Legislator Case Law & Legislation
1476/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unpaid wages, ruling the lower court correctly applied labor laws to the specific period claimed.

Case Number 1476/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 43 former employees against the Piraeus Port Organization regarding unpaid wages. The appellants argued that the lower court incorrectly applied labor laws to a period after August 2016, claiming the relevant collective agreements had been superseded by new legislation. The court rejected this, holding that the second-instance judgment properly adjudicated the claim for the period from January 2013 to August 2016, which was the only period falling within the scope of the contested collective agreements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361 and 201 of the Civil Code; Articles 22 and 3 of the Constitution; Article 3 of Law 1876/1990: The Supreme Court holds that an appeal based on alleged misapplication of collective agreements is inadmissible if the lower court correctly determined the applicable time period for the wage claim, thereby rendering the contested reasoning irrelevant to the final judgment.

Keywords

AI generated
unpaid wages claim collective agreements labor law application appeal dismissal port organization dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 361 and 201 of the Civil Code
Article 22 of the Constitution
Article 3 of Law 1876/1990
Article 2 of Law 3833/2010
Article 3 of Law 3845/2010
Article 31 of Law 4024/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1476 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1476/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ι. Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 2)Γ. Χ. του Η., κατοίκου ..., 3)Η. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 4)Ι. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 5)Λ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 6)Κ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 7)Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 8)Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., 9)Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 10)Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 11)Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 12)Α. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 13)Γ.

Κ. του Ν., κατοίκου ..., 14)Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 15)Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., 16)Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., 17)Μ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 18)Β. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 19)Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 20)Ν. Β. του Α., κατοίκου ..., 21)Ν. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 22)Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 23)Ν. Ο. του Α., κατοίκου ..., 24)Π. Ψ. του Ι., κατοίκου ..., 25)Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 26)Α.

Μ. του Κ., κατοίκου ..., 27)Ι. Α. του Κ., κατοίκου ..., 28)Ν. Π. του Μ., κατοίκου ..., 29)Ν. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 30)Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 31)Σ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 32)Δ. Θ. του Σ., κατοίκου ..., 33)Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 34)Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 35)Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 36)Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 37)Δ. Π. του Ι., 38)Μ. Ψ. του Π., κατοίκου ..., 39)Ι.

Π. του Τ., κατοίκου ..., 40)Π. Λ. του Π., κατοίκου ..., 41)Δ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 42)Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 43)Λ. Λ. του Χ., κατοίκου .... Οι 1ος (Μ. Α.), 3ος (Η. Κ.) και 24ος (Π. Ψ.) παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κουφοπούλου, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την ίδια, η οποία διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο απάντων και τον Δ.

Ζ. Επίσης η ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε ότι ο 37ος (Δ. Π.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις α)Γ. Κ. του Χ. και β)Α. Π. του Δ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Λαγούρο, ο οποίος ανακάλεσε την από 15-1-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και Δημήτριο Λεβέντη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 474/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-10-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσείοντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η υπό κρίση από 3 Οκτωβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 918/75/4-10-2022 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 474/28-7-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, της οποίας αρχική δικάσιμος ορίστηκε η 17η-10-2023, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών και προσδιορίστηκε οίκοθεν με την από 18-10-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος τμήματος κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β αυτού), για την παρούσα δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2024, εγγραφείσα στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η εγγραφή δε της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρ. 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είυποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθ. 35 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, ήτοι κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στη γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο (άρθ. 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1083/2020, ΑΠ 536/2020).

Στην περίπτωση αυτή, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν θάνατο του διαδίκου επελθόντα μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και κατά συνέπεια αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου ( ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 1083/2020, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 542/2021, ΑΠ 536/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα προκύπτει ότι ο τριακοστός έβδομος αυτών Δ. Π. του Ι. αποβίωσε στις ... 2020 (βλ. το με αριθμό .../2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συντάχθηκε από το ληξίαρχο της Δ.Ε.

Αγίων Αναργύρων Αττικής), ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης από 3 Οκτωβρίου 2022 και με αριθμό 918/75/2022 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 4 Οκτωβρίου 2022. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αναφορικά με τον τριακοστό έβδομο των αναιρεσειόντων Δ.

Π. του Ι. , λόγω έλλειψης του υποκειμένου στην άσκησή της. Η εκ μέρους της πληρεξούσιας δικηγόρου των κληρονόμων του ως άνω θανόντος Γ. Κ. χήρας Δ. Π. και Α. θυγατέρας Δ. Π. δήλωση κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ότι οι ίδιες ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνεχίζουν τη διακοπείσα δίκη (βλ.

τα από 16-1-2024 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου), καθώς και το γεγονός ότι η ίδια ως άνω δικηγόρος καθώς επίσης και ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Δημήτριος Ζερδελής κατά την παρούσα συζήτηση (16-1-2024) εκπροσώπησαν τις παρασταθείσες κληρονόμους δεν ασκούν έννομη επιρροή, ούτε καθιστούν έγκυρη την ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης δίκη, λόγω του προηγηθέντος θανάτου του ως άνω διαδίκου.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (42 τον αριθμό), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε σε αυτούς στις 5-9-2022, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ν.

Ν., αυτή δε, όπως προαναφέρθηκε, κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στις 4-10-2022 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου(άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:

Οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες με την από 30-11-2018 με αυξ. αριθμ. καταθ. 13118/5927/18-12-2018 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ισχυρίσθηκαν ότι κατά τις αναφερόμενες για τον καθένα ημερομηνίες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", η οποία από το έτος 1999 ήταν επιχείρηση κοινής ωφέλειας με ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό της κεφάλαιο τουλάχιστον 51%, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ειδικότητες του αρχιεργάτη και του επόπτη στις εγκαταστάσεις της στο λιμάνι του Πειραιά.

Ότι οι αποδοχές τους καθορίζονταν με την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που καταρτιζόταν μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία όλοι ήταν μέλη και της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριάς τους. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2013 μέχρι 10 Αυγούστου 2016, οπότε η πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία είχε προηγουμένως μεταβιβαστεί στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), περιήλθε στην κινεζική εταιρεία "Cosco (Hong Kong) Group Limited", υπέστησαν όλες τις προβλεπόμενες από τους νόμους (μνημονιακούς) 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 περικοπές.

Ότι με το άρθρο 3 των από 9-4-2013 και 24-6-2015 διετούς διάρκειας(η κάθε μία) ΣΣΕ που υπογράφηκαν μεταξύ της ως άνω συνδικαλιστικής τους οργάνωσης και της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, ορίστηκε, μεταξύ άλλων "[...] Εφόσον κατά τη διάρκεια ισχύος της παρούσας παύσει η ισχύς των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 το μισθολογικό καθεστώς των μελών του Σωματείου επανέρχεται σε αυτό που ίσχυε την 31-12-2009 [...]".Ότι παρά το γεγονός πως, μετά την κατά τα ως άνω μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, που είχαν περιέλθει στο "ΤΑΙΠΕΔ", στην κινεζική εταιρεία, η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη δεν εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής των προαναφερθέντων νόμων, αρνείται να επαναφέρει τις αποδοχές τους στο μισθολογικό καθεστώς της 31-12-2009, κατά τα συμφωνηθέντα με τις προαναφερθείσες ΣΣΕ.

Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά, που αντιστοιχούν στις πλήρεις αποδοχές τους κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 1013 μέχρι 10-8-2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 213/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 24-2-2020 με αριθμ. καταθ. 1787/144/2020 έφεσή τους και επ' αυτής εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 474/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση και επικύρωσε έτσι την πρωτόδικη απόφαση.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε τη δυσμενή για τους ενάγοντες-εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες κρίση της σε μία κύρια αιτιολογία συνιστάμενη στο ότι "[...] οι προβλέψεις αυτές ( περί επαναφοράς των αποδοχών στο μισθολογικό καθεστώς της 31-10-2009) των ως άνω σ.σ.ε. είναι άκυρες, καθόσον εξαρτούν την ισχύ τους από αναβλητική αίρεση[...] και σε μία επάλληλη, στηριζόμενη στο ότι "[...] σε κάθε, δε, περίπτωση,(οι προβλέψεις είναι άκυρες), διότι συνομολογήθηκαν παρά τη ρητή απαγόρευση των ως άνω νόμων στο πλαίσιο των οποίων η εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσίβλητη] και οι εργαζόμενοί της υπάγονταν, που απαγόρευαν τη σύναψη συμφωνιών, μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας για αυξήσεις αποδοχών[...]".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013. ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 342/2023, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 630/2020).

Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 483/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:"[...] Εξάλλου, η εφεσίβλητη,[ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" συστάθηκε το έτος 1999 ως ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας σύμφωνα με το ν. 2688/1999. Με τις υπ'αριθμ. ...-2011 και ...-2012 αποφάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, οι οποίες εκδόθηκαν κατ'εξουσιοδότηση των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του ν. 3986/2001, το "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου" (ΤΑΙΠΕΔ), απέκτησε ποσοστό 74,14% των μετοχών, που μέχρι τότε κατείχε το Δημόσιο. Στη συνέχεια, με την από 5-3-2014 απόφαση του ΤΑΙΠΕΔ και δυνάμει σχετικών διατάξεων του ν. 3986/2011 εγκρίθηκε η διαδικασία πώλησης, μέσω διεθνούς διαγνωστικής διαδικασίας, πλειοψηφικού ποσοστού συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο του ΟΛΠ ανερχόμενου στο 67%, η οποία κατέληξε τον Απρίλιο του 2016 στη μεταβίβαση του ως άνω ποσοστού στη εταιρεία China COSCO Shipping Corporation.

Περαιτέρω, τα έτη 2013 και 2015 υπεγράφησαν μεταξύ του ΟΛΠ και του επιχειρησιακού σωματείου "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΟΠΤΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΙΕΡΓΑΤΩΝ ΟΛΠ" Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ", στο οποίο ανήκουν οι εκκαλούντες[ήδη αναιρεσείοντες], οι από 9-4-2013 και 24-6-2015 επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αντίστοιχα, στα άρθρα 2 και 3 των οποίων ορίσθηκαν τα εξής; 'Αρθρο 2:"Διατηρείται σε ισχύ το άρθρο 2 της ανωτέρω Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τα έτη 2008-2009, που αφορά στα βασικά ημερομίσθια ως και τα επιδόματα δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, αδείας και τα επιδόματα ωρίμανσης, όπως όλα τα ανωτέρω έχουν διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των Ν. 3833 και 3845/2010".

Άρθρο 3:" Εφόσον κατά τη διάρκεια ισχύος της παρούσας παύσει η ισχύς των νόμων 3833/2010,3845/2010 και 4024/2011, το μισθολογικό καθεστώς των μελών του Σωματείου επανέρχεται σε αυτό που ίσχυε την 31-12-2009". Από τα ανωτέρω προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Δεδομένου ότι η εφεσίβλητη αποτελούσε ΔΕΚΟ, υπαγόμενη στο Κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005, το προσωπικό της διεπόταν από τις διατάξεις των ως άνω νόμων 3833/2010,3845/2010 και 4024/2011, που προέβλεπαν περιστολή των αμοιβών τους, που πράγματι υλοποιήθηκαν.

β) Μετά τη μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών του Δημοσίου σε ιδιώτη επενδυτή, που ολοκληρώθηκε στις 10-8-2016, οι εργασιακές σχέσεις των απασχολούμενων στην εφεσίβλητη[ήδη αναιρεσίβλητη] ρυθμίζονται εφεξής από την κοινή εργατική νομοθεσία. Ειδικότερα, το μισθολογικό καθεστώς των εργαζόμενων αυτών, κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο, παρέμεινε όπως είχε διαμορφωθεί μετά την ισχύ των ως άνω νομοθετημάτων, εφόσον οι προϊσχύσαντες όροι σ.σ.ε. , που τους αφορούσαν, είχαν καταργηθεί και έπαυσαν να ισχύουν.

γ)Με τις επίδικες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που συνάφθηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος των ως άνω νόμων, οι οποίοι απαγόρευαν οποιαδήποτε συνομολόγηση και με οποιονδήποτε τρόπο χορήγηση και για οποιονδήποτε λόγο καταβολή αύξησης στις κάθε είδους, φύσης και ονομασίας αποδοχές [ήδη αναιρεσειόντων]), πέραν των καθορισμένων με τους νόμους αυτούς, συνομολογήθηκε η αύξηση των αποδοχών των μελών του σωματείου, στα επίπεδα που βρίσκονταν το 2009, υπό την αναβλητική αίρεση της παύσης της ισχύος των ως άνω νόμων 3383/2010,3845/2010 και 4024/2011.

Όμως, όπως προεκτέθηκε οι προβλέψεις αυτές των ως άνω σ.σ.ε. είναι άκυρες, καθόσον εξαρτούν την ισχύ τους από αναβλητική αίρεση, σε κάθε δε περίπτωση διότι συνομολογήθηκαν παρά τη ρητή απαγόρευση των ως άνω νόμων, στο πλαίσιο των οποίων η εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσίβλητη] και οι εργαζόμενοί της υπάγονταν, που απαγόρευαν τη σύναψη συμφωνιών, μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας για αυξήσεις αποδοχών[...]".

Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες διεκδικούσαν αποδοχές που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2013 μέχρι 10-8-2016 δηλαδή πριν την ολοκλήρωση της μεταβίβασης της πλειοψηφίας των μετοχών της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης στην κινεζική εταιρεία και την συνακόλουθη έξοδό της από το Δημόσιο Τομέα.

Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πλήττουν την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και προσάπτουν σε αυτήν την πλημμέλεια ,ότι με το να δεχθεί πως είναι μη νόμιμος (άκυρος) ο όρος των προαναφερόμενων ΣΣΕ περί επαναφοράς των αποδοχών τους στο μισθολογικό καθεστώς, που ίσχυε στις 31-10-2009 , ως εξαρτώμενος από αναβλητική αίρεση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 3 των από 9-4-2013 και 24-6-2015 ΣΣΕ, που υπογράφηκαν μεταξύ της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης" ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΟΠΤΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΙΕΡΓΑΤΩΝ "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ", στην οποία όλοι είναι μέλη και της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, με τις οποίες ρυθμίστηκε το μισθολογικό τους καθεστώς μετά την παύση ισχύος των μνημονιακών νόμων, καθώς επίσης (εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε) τις διατάξεις των άρθρων 361 και 201 του ΑΚ, 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 3 παρ. 1,4,7,8,10 και 11 του Ν. 1876/1990, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως μη νόμιμη την από 30-11-2018 με αριθμ.

καταθ. 13118/5927/2018 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 10-8-2016 μέχρι 31-10-2018. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε επί του αιτήματος της ένδικης αγωγής που αφορούσε την καταβολή στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες δεδουλευμένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2013 μέχρι 10-8-2016 και όχι για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 10-8-2016( οπότε κατά τα εκτιθέμενα η αναιρεσίβλητη δεν ενέπιπτε πλέον στο ρυθμιστικό πεδίο των Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011) μέχρι 31-10-2018, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Μετά ταύτα, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και προσάπτουν σε αυτήν την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί πως οι όροι των άρθρων 2 και 3 των προαναφερθέντων ΣΣΕ είχαν καταργηθεί και είχαν παύσει να ισχύουν, λόγω αντίθεσης του περιεχομένου τους στις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν.3383/2010, άρθρου τρίτου του ν.3845/2010 και άρθρου 31 του ν.4024/2011 εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις των ΣΣΕ, των μνημονιακών νόμων καθώς και των άρθρων 25,22 και 23 του Συντάγματος, με αποτέλεσμα να απορρίψει την από 30-11-2018 με αριθμ.

καταθ. 13118/5927/2018 αγωγή τους με την οποία ζητούσαν την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 10-8-2016 μέχρι 31-10-2018, είναι αλυσιτελής, καθόσον η μη πληττόμενη αποτελασματικά κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, πλην του 37ου Δ.

Π. του Ι. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παραστάθηκε προσηκόντως κατά την παρούσα συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Οκτωβρίου 2022 με αριθμό καταθ. 918/75/4-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ 474/28-7-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες πλην του 37ου Δ. Π. του Ι. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ