων δεν μπορεί να θεμελιωθεί, εφόσον διαπιστώθηκε η ανεπάρκεια του λογαριασμού διαχείρισης για την ικανοποίησή τους, κατά το χρόνο που θεμελίωσαν τις προϋποθέσεις λήψης του επιδόματος, δηλαδή κατά τις επιμέρους ημεροχρονολογίες κατά τις οποίες συνταξιοδοτήθηκαν από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα που τους καλύπτει με σύνταξη γήρατος.
Ασφαλώς, η ασφαλιστική εταιρεία φέρει την κύρια υποχρέωση στο πλαίσιο της λειτουργίας και εκτέλεσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου να προβαίνει σε καλή τοποθέτηση των ασφαλίστρων - εισφορών, που βρίσκει έρεισμα επίσης και στη διάταξη του άρθρου 288 Α Κ, η οποία επιβάλλει στον οφειλέτη της παροχής να διευκολύνει την εκπλήρωση της παροχής του, λαμβάνοντας υπόψη και τα συμφέροντα του άλλου μέρους.
Για να θεμελιωθεί, όμως, τέτοια αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας από την παραβίαση της υποχρέωσής της αυτής, έναντι των εναγόντων, πρέπει να αποδειχθεί ότι κατά τη διαχείριση των χρημάτων ενήργησε αντίθετα προς τους κανόνες της καλής πίστης και της χρηστής διαχείρισης και ενήργησε τις επενδύσεις οικονομικά και επιχειρηματικά αδικαιολόγητα και εξαιτίας αυτών οφείλεται η μειωμένη απόδοση και η δημιουργία του ελλειμματικού λογαριασμού, γεγονότα που δεν επικαλούνται οι ενάγοντες, ούτε αποδείχτηκε ότι συντρέχουν από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο ,αφού δέχθηκε την από 2-6-2015 έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την 496/2015 απόφαση
του πρωτοβαθμίου (Ειρηνοδικείου Αθηνών) Δικαστηρίου, που κρίνοντας αντιθέτως είχε δεχθεί την από 23-7-2014 αγωγή των δέκα τριών πρώτων αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί και η εν λόγω αναιρεσίβλητη (εις ολόκληρον με το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων) να τους καταβάλει τα διεκδικούμενα με βάση τους προαναφερθέντες όρους του συμβολαίου ποσά, την απέρριψε.
Με τον πρώτο υπό στοιχείο 1ο λόγο της κρινόμενης αίτησης οι αναιρεσείοντες κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560αριθμ.1, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την παραδοχή πως με το επίμαχο ...1985 συμβόλαιο καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού και όχι ομαδική ασφάλιση κατά την έννοια του ασφαλιστικού νόμου 2496/1997,εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚΌ λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ,ότι σε σχέση με τον νομικό χαρακτηρισμό του εν λόγω συμβολαίου δεν υφίστατο ασάφεια ώστε να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στις ανωτέρω διατάξεις ,ούτε και εμμέσως από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι προέβη σε ερμηνεία αυτού, αλλά αντιθέτως ,κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι, είναι απολύτως σαφές, τόσο από τον τίτλο του ως "Γενικοί Όροι Συμβολαίου Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου", όσο και από τις "με σαφήνεια συμβατικά καθοριζόμενες ρυθμίσεις του περιεχομένου του", ότι πρόκειται για Σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού, δηλαδή για επενδυτικής φύσης εργασία, που δεν έχει σχέση με την ομαδική ασφάλιση υπό την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου.
Η επίκληση εξάλλου, της ίδιας πλημμέλειας, με τον ανωτέρω λόγο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι, "δεν αποδεικνύεται μα διαψεύδεται τρανά"το είδος της καταρτισθείσας σύμβασης που δέχθηκε η προσβαλλόμενη , είναι απαράδεκτη, εφόσον βάλλει ευθέως κατά της μη υποκείμενης σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ.561παρ.1ΚΠολΔ).
Η επικαλούμενη με τον ίδιο πρώτο λόγο πλημμέλεια από το άρθρο 560αριθμ.1ΚΠολΔ, λόγω παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και του άρθρου 904ΑΚ,είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθενται ποιά διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίαση σε σχέση με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 904ΑΚ.Εξάλλου,δεχόμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το είδος της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13κεφ.νΐΙ παρ.2α του ν.δ/τος 400/1970,όπως ίσχυε κατά τη σύναψή της (το έτος 1985) και αυτή του άρθρου 361ΑΚ και δεν εφάρμοσε την μη ισχύουσα τότε διάταξη του άρθρου 15παρ.3 του π.δ/τος 252/1996.Επομένως,όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο υπό στοιχείο 1β και εν μέρει υπό στοιχείο 1γ λόγους της αίτησής
τους από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του ανωτέρω (252/1996) πδ/τος είναι αβάσιμα, ως στηριζόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Δεχόμενο εξάλλου του δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με το επίμαχο συμβόλαιο καταρτίστηκε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και λόγω υφισταμένης ασάφειας σε αυτό, ως προς το όριο ευθύνης για τη καταβολή της προβλεπόμενης με αυτό παροχής προς τους αναιρεσείοντες από την πρώτη αναιρεσίβλητη, προβαίνοντας σε ερμηνεία αυτού και ειδικότερα του περιεχομένου των προαναφερομένων άρθρων 6.1 και 3.3 αυτού, με την παραδοχή, ότι η διατυπωθείσα με αυτά αληθινή βούληση των συμβληθέντων εναρμονιζόμενη με τη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ήταν, η υποχρέωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για καταβολή, να εξαρτάται από την επάρκεια του Λογαριασμού και, ότι η εγγύηση εκ μέρους της αναφέρεται στη δημιουργία αποθέματος συνολικά(με την έννοια του υπολοίπου του Λογαριασμού Διαχείρισης) και όχι στην ισότιμη απόδοση κεφαλαίου σε κάθε αναιρεσείοντα και δεχόμενο εν τέλει ότι ,εφόσον κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες και επαρκώς αιτιολογημένες παραδοχές του, το υπάρχον στο λογαριασμό διαχείρισης υπόλοιπο κατά το χρόνο που οι αναιρεσείοντες συνταξιοδοτήθηκαν από τον κύριο ασφαλιστικό τους φορέα, δεν επαρκούσε για την ικανοποίησή τους, κάτι που οφειλόταν σε παράγοντες που εκφεύγουν της σφαίρας ευθύνης της και ήταν σε γνώση του αντισυμβαλλόμενου της δεύτερου των αναιρεσιβλήτων ,δεν μπορεί να θεμελιωθεί συμβατική ευθύνη της εν λόγω αναιρεσίβλητης, βάσει του επίμαχου συμβολαίου και δη ανεξάρτητα από τη καταγγελία ή μη αυτού, στην οποία εδικαιούτο (η τελευταία) και δεν υποχρεούτο, να προβεί, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173,200 και 361ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 13κεφ.νΐΙ παρ.2α τουν.δ/τος 400/1970,όπως ίσχυε κατά τη σύναψή του.
Εξάλλου, το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ερμηνεία των ασαφώς ,(κατά την ανέλεγκτη παραδοχή της) διατυπωθεισών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων στο επίμαχο συμβόλαιο, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή αυτών.
Επομένως, οι πρώτος με στοιχεία 1 β,γ,δ,στ, δεύτερο, τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 560αριθμ.1 και 6ΚΠολΔ,με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων λόγω μη αποδοχής της δικής τους ερμηνείας της απεριόριστης(και δη ανεξάρτητης από την επάρκεια του Λογαριασμού) ευθύνης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, στο πλαίσιο της, κατ' αυτούς, συναφθείσας ομαδικής ασφάλισης κατά την έννοια του νόμου 2496/1997, είναι αβάσιμοι.
Επισημαίνονται σε σχέση με τους προαναφερθέντες αναιρετικούς λόγους τα ακόλουθα:1)Η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στο πλαίσιο της υλοποίησης της περ. ΣΤ του καταστατικού του, ο δικαιοπάροχος του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων συνήψε με την πρώτη αυτών την επίμαχη σύμβαση, δεν δημιουργεί αντίφαση με τις παραδοχές της σε σχέση με την ερμηνεία των αμφισβητούμενων όρων αυτής,2)δεν υφίσταται παραδοχή στην προσβαλλόμενη για έκδοση ασφαλιστηρίων συμβολαίων μέχρι το έτος 2012 ,3)η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας της επίμαχης σύμβασης, υφίστατο υπόλοιπο στο Λογαριασμό, ύψους 6.787,35 ευρώ αλλά και ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων έπονται της 2-11-2010,οπότε είχε αυτό καταβληθεί σε προηγούμενους (μη διαδίκους) δικαιούχους, με αποτέλεσμα να "λογίζεται μηδενικός" γι' αυτούς (αναιρεσείοντες) και 4) Όπως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, η ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δεν είχε νομικό έρεισμα:
α) στην κακή διαχείριση του Λογαριασμού Ασφαλίστρων (γι' αυτό και πλεοναστικά η προσβαλλόμενη διέλαβε σκέψη περί υποχρέωσης καλής τοποθέτησης αυτών, με την παραδοχή όμως ότι δεν αποδείχθηκε κακή διαχείριση και με την επισήμανση ότι δεν έγινε και σχετική επίκληση αυτής) και β) στην προβλεπόμενη, από το άρθρο 8 του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αποζημίωση.
Επομένως, οι σχετικές με τα ανωτέρω περιλαμβανόμενες, κατά τρόπο γενικό άλλωστε και αόριστο, αιτιάσεις για πλημμέλεια από το άρθρο 560αριθμ.1 και 6ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτες (αρθρ.562παρ.2ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560αριθμ.5 (ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559αριθμ.8) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ2201/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της κρινόμενης αίτησής τους, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη, α) την ερμηνεία που δόθηκε στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση με τις 2168/2014 και 782/2015 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του παρόντος Δικαστηρίου, αντίστοιχα και β) το σύνολο της κατάθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του μάρτυρος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων.
Οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποτελούν "πράγμα"κατά την έννοια του αναιρετικού από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου, ενώ κατά την υπό στοιχείο β αιτίαση, που πράγματι εμπίπτει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν προβλέπεται από την έχουσα εν προκειμένω εφαρμογή διάταξη του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση των, Σ. Κ., Α. Σ., Κ. Κ., Α. Π., Η. Γ., Α. Β., Σ. Γ., Α. Α., Σ. Α., Α. Ε., Χ. Π., Ε. Π., Α. Π.-Ζ., Α. Ν., Δ. Μ., Γ. Σ., Γ. Μ., Π. Κ. και Γ. Π., για αναίρεση της 10864/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου