Legislator Case Law & Legislation
1477/2006 AI generated

Greek Supreme Court allows partial appeal against appeal court decision regarding commercial agency fees and res judicata scope.

Case Number 1477/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed a partial appeal against an appeal court decision while dismissing other grounds. The appellants argued that the lower court failed to apply Article 703 of the Civil Code regarding agency fees and ignored a prior res judicata ruling. The court rejected the res judicata claim because the prior judgment only bound specific parties in a separate lawsuit, not the current defendants, but upheld the finding on agency fees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; Articles 321, 324, 325 of the Code of Civil Procedure; Article 703 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court established that res judicata does not extend to parties in separate concurrent lawsuits unless they are identical, but the court may still correct errors in applying substantive law regarding agency fees.

Keywords

AI generated
res judicata scope concurrent lawsuits agency fees civil procedure partial appeal commercial agency res judicata limitation

Cited Legislation

AI generated
Articles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 324 and 325 of the Code of Civil Procedure
Article 703 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1477 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1477/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) X1 και 2) Χ2. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ρηγόπουλο. Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πιτσαρό και 2) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «.... Ο.Ε.», ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπούμπουρη.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «.... Ο.Ε.», .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπούμπουρη, o οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από τον β΄ λόγο αναιρέσεως. Των αναιρεσίβλητων: 1) Ζ1 και 2) Ζ2 . Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κορίνα Φασουλή - Γραφανάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2002 αγωγή της υπό στοιχεία Β ήδη αναιρεσείουσας και τις από 30-12-2002 (δύο) αγωγές του υπό στοιχεία Α ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7535/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν: 1) οι υπό στοιχεία Α αναιρεσείοντες με την από 10-1-2005 αίτησή τους και 2) η υπό στοιχεία Β αναιρεσείουσα με την από 7-9-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: Ι. Την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων της από 10-1-2005 αιτήσεως αναιρέσεως.

ΙΙ. Την απόρριψη όλων των λόγων της, συνεκδικαζόμενης με την πρώτη, από 7-9-2005 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχεία Β αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, οι υπό κρίση από α) 10-1-2005 και β) 7-9-2005 αντίθετες αιτήσεις, για αναίρεση της 7535/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αυτεπαγγέλτως, να ενωθούν και συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης.

ΙΙ. Επί της από 10-1-2005 αιτήσεως των Χ1,..... κ.λ.π.

1. Επειδή, η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας με την επωνυμία «.... Ο.Ε.» - η κατά της οποίας έφεση της αναιρεσείουσας X1 απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως εκπρόθεσμη – πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον ουδείς από τους εις το δικόγραφο αυτής λόγους δεν προσβάλλει την ως άνω απορριπτική της εφέσεώς της διάταξη.

2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 126 παρ. 1 στοιχ. α, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1-3 και 139 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον, στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο, συνίσταται δε στην παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται. Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες, που συνοικούν μαζί του.

Για το κύρος της επιδόσεως σε σύνοικο είναι απαραίτητο ο δικαστικός επιμελητής να σημειώνει στην έκθεση επιδόσεως ότι δεν βρήκε στην κατοικία του τον παραλήπτη του εγγράφου και για το λόγο αυτό παρέδωσε το έγγραφο σε άλλα συνοικούντα πρόσωπα κατά την σειρά που ανωτέρω ορίζεται, άλλως η επίδοση είναι άκυρη.

Εξάλλου, περί της συνδρομής των ελαττωμάτων εκ των οποίων στοιχειοθετείται η παράβαση των περί επιδόσεως διατάξεων, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, αποφαίνεται ο Άρειος Πάγος εξετάζοντας τη νομιμότητα της γενομένης επιδόσεως, όχι μόνο εξ αυτής της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των παρ' αυτής γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, αλλά και εξ άλλων στοιχείων προσαγομένων αμέσως κατά προαπόδειξη.

Τούτων τεθέντων, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα, που ενήχθη προς καταβολή εις τον πρώτο αναιρεσίβλητο οφειλομένης μεσιτικής αμοιβής, παρά το νόμο δικάστηκε ερήμην με την δεχθείσα την αγωγή προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, ενώ σε όλα τα δικόγραφα της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας δίκης, μεταξύ όλων των διαδίκων, αναφέρεται η διεύθυνση της κατοικίας της στο .... , η επίδοση έγινε στον πατέρα της ως σύνοικο αυτής στη ..... ,με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου Ψ1 και της δικασίμου αυτής και να δικασθεί ερήμην (ως εφεσίβλητη).

Καθόσον, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1980Β/1-9-2004 έκθεση του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... , ο τελευταίος, ενώ βεβαιώνει κατ' αρχήν σ' αυτή ότι η X1 , προς την οποία θα επέδιδε αντίγραφο της ανωτέρω εφέσεως, είναι κάτοικος .... , βεβαιώνει στη συνέχεια ότι δεν την βρήκε στην επί της οδού .... οικία της στη ....

και ενήργησε για αυτό την επίδοση στον σύνοικο πατέρα της Χ2, όπως του δήλωσε, χωρίς να βεβαιώνει στην έκθεση ότι προηγουμένως αναζήτησε την παραλήπτρια του δικογράφου στη δηλωθείσα αρχικώς ως άνω διεύθυνσή της, ότι δεν την βρήκε εκεί λόγω αλλαγής της κατοικίας και ότι η νέα κατοικία της βρισκόταν στη ....

επί της οδού .... , όπου και επέδωσε στο σύνοικο πατέρα της. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι μόνο καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως καθόσον αφορούν στην πρώτη αναιρεσείουσα. Οι λόγοι αυτοί όμως θα ερευνηθούν ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα ομόδικό της, ο οποίος δικάστηκε νομίμως ερήμην. 3.

Επειδή, από το άρθρο 703 παρ. 1 Α.Κ. εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για την σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας. Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι :

α) η υπόσχεση αμοιβής για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως, β) μεσιτική δραστηριότητα με οποιαδήποτε μορφή (μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας), γ) σύναψη της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και τη σύναψη της συμβάσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 248/1993, μεσίτης αστικών συμβάσεων είναι το φυσικό πρόσωπο ή η εμπορική εταιρία κάθε είδους που μεσολαβεί για τη σύναψη των αστικού δικαίου συμβάσεων πωλήσεως, ανταλλαγής, μισθώσεως ακινήτων, παραχωρήσεως ακινήτων προς ανοικοδόμηση με αντιπαροχή ή που υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : Οι εκ των διαδίκων X1 και ο πατέρας της Χ2, προτιθέμενοι να πωλήσουν το επί της οδού .... οικόπεδό τους, εμβαδού 1.143,60 τ. μ. μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου ορόφου (70,95 τ.μ.) και του πρώτου ορόφου (230,50 τ.μ.), οι οποίες ανήκαν στην πρώτη ο ισόγειος όροφος κατά πλήρη κυριότητα και ο πρώτος μετά δικαιώματος υψούν κατά ψιλή κυριότητα, στο δε δεύτερο η επικαρπία (του 1ου ορόφου), προέβησαν αρχικά σε δημοσίευση σχετικής αγγελίας στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (φύλλο της 3-9-2000) και απευθύνθηκαν σε πολλούς μεσίτες.

Μεταξύ αυτών ήσαν και οι νόμιμα ασκούντες το επάγγελμα του μεσίτη αστικών συμβάσεων ενάγοντες, με τους οποίους η εξ αυτών Χ1 , ενεργώντας και για λογαριασμό του πατέρα της, κατήρτισε έγγραφες μεσιτικές συμβάσεις με τις οποίες ανέθεσε σ' αυτούς την εντολή υποδείξεως υποψηφίων αγοραστών και, για την περίπτωση πραγματοποιήσεως της πωλήσεως, συμφωνήθηκε μεσιτική αμοιβή 2% επί του πραγματικού τιμήματος της πώλησης, πλέον Φ.Π.Α..

Συγκεκριμένα η σύμβαση με την ενάγουσα (στην από 28-3-2002 αγωγή) εταιρία «.... Ο.Ε.» καταρτίστηκε στις 19-10-2000, η δε σύμβαση με τον ενάγοντα (στις από 30-12-2002 και 3-2-2003 αγωγές) Ψ1 στις 10-5-2001, στην οποία ανεγράφη ως τίμημα το ποσό των 800.000.000 δραχμών καταβλητέο κατά την ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου. Με τους ίδιους ως άνω μεσίτες κατήρτισε έγγραφες μεσιτικές συμβάσεις η εκ των εναγομένων (στην τρίτη ως άνω από 3-2-2003 αγωγή) Ζ1 και για λογαριασμό του συζύγου της Ζ2 ή εταιρίας αυτών, στις οποίες αναφέρεται ότι υπεδείχθη σ' αυτήν το εν λόγω ακίνητο αξίας 800.000.000 δρχ.

και συμφωνήθηκε μεσιτική αμοιβή 2% επ' αυτής. Με βάση τη χρονολογική σειρά της σύναψης των μεσιτικών συμβάσεων - το περιεχόμενο των οποίων εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση - από την πλευρά της εναγομένης Ζ1 , κατά λογική αναγκαιότητα έλαβε γνώση των στοιχείων του άνω ακινήτου, πρώτα με την υπόδειξη αυτών από τον ενάγοντα Ψ1 , ο οποίος την πληροφόρησε λεπτομερώς για τους χώρους του ακινήτου, το οποίο επισκέφθηκε μαζί με την βοηθό αυτού ....

αρχές Σεπτεμβρίου 2001 και μετά την αρχική θεώρησή του εξωτερικά, εξέφρασε την αρέσκειά της γι' αυτό, αλλά επιφυλάχθηκε να δεσμευθεί θέλοντας να συνεννοηθεί με τον σύζυγό της και να δει το ακίνητο εσωτερικά. Ενεργώντας αντισυμβατικά (η Ζ1 ) έναντι του ενάγοντος Ψ1, συνήψε την ανωτέρω από 7-11-2001 σύμβαση με την ενάγουσα «....

Ο. Ε.» μετά πάροδο δύο μηνών, η οποία της υπέδειξε πάλι το ακίνητο. Τελικά με το 9475/30-4-2002 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Μητρέλη το ακίνητο πωλήθηκε στην εταιρία «ΕΥΑΝΔΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», της οποίας αντιπρόεδρος και νόμος εκπρόσωπος είναι ο Ζ2 σύζυγος της εναγομένης Ζ1 . Με βάση τα περιστατικά αυτά – καταλήγει το Εφετείο – την μεσιτική αμοιβή δικαιούται ο ενάγων Ψ1, ο οποίος εξεπλήρωσε πλήρως τις δοθείσες σ' αυτόν εντολές αφού υπέδειξε πρώτος αυτός τα στοιχεία του ακινήτου και των ιδιοκτητών του στη Ζ1 , η οποία, όταν υπεγράφη ως άνω η εντολή προς την εταιρία «....

Ο.Ε.», τα γνώριζε ήδη και δεν ασκεί έννομη επιρροή η εκ νέου υπόδειξη των στοιχείων αυτών από τη δεύτερη μεσίτρια, ενώ, αντιστοίχως, ο εν λόγω μεσίτης είναι αυτός που έφερε σε επαφή πρώτος τους πωλητές Χ1 και Χ2 με την εντολέα για την αγορά του ακινήτου Ζ1 . Συνακόλουθα, αφού : 1) απέρριψε τις εφέσεις των α)X1 και β)του Ψ1 ως προς την εφεσίβλητη εταιρία «....

Ο.Ε.», 2) δέχθηκε κατά τα λοιπά τις εφέσεις των α) Ψ1 και β) Ζ2 και Ζ1 και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει τις, συνεκδικασθείσες, (δεύτερη και τρίτη) αγωγές του Ψ1 και είχε δεχθεί την (πρώτη) της εταιρίας «.... Ο.Ε.» και περαιτέρω, αφού απέρριψε τον πραγματικό ισχυρισμό των εναγομένων περί του ότι η πώληση επετεύχθη με τη διαμεσολάβηση τρίτου μεσίτη, διότι επινοήθηκε με σκοπό την περιγραφή των δικαιωμάτων του ενάγοντος Ψ1 , έκρινε ότι ο τελευταίος δικαιούται της αξιούμενης αμοιβής ποσού 46.955,25 ευρώ, την οποία και επιδίκασε εις βάρος του εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος Χ2 – εις ολόκληρο μετά της X1 - ενώ, μετά παραδοχή σχετικής ενστάσεως (εκ του άρθρου 707 ΑΚ) των εκ των εναγομένων Ζ1 και της εταιρίας «ΕΥΑΝΔΡΟΣ Α.Κ.Ε.» επιδίκασε εις βάρος των τελευταίων μειωμένη στο προσήκον μέτρο αμοιβή ποσού 23.478 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-5-2002, πλέον Φ.Π.Α και στις δύο περιπτώσεις.

Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με αιτιολογίες ανεπαρκείς και ασαφείς) το άρθρο 703 Α.Κ., που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στο ζήτημα της συνδρομής των ως άνω ουσιαστικών προϋποθέσεων, και ειδικά της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας του Ψ1 και τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως, και έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διατάξεως στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

4. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο). Εξάλλου, κατά τη διάταξη 524 παρ. 4 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, μετά δε την κατάργηση (με το ν. 3043/2002) των άρθρων 531 και 279 Κ.Πολ.Δ. δεν υπέχει πλέον υποχρέωση ο γραμματέας να επισυνάψει στη δικογραφία τα διαδικαστικά έγγραφα (προτάσεις κ.λ.π.) που υποβλήθηκαν από το διάδικο που δεν εμφανίστηκε κατά τις προηγούμενες συζητήσεις, ούτε και σε περίπτωση που προσκομίστηκαν από άλλο διάδικο οι πρωτόδικες προτάσεις του απολιπόμενου εφεσίβλητου υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς που πρότεινε πρωτοδίκως στο Εφετείο. Επομένως, ο εκ του άρθρου 707 Α.Κ. ισχυρισμός, δεν προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων, με τις φερόμενες ως προσκομισθείσες από τον αντίδικό του πρωτόδικες προτάσεις του και συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ. Πολ.Δικ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

5. Επειδή, οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α΄ και 10 περ. α΄ ΚΠολΔ ιδρύονται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή β) δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αντιστοίχως. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 12 του ίδιου άρθρου ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική αποδεικτική δύναμη, που δεν είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρότι είχε κατά νόμο, και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄, 10 περ. α΄ και 12 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό, χωρίς να προταθεί παραδεκτά (με δήλωση στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, με τις έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις, με την έφεση ή με τις προτάσεις ενώπιον του εφετείου), ήτοι ότι οι δηλώσεις των συμβαλλομένων στο ως άνω (9475/2002) συμβόλαιο περί του ότι τούτο συντάχθηκε με την αποκλειστική μεσιτική δραστηριότητα του μεσίτη ... , η έκδοση και είσπραξη της από 23-5-2002 τραπεζικής επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 29.350 ευρώ και η έκδοση του από 30-4-2002 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, είναι εικονικές και στερούνται αποδεικτικής ισχύος, β) χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα συνήγαγε τη σχετική κρίση και γ) χωρίς να βεβαιώνει με θετική δικανική πεποίθηση ότι η εικονικότητα αυτών αποδείχθηκε.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο πρώτος, διότι με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του Ψ1 προβάλλεται ευθέως και με σαφήνεια ότι η τρίτη των εφεσιβλήτων Ζ1 , προκειμένου να καταστρατηγήσει τα δικά του δικαιώματα δεν περιορίστηκε μόνο στο να δώσει μεταγενεστέρως όμοια έγγραφη εντολή και στην εταιρία «....

Ο.Ε.», αλλά έπεισε και έτερο μεσίτη να φέρεται ως μεσολαβήσας στην κατάρτιση της επίμαχης αγοραπωλησίας, τολμήσασα και την αναγραφή του ονοματεπωνύμου αυτού στο κείμενο του σχετικού ένδικου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, εκ των οποίων έπεται ότι προτάθηκε παραδεκτά ο ουσιώδης αυτός ισχυρισμός περί εικονικότητας των ως άνω δηλώσεων στο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Ο δεύτερος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, χωρίς όρκο κατάθεση της ομορρύθμου εταίρου της εταιρίας «..... Ο.Ε.» .... , οι ειδικά μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι) στα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Και ο τρίτος, διότι στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα το Δικαστήριο κατέληξε από την συνεκτίμηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσδώσει σε κάποιο από αυτά ιδιαίτερη αποδεικτική αξία που κατά νόμο δεν είχε.

ΙΙ. Επί της από 7-9-2005 αιτήσεως της «.... Ο.Ε.»1. Επειδή, σύμφωνα με τις παραπάνω (υπο

ΙΙ. 3) παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι η περιγραφόμενη εκεί μεσιτική δραστηριότητα του Ψ1 συνέβαλε αποκλειστικά στην κατάρτιση τις επίμαχης συμβάσεως, η οποία (κατάρτιση) συνδέεται αιτιωδώς με τις ενέργειές του έναντι τόσο των πωλητών όσο και της εντολίδος Ζ1 με την ιδιότητά της ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας «ΕΥΑΝΔΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», η οποία και αγόρασε το εν λόγω ακίνητο, και ότι η δραστηριότητά του αυτή προηγήθηκε εκείνης που επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία δεν συνέβαλε στην επέλευση του συγκεκριμένου ως άνω αποτελέσματος.

Για τον λόγο αυτό, έκρινε το Εφετείο ότι δεν πρόκειται για παράλληλη μεσιτική δραστηριότητα, όπως υποστηρίζει η τελευταία για να θεμελιώσει παράλληλο δικαίωμα πλήρους (για καθένα μεσίτη και συνεπώς και για τον εαυτό της) αμοιβής. Επομένως τον ως άνω αντίθετο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη το Εφετείο και τον απέρριψε στην ουσία και, γι' αυτό, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε ως άνω επαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα ότι η μεσιτική δραστηριότητα του Ψ1 ήταν αποφασιστική και αποκλειστική και, αντικειμενικά, αποτελεί πρόσφορη αιτία καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως. Έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 703 Α.Κ.

στη συγκεκριμένη περίπτωση και ο αντίθετος δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ , λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 2.

Επειδή, από τα άρθρα 321,324 και 325 του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και ότι το δεδικασμένο αυτό ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων και εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους κατά την διάρκεια ή μετά το τέλος της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔικ προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ μετά την απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσίβλητης X1 ,κατά της αναιρεσείουσας εταιρίας, η πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ότι η αναιρεσείουσα – και όχι ο Ψ1 – εδικαιούτο μεσιτική αμοιβή για την προαναφερόμενη πώληση, έγινε τελεσίδικη και ποτελεί δεδικασμένο, το Εφετείο που έκρινε ότι την ως άνω αμοιβή εδικαιούτο ο Ψ1 (και από την παραπάνω αναιρεσίβλητη), δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, το ανωτέρω δεδικασμένο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το επικαλούμενο δεδικασμένο ισχύει μόνο μεταξύ των διαδίκων της από 28/3/2002 αγωγής της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της X1 και όχι μεταξύ των διαδίκων των από 30/12/2002 και 30/12/2003 αγωγών του Ψ1 κατά της X1 και του πατέρα της (η πρώτη) και κατά των αγοραστών (η δεύτερη), το γεγονός δε ότι συνεκδικάσθηκαν οι ανωτέρω αγωγές δεν αίρει την αυτοτέλεια αυτών, ούτε επεκτείνει το δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της μιας αγωγής στους διαδίκους της άλλης, αφού μόνο ορισμένοι από τους εναγομένους σε αυτές και όχι οι ενάγοντες ταυτίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΔιατάζει την συνεκδίκαση των από 10-1-2005 και 7-9-2005 αντίθετων αιτήσεων αναιρέσεως κατά της 7535/2002, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ι.

Αναιρεί την ανωτέρω 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το εις το αιτιολογικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1 στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

ΙΙ.

Απορρίπτει την από 10-1-2005 αίτηση των X1 κ.λ.π., για αναίρεση της 7535/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθόσον αυτή αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία ".... Ο.Ε.".

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

ΙΙΙ.

Απορρίπτει την από 10-1-2005 αίτηση του Χ2 , για αναίρεση της 7535/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθόσον αυτή αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1.

Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

IV. Απορρίπτει την από 7-9-2005 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", για αναίρεση της 7535/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ