Legislator Case Law & Legislation
1477/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling factual arguments do not justify annulment.

Case Number 1477/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Third Instance Court's decision rejecting her claim to annul a property sale contract due to fraud. The appellant argued the property was undervalued and unsuitable for medical use, but the court held these were mere factual arguments subject to evidence evaluation rather than grounds for annulment. Consequently, the court found the lower court's reasoning sufficient and rejected the appeal, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 19 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that factual arguments regarding property value or suitability for use, lacking specific legal grounds, do not constitute sufficient reasons for annulment when the lower court has provided clear and consistent reasoning.

Keywords

AI generated
annulment appeal fraud claim property sale contract factual arguments legal reasoning standard civil procedure code legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 1 and 19 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 Section 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1477 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1477/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τσιαμπαλή.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Γ. συζύγου Η. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Παπακώστα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 19-4-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 67/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή την από 1-4-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης δεχόμενη κατά την επικουρική της βάση την από 26-6-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας.

Η έφεση αυτή στρεφόταν κατά της 3/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε δεχτεί κατά την κύρια βάση της την αγωγή αυτή, με την οποία η ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε να κηρυχθεί άκυρη λόγω απάτης η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως ενός διαμερίσματος, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθ. .../10-7-2006 πράξη της συμβολαιογράφου Λάρισας Μ.

Π. και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της αποδώσει τη νομή αυτού, άλλως να υποχρεωθεί αυτή να παύσει και να παραλείπει στο μέλλον τη χρήση του διαμερίσματος αυτού ως αμιγώς επαγγελματικής στέγης, απαγγελλομένης παράλληλα εις βάρος της χρηματικής ποινής 200 ευρώ και προσωπικής κρατήσεως για κάθε ημερήσια παράβαση της υποχρεώσεως αυτής.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 491/2008).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 147 εδ. α’ AΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απάτη στοιχειοθετείται όταν o ένας των συμβαλλομένων από πρόθεση προκαλεί, με κάθε δόλιο μέσο ή τέχνασμα, τη δήλωση της βουλήσεως του ετέρου προς κατάρτιση της δικαιοπραξίας, έτσι ώστε το μέσο αυτό να υπήρξε αποφασιστικό για την κατάρτισή της.

H δόλια αυτή συμπεριφορά, ως προϋπόθεση ακυρώσεως της δικαιοπραξίας κατά την άνω διάταξη, μπορεί να αφορά και σε ψευδή γεγονότα ή παραστάσεις που ανάγονται στο μέλλον. Είναι αδιάφορο αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, όπως και αν η παραπλανητική συμπεριφορά είναι αντικειμενικά δυνατή να παρασύρει έμφρονα άνθρωπο.

Αρκεί το γεγονός ότι η απατηλή συμπεριφορά αποσκοπούσε στην πρόκληση της δήλωσης βούλησης αυτού που εξαπατήθηκε, η οποία (δήλωση) προκλήθηκε πράγματι εξ αιτίας της απατηλής συμπεριφοράς (ΑΠ 1225/2010, 463/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Η εφεσίβλητη κατοικεί στη Λάρισα σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ..., δηλ.

σε κεντρικό σημείο, έναντι της κεντρικής πλατείας. Η ίδια ήταν ιδιοκτήτρια ενός ακόμη διαμερίσματος του τέταρτου ορόφου της ως άνω οικοδομής, το οποίο βρίσκεται επάνω από την κατοικία της, εμβαδού 102,50 τ.μ., αποτελούμενο από τέσσερα κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους. Το διαμέρισμα αυτό συνεχώς εκμισθωνόταν από την εφεσίβλητη, χρησιμοποιούμενο ως κατοικία.

Τον Ιούνιο του 2006, όταν ήδη είχε αποχωρήσει ο τελευταίος μισθωτής του, η εφεσίβλητη αποφάσισε να το πουλήσει, καθόσον αυτό βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση, γεγονός που καθιστούσε ασύμφορη την επισκευή του για τη συνέχιση της εκμετάλλευσής του. Η βούληση της εφεσίβλητης εξαρχής ήταν να χρησιμοποιηθεί το προς πώληση διαμέρισμά της από τον αγοραστή του σύμφωνα με τις προβλέψεις του κανονισμού της οικοδομής (υπ’ αριθμ. .../1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λάρισας Σ.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα), δηλαδή κατά βάση ως κατοικία και όχι ως επαγγελματική στέγη, έτσι ώστε να αποφεύγεται τυχόν όχλησή της, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, κατοικεί μόνιμα στο αντίστοιχο διαμέρισμα του κάτωθι αυτού ορόφου. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 39 του ως άνω κανονισμού ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας προορίζονται αποκλειστικώς δια κατοικίαν, απαγορευομένης οπωσδήποτε της καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον χρησιμοποιήσεως αυτών.

Κατ’ εξαίρεσιν θα επιτρέπηται η μικτή χρήσις αυτών και ως επαγγελματικαί στέγαι του ενοίκου δια την άσκησιν του επαγγέλματος του ιατρού, κομμωτού, μηχανικού, απαγορευομένης της εγκαταστάσεως μικροβιολογικού, βιοχημικού και ακτινολογικού εργαστηρίου, ως και παντός ετέρου εργαστηρίου προκαλούντος θορύβους και επιβλαβείς δια την υγείαν των ενοίκων ενοχλήσεις".

Τον Ιούνιο του 2006 εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά του διαμερίσματος η εκκαλούσα και ο σύζυγός της, με τον οποίον η εφεσίβλητη είχε μακρά οικογενειακή γνωριμία και φιλία. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων η εφεσίβλητη διερεύνησε τη βούλησή τους για τη χρήση του διαμερίσματος και αυτοί πράγματι τη διαβεβαίωσαν ότι αυτό επρόκειτο να το χρησιμοποιήσουν ως κατοικία για τη στέγαση των γονέων της εκκαλούσας, οι οποίοι μάλιστα το επισκέφθηκαν και ενέκριναν την αγορά του.

Κατόπιν αυτών, οι διάδικοι προχώρησαν στη σύναψη του υπ’ αριθμ. .../10-7-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου η εφεσίβλητη πούλησε και μεταβίβασε στην αντίδικο της το ως άνω διαμέρισμα αντί αναγραφομένου τιμήματος 132.556 ευρώ και πραγματικού 161.400 ευρώ. Κατά την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου η πωλήτρια ζήτησε και η αγοράστρια αποδέχθηκε τον ακόλουθο όρο, που αναγράφηκε στο συμβόλαιο: "Η αγοράστρια συμφώνησε με την επιθυμία της πωλήτριας και ανέλαβε την υποχρέωση το διαμέρισμα που αγοράζει σήμερα με το παρόν συμβόλαιο να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, αποκλειομένης της χρήσεως αυτού ως επαγγελματικής στέγης".

Αμέσως μετά την πώληση του διαμερίσματος, η εκκαλούσα άρχισε τις εργασίες ανακαίνισής του υπό την επίβλεψη του πατέρα της, ο οποίος είχε και άμεσο ενδιαφέρον, αφού θα εγκαθίστατο σ’ αυτό. Εν τέλει όμως το Δεκέμβριο του 2006 η εκκαλούσα άρχισε να χρησιμοποιεί το διαμέρισμα που αγόρασε ως επαγγελματική της στέγη και συγκεκριμένα ως ιατρείο-κυτταρολογικό εργαστήριο.

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η εκκαλούσα, που είναι ιατρός κυτταρολόγος και διατηρούσε την επαγγελματική της στέγη σε μισθωμένο διαμέρισμα του 1ου ορόφου της οικοδομής επί της οδού ... από το 1998, οχλήθηκε τον Οκτώβριο του 2006 από τον εκμισθωτή του διαμερίσματος αυτού Π. Π.-Ι. να αποδώσει το μίσθιο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία από τη θυγατέρα του και ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, η οποία επρόκειτο να μετακομίσει στη Λάρισα από την Αθήνα, όπου μέχρι τότε κατοικούσε, λόγω μετάθεσης του συζύγου της, που ήταν τραπεζικός υπάλληλος στην Τράπεζα ....

Γνωρίζοντας ότι εάν ακολουθούσε τη δικαστική διαδικασία, απλώς θα παρέτεινε το χρόνο της παραμονής της στο μίσθιο για μερικούς ακόμη μήνες, η εκκαλούσα αποδέχθηκε να το αποδώσει περί τα τέλη του έτους και μεταβάλλοντας τα σχέδιά της για το ανακαινιζόμενο επίδικο διαμέρισμα, το διαμόρφωσε εν τέλει ως ιατρείο-κυτταρολογικό εργαστήριο και εγκατέστησε σ’ αυτό την επαγγελματική της δραστηριότητα.

Όπως προεκτέθηκε, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων όσο και κατά την πώληση του επίδικου διαμερίσματος, η βούληση της εκκαλούσας ήταν να χρησιμοποιηθεί αυτό ως κατοικία των γονέων της, οι οποίοι σκόπευαν να μεταβιβάσουν το ιδιόκτητο διαμέρισμα τους, στο οποίο μέχρι τότε διέμεναν, προς το γιο τους και εγκαθιστάμενοι πολύ κοντά στο ιατρείο της κόρης τους να τη συνδράμουν ιδίως με τη φροντίδα του ανήλικου τέκνου της.

Η βούληση αυτή της εκκαλούσας προκύπτει ιδίως από τα ακόλουθα: α) Η αγορά του επίδικου διαμερίσματος από την εκκαλούσα, που βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση, έγινε στην υφιστάμενη τότε τιμή των παρόμοιων διαμερισμάτων, που βρίσκονταν στην ίδια περιοχή. Δεν επρόκειτο δηλαδή για κάποια προνομιακή τιμή, που επιδίωκε να επωφεληθεί η εκκαλούσα, β) το επίδικο διαμέρισμα βρίσκεται στον τέταρτο όροφο, ενώ οι όροφοι των οικοδομών που θεωρούνται καταλληλότεροι για τέτοιες δραστηριότητες (ιατρεία-εργαστήρια) είναι ο πρώτος και ο δεύτερος, γ) στην περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο, κατά το χρόνο της πωλήσεως, υπήρχε πληθώρα ελεύθερων διαμερισμάτων προσφερόμενων για αγορά ή μίσθωση, έτσι ώστε η επιλογή της αγοράς του συγκεκριμένου ακινήτου εκ μέρους της εκκαλούσας - γνωρίζοντας ότι βάσει του κανονισμού της οικοδομής οποιοσδήποτε ένοικός της θα μπορούσε να ζητήσει την απαγόρευση της χρήσης για την οποία υποτίθεται ότι το προόριζε, αποδυναμώνοντας πλήρως τη θέση της έναντι της εφεσίβλητης με την ενσωμάτωση του προαναφερόμενου απαγορευτικού όρου στο πωλητήριο συμβόλαιο, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια- δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη ενέργεια εκ μέρους μιας επιστήμονος, όπως είναι η εκκαλούσα.

Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη, που δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής, αποδεχόμενη ότι η δήλωση βουλήσεως της εφεσίβλητης περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως του επιδίκου διαμερίσματος προς την αντίδικό της είναι άκυρη λόγω απάτης". Κατόπιν αυτών το Εφετείο, δεχόμενο το σχετικό λόγο της εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την κύρια βάση της αγωγής, με την οποίαν εζητείτο να κηρυχθεί άκυρη η σύμβαση πωλήσεως λόγω απάτης και απέρριψε την αγωγική βάση αυτή ως αβάσιμη.

Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την αναφερθείσα στην αρχή διάταξη, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Ειδικότερα δε οι αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα, σχετικά με την έλλειψη αιτιολογήσεως ως προς τις παραδοχές της προσβαλλομένης ότι το επίδικο διαμέρισμα αγοράστηκε στην τιμή της αγοραίας αξίας του και ότι ο 4ος όροφος όπου κείται δεν είναι κατάλληλος για ιατρείο, αποτελούν απλά πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες και προβάλλονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η από 18-12-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ’ άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 67/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ