Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and insufficient reasoning regarding contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court distorted a contract document by accepting its validity despite missing signatures, relying on a specific version of the document. The court rejected this claim because the lower court based its finding on the entire evidentiary record, including witness testimony, rather than solely on the disputed document copy. Consequently, the appeal was found to lack a legal basis and sufficient reasoning, leading to its rejection.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule is violated or a decision lacks legal basis and sufficient reasoning, but the Supreme Court cannot re-evaluate factual assessments based on the entire evidence unless the decision relies exclusively on a single document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1477 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1477/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29683/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1393/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη, βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984). Εξάλλου, κατά το άρθρο. 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:
α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.
ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση, χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολ. Α.Π. 2/2008). Η τιμή και η υπόληψη προστατεύονται και από τις διατάξεις των άρθρων 361-364 του Π. Κ., ενώ οι προβλεπόμενοι με τη διάταξη του άρθρου 367 (με εκείνη του άρθρου 20) του Π.Κ. λόγοι άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εξυβρίσεως και (απλής) δυσφημήσεως εφαρμόζονται, για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξεως, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Όσον αφορά ειδικά τη μη δυνατότητα άρσης του αδίκου της απλής δυσφημήσεως, αν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (άρθρο 367 παρ. 2 περίπτ. τελευταία του Π.Κ.) τέτοιος σκοπός θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δικηγόρος, διορισμένος στο Δικηγορικό Σύλλογο ..., κατά το έτος 1999 ανέλαβε τη διαφορά που είχε ανακύψει μεταξύ της εντολέως του, ΑΑ και της εναγομένης αδελφής της (ήδη αναιρεσείουσας).
Στα πλαίσια της αστικής αυτής διαφοράς, που αφορούσε τη νομή ενός οικοπέδου εκτάσεως 638 τ.μ., που βρίσκεται στο ..., του οποίου συγκυρίες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ήταν η εντολέας του και η εναγόμενη, ο ενάγων άσκησε για λογαριασμό της εντολέα του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 720/1999 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αίτηση και αναγνώρισε την εντολέα του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) προσωρινή νομέα διαιρετού τμήματος του ως άνω οικοπέδου. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτή, και επειδή η εναγόμενη συνέχισε να προσβάλλει τη νομή της ΑΑ, ο ενάγων επανήλθε με νέα αίτηση, για λογαριασμό της τελευταίας, η οποία συζητήθηκε στις 9-8-1999 και έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 870/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Στις ως άνω δίκες και ειδικότερα στη δεύτερη, ο ενάγων, ως πληρεξούσιος της ΑΑ (τότε αιτούσας), επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Δικαστήριο, τους παρακάτω τίτλους: α) το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ισμήνης Μιχελάκη, περί συστάσεως προίκας υπέρ της ΑΑ εκ μέρους του πατέρα της ΒΒ, β) το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, περί συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και γ) το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, περί συστάσεως δωρεάς υπέρ της εναγομένης, εκ μέρους του πατέρα της ΒΒ. Στις 26-1- -2000 η εναγόμενη υπέβαλε μήνυση σε βάρος του ενάγοντος, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία του απέδιδε ότι, κατά τη συζήτηση της δεύτερης αιτήσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την 9-8-1999, τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της χρήσεως πλαστών εγγράφων, της εξαπατήσεως του δικαστηρίου και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα.
Ειδικότερα, απέδιδε σ' αυτόν ότι χρησιμοποίησε στο δικαστήριο το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, ως και ένα σχεδιάγραμμα που το συνοδεύει, τα οποία είναι νοθευμένα κατά το περιεχόμενό τους και ότι με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε την εξετασθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου μάρτυρά του ΓΓ, να καταθέσει ψευδή γεγονότα, ανέφερε δε για τον ενάγοντα, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω: "Ο εν λόγω δικηγόρος επανειλημμένα δήλωσε, ότι γνώριζε ότι τα έγγραφα αυτά είναι πλαστά, αλλά δεν τον ένοιαζε, όπως είπε χαρακτηριστικά, αρκεί να έπαιρνε τα ποσοστά του...
χρήση όλων αυτών των πλαστών εγγράφων πραγματοποίησε εν γνώσει του ο Ψ ... με σκοπό να εξαπατήσει το Δικαστήριο ... το οποίο κατάφερε να παραπείσει ... ο δικηγόρος Ψ με τη συμπεριφορά του προσβάλλει βάναυσα το Δικηγορικό και Δικαστικό Λειτούργημα, σκοτώνει το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και κλονίζει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη του πολίτη στο πρόσωπο του δικηγόρου.
Ο καθ' ου απέχει από το να είναι δικηγόρος, διότι το δικηγορικό αξίωμα σημαίνει τιμή, ήθος, κύρος, σεβασμός. Ο δικηγόρος είναι σύμβουλος πολύτιμος και όχι χρήστης εν γνώσει του πλαστών εγγράφων τα οποία (έγγραφα) κλονίζουν το ήθος της Δικαιοσύνης, αφού η ίδια η δικαιοσύνη οδηγείται στην έκδοση εσφαλμένων αποφάσεων, βασιζόμενη σε πλαστά έγγραφα".
Στη μήνυσή της η ενάγουσα ισχυριζόταν ότι το προς την εντολέα του αναιρεσείοντος προικοσύμφωνο (...) συμβόλαιο της προαναφερομένης συμβολαιογράφου είναι νοθευμένο στο δεύτερο φύλλο του και στη 19η σειρά. Ειδικότερα ότι, ενώ στο πρωτότυπο αναφέρονται επί λέξει "... επεκτάσεως (αέρας) μέχρι του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου άνωθεν της λεπτομερώς προπεριγραφείσης κατοικίας και καθ' όλην την επιφάνειαν αυτής και μέχρις εξαντλήσεως του ποσοστού καλύψεως επί του όλου οικοπέδου ...", στο κατά τους ισχυρισμούς της νοθευμένο αναφέρονται επί λέξει "...
επεκτάσεως (αέρας) μέχρι του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου, άνωθεν τμήματος της περιγραφομένης οικίας και του όπισθεν αυτής οικοπέδου εμφαίνονται εν τω συνημμένω ώδε σχεδιαγράμματι μεταξύ των στοιχείων Α.Ε.Ζ.Η.Θ.Δ.Α. μέχρις εξαντλήσεως του ποσοστού καλύψεως προς την οπίσθιαν πλευράν της υπαρχούσης οικίας ...".
Όμως αποδείχθηκε ότι μετά την κατάρτιση και μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου που έγινε στις 22-1-197 (στον τόμο ... και με αυξ. αριθμ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης), οι συμβαλλόμενοι πρόσθεσαν κάποιες παραπομπές στο περιθώριο του αρχικού κειμένου, το οποίο διαμόρφωσαν όπως το ως άνω χαρακτηριζόμενο ως νοθευμένο από την εναγόμενη.
Στη συνέχεια, προκειμένου να συμπεριληφθεί στη μεταγραφή η παραπομπή αυτή, έγινε δεύτερη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου, την 8-9-1976, στον τόμο ... και με αυξ. αριθμ. ... των άνω βιβλίων, αφού προηγουμένως ενσωματώθηκε στο κείμενό του δακτυλογραφημένη και η ως άνω παραπομπή, η οποία είχε τη μορφή που αναφέρεται παραπάνω.
Συνεπώς, πρόκειται για δύο μεταγραφές του ιδίου ως άνω συμβολαίου, κατά τον τρόπο που ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος υπέδειξε στην τότε νεαρή συμβολαιογράφο Ισμήνη Μιχελάκη, να αντιμετωπίσει την προσθήκη, στο ήδη μεταγραφέν συμβόλαιο, μίας εκ των υστέρων διευκρινίσεως των συμβαλλομένων, η οποία μάλιστα ωφελούσε την εναγόμενη, αφού με τη διευκρίνιση των συμβληθέντων το δικαίωμα ανοικοδομήσεως καθ' ύψος που είχε η αδελφή της και ο γαμπρός της περιορίστηκε από το 100% στο 50%, όσο δηλαδή και το επί του οικοπέδου ποσοστό της.
Πρόκειται δηλαδή για ένα συμβόλαιο, το οποίο επαναμεταγράφηκε, αντί να συνταχθεί εξ υπαρχής, στο οποίο υπάρχει η διευκρινιστική αποτύπωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, η οποία συνοδευόταν από τις υπογραφές τους και συνεπώς δεν πρόκειται για νόθευση του εν λόγω συμβολαίου. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι, όπως προκύπτει από τις βεβαιώσεις του ..., Γραμματέα της έδρας του Ειρηνοδικείου, κατά τη δικάσιμο της 9-8-1999, οι οποίες υπάρχουν στα έγγραφα της σχηματισθείσας κατά την εν λόγω δικάσιμο δικογραφία, που προσκομίζονται επίκληση από την εναγόμενη, ο ενάγων, επικαλέστηκε τότε και προσκόμισε ενώπιον του Ειρηνοδικείου μόνο το αρχικό ως άνω συμβόλαιο, που μεταγράφηκε στις 22-1-1975, ως και το επαναμεταγραφέν συμβόλαιο στο κείμενε του οποίου περιελήφθη δακτυλογραφημένη η σχετική παραπομπή και όχι το κείμενο αυτού με τις χειρόγραφες παραπομπές, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι είναι πλαστό το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει το εν λόγω συμβόλαιο, όπως έχει επεναμεταγραφεί με την προσθήκη της παραπομπής, στο οποίο και γίνεται αναφορά τούτου (σχεδιαγράμματος). Τούτο γιατί, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά ούτε από κάποιο άλλο στοιχείο αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού της εναγομένης.
Τέλος, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε τη μάρτυρά του ΓΓ να καταθέσει ενόρκως ψευδή γεγονότα ενώπιον του Ειρηνοδικείου, κατά τη δικάσιμο της 9-8-1999. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι όσα κατάθεσε αυτή, ενώπιον του δικαστηρίου, τα γνώριζε από προσωπική της αντίληψη λόγω της μακράς γνωριμίας της με τη ΑΑ.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί πλαστότητας (νόθευσης) των ως άνω εγγράφων, αλλά ούτε και για ηθική αυτουργία του ενάγοντος σε ψευδορκία της προαναφερομένης μάρτυρος. Ο ενάγων έχει απαλλαγεί από τις άνω κατηγορίες, με το υπ' αριθμ. 2085/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο επικυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 495/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που κήρυξε απαράδεκτη την κατά του πρωτόδικου βουλεύματος έφεση της εναγομένης, ενώ, μετά από μήνυση του ενάγοντος, το Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 15983/13-10-2004 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την εναγόμενη, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, για όσα καταλογίζει στον ενάγοντα με την παραπάνω μήνυσή της και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για κάθε πράξη.
Επίσης αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή και τα λοιπά γεγονότα που αναφέρονται στην εν λόγω μήνυση και αφορούσαν την ηθική και επαγγελματική αρτιότητα, ακεραιότητα, ευσυνειδησία και καταλληλότητα του ενάγοντος, ως δικηγόρου και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την τρώση του κύρους και της επαγγελματικής του φήμης, ενώ η ενάγουσα γνώριζε, επίσης, την αναλήθεια τούτων, όπως επίσης γνώριζε ότι όλα τα παραπάνω ήσαν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, έγιναν δε με σκοπό να βλάψουν τον ενάγοντα.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, σχετικά με το δόλο της εναγομένης, ενισχύεται και από το γεγονός ότι, μετά την απαλλαγή του ενάγοντος με το ως άνω βούλευμα, η εναγομένη επανήλθε στις 20-9-2002 με δεύτερη μήνυση σε βάρος του, κατηγορώντας τον για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση, σε σχέση με το περιεχόμενο της καταθέσεώς του, ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια της προανακρίσεως μετά από έγκληση που είχε υποβάλει σε βάρος της ο δικηγόρος ...
ΔΔ, εξαιτίας αναφοράς την οποία είχε υποβάλει σε βάρος του η εναγομένη και η οποία τέθηκε στο αρχείο του Δικηγορικού Συλλόγου ..., για τις οποίες κατηγορίες ο ενάγων απαλλάχθηκε και πάλι με το υπ' αριθμ. 1140/2003 βούλευμα, του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω, τα ως άνω ψευδή γεγονότα περιήλθαν σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων (δικαστών, εισαγγελέων, υπαλλήλων του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας, αλλά και προσώπων του κοινωνικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος του ενάγοντος, δηλαδή δικηγόρων).
Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη εξέθεσε τον ενάγοντα σε κίνδυνο ποινικής διώξεως (όπως και έγινε) και αφετέρου έβλαψε την τιμή και την υπόληψή του, καθ' όσον αυτός είναι ένας δικηγόρος που ασκεί με ευσυνειδησία και αξιοπρέπεια το λειτούργημα του επί δεκαοκτώ έτη, χωρίς να δώσει ποτέ αφορμή για δυσμενή σχόλια, διάγοντας μια καθόλα ευπρεπή προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή, ενώ διατηρεί φιλικές σχέσεις με το σύνολο των συναδέλφων του και χαίρει εκτιμήσεως όλων των παραγόντων που κινούνται και εργάζονται στο χώρο του Δικαστικού Μεγάρου ... .
Δηλαδή η εναγόμενη έβλαψε αγαθά που συνθέτουν μαζί με άλλα την προσωπικότητά του και προστατεύονται από αστικές και ποινικές διατάξεις, αλλά και τέλεσε σε βάρος του αδικοπραξία. 0 ισχυρισμός της εναγομένης ότι σκοπός της δεν ήταν να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά ενήργησε για να διαφυλάξει τα δικαιώματα της (αρθρ. 367 παρ. 1 Π.Κ.), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για συκοφαντική δυσφήμηση, στην οποία δεν εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη (αρθρ. 367 παρ. 2 α' ΠΚ).
Εξάλλου, η υποβολή της ως άνω μηνύσεως με το παραπάνω περιεχόμενο, δεν ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος προκειμένου η εναγομένη να υποστηρίξει τα δικαιώματά της, σε σχέση με τη γνησιότητα ή μη των ως άνω εγγράφων". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο και τον ισχυρισμό της εναγομένης (αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος, επιδικάζοντας προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του το ποσό των 15.000 ευρώ, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε κάνει κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, για το ποσό των 20.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αλλά περιέλαβε σ'αυτή σαφείς, μη αντιφατικές και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ότι, εν γνώσει της, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων αναληθή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου και να προκαλέσουν την ποινική διώξή του για εγκληματικές πράξεις, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά του, καθ' όσον αναφέρεται στην απόφαση.
α) η με τη σύμπραξη του κοινού δικαιοπαρόχου πατέρα της αναιρεσείουσας και της εντολέα του αναιρεσίβλητου δικηγόρου ΑΑ διόρθωση και προς το συμφέρον εκείνης του προς την ΑΑ ... προικοσυμβολαίου (με περιορισμό του ποσοστού καλύψεως του οικοπέδου στο αναλογούν μερίδιο κάθε συγκυρίας 50%) με το συνοδευτικό σχεδιάγραμμα και η μετά τη γενόμενη διόρθωση δεύτερη μεταγραφή του διορθωμένου συμβολαίου στις 8-9-1976, δηλαδή 20 μήνες περίπου μετά την κατάρτιση του αρχικού συμβολαίου, γεγονός το οποίο, αφενός μεν δεν ήταν δυνατό να αγνοεί η αναιρεσείουσα, λόγω της συμμετοχής σ'αυτό και του πατέρα της, δικαιοπαρόχου της επίσης, ως προς το προς αυτή δωρηθέν υπόλοιπο ήμισυ του ίδιου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που βρίσκεται σε λογική ακολουθία με την αμέσως προηγηθείσα συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου οικοπέδου και σε συνάφεια με το διορθωμένο κατά τον ίδιο χρόνο ως άνω προικοσυμβόλαιο, αφετέρου δε δεν μπορούσε να αποδοθεί σε δόλο του αναιρεσίβλητου πληρεξουσίου δικηγόρου της αδελφής της, όταν με πρωτοβουλία της τελευταίας, αγνοώντας τις περιστάσεις σύνταξης και μη αμφιβάλλοντας για τη γνησιότητα, λόγω της δεύτερης μεταγραφής του διορθωμένου συμβολαίου, έκανε χρήση αυτού στο δικαστήριο.
β) Η επίκληση από την αναιρεσείουσα των εν γνώσει της αναληθών περιστατικών (με μηνυτήρια αναφορά της), ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος (εντολοδόχος της αδελφής της) έκανε χρήση του φερόμενου από αυτή ως πλαστού ως άνω προικοσυμβολαίου και παραπλάνησε το δικαστήριο, κατά τη διάγνωση της αστικής διαφοράς μεταξύ αυτής και της αδελφής της, όπως και ότι κατέστη ηθικός αυτουργός ψευδορκίας μάρτυρα, δηλαδή περιστατικών τα οποία ήταν αντικειμενικώς ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του.
Και γ) η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου με τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που αποτελούσε νόμιμο λόγο χρηματικής ικανοποιήσεώς του (άρθρα 57, 59, 299 και 932 ΑΚ).
Συνεπώς όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ είναι αβάσιμα, κατά το μέρος δε που περιέχουν αιτιάσεις για την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως επίσης απαράδεκτος είναι και ο από την αυτή διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ.
έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το επιδικασθέν υπέρ του αναιρεσιβλήτου ποσό (15.000 ευρώ) χρηματικής ικανοποιήσεως "υπερβαίνει κατά πολύ το μέτρο που οι περιστάσεις επέβαλαν" αφού η σχετική κρίση του Εφετείου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Εξάλλου με τις ως άνω παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δεν περιέχουν σφάλμα στον υπαγωγικό συλλογισμό της, ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 932 ΑΚ και όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
είναι αβάσιμα, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτα. Περαιτέρω με τον ένατο (στοιχ. θ) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ.
Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, εφόσον με τα επικαλούμενα περιστατικά συνδεόταν η καταχρηστικότητα με την εξέλιξη των πολιτικών δικών της αναιρεσείουσας με την αδελφή της και όχι με τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο δεν συγκροτούσε την κατ' άρθρο 281 Α.Κ.
ένσταση, την οποία απέρριψε ως νομικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως το άρθρο 281 Α.Κ. και επομένως ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, όπως επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, καθ' όσον αυτός ο λόγος συγκροτείται, όταν προβαίνει το δικαστήριο της ουσίας στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού, ως προς τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη νομικής βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όχι όμως και όταν ο ισχυρισμός απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεως του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλειες, ότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου για την προσβολή της προσωπικότητάς του και άλλως χωρίς αιτιολογία απέρριψε (σιγή) την εν λόγω ένσταση, για την επιστήριξη της οποίας προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδεικτικά μέσα.
Με αυτό το περιεχόμενο ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ως άνω ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως και τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούσαν, ούτε επίσης αν ο ισχυρισμός επαναφέρθηκε στο Εφετείο, με την έφεση της αναιρεσείουσας και ποιο ήταν το περιεχόμενό του, έτσι ώστε να εκτιμηθεί, αν ήταν ορισμένος και νόμιμος, δυνάμενος να ασκήσει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά το άρθρο 300 Α.Κ., αφού μόνον υπό την προϋπόθεση αυτή η παράλειψη του Εφετείου, να λάβει υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και να αιτιολογήσει την απόρριψή του, θα μπορούσε να θεμελιώσει τις προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου.
Στην υπόψη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον όγδοο (στοιχ. Η) λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ., ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ... προικοσυμβολαίου (που φέρεται από εκείνη ως πλαστογραφημένο), με το να δεχθεί ότι στη δεύτερη τροποποιημένη εκδοχή του (που μεταγράφηκε) "υπάρχει η διευκρινιστική αποτύπωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, η οποία συνοδεύονταν από τις υπογραφές τους και συνεπώς δεν πρόκειται για νόθευση του εν λόγω συμβολαίου", ενώ "μετά από προσεκτική παρατήρησή του και για γυμνού οφθαλμού του επίμαχου συμβολαίου", το οποίο είχε εκείνη επικαλεσθεί και προσαγάγει, διαπιστώνεται ότι κάτω από αυτές τις παραπομπές (που περιγράφονται στο αναιρετήριο) "δεν υπάρχουν υπογραφές των συμβαλλομένων και των μαρτύρων".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν περιέλαβε στις παραδοχές του: α) ότι για να διαπιστώσει τη γνησιότητα (και εγκυρότητα) της δεύτερης (τροποποιημένης) εκδοχής του επίμαχου προικοσυμβολαίου, στηρίχθηκε μόνον στο από την αναιρεσείουσα τότε επικληθέν και προσκομισθέν αντίγραφό του (το οποίο και τώρα επικαλείται), αλλά αντιθέτως βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη για τη σχετική κρίση του ολόκληρο το αποδεικτικό υλικό (έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και μαρτυρικές καταθέσεις) και β) ότι έκανε από άμεση αντίληψη τη διαπίστωση της ύπαρξης υπογραφών των συμβαλλομένων στις κατά την αναιρεσείουσα αμφισβητούμενης γνησιότητας προσθήκες εκτός κυρίως κειμένου του προικοσυμβολαίου, με βάση τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αντιθέτως αυτό το περιστατικό παρίσταται ως έμμεση διαπίστωση του Εφετείου, μη αποδεικνυόμενη από τα αντίγραφα του προικοσυμβολαίου που προσκόμισαν οι διάδικοι και γι'αυτό αναφέρεται ως προς αυτό το περιστατικό σε παρελθόντα χρόνο ("συνοδευόταν από τις υπογραφές τους"), ενώ ως προς το κρίσιμο περιεχόμενο των προσθηκών, που προέκυπτε από τα προσκομισθέντα αντίγραφα του προικοσυμβολαίου, χρησιμοποιείται ενεστώς ("υπάρχει η διευκρινιστική αποτύπωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων").
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1393/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ