Legislator Case Law & Legislation
1476/2017 AI generated

1476/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1476/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1476/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η ενάγουσα (εκκαλούσα και εφεσίβλητη) άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1476 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1476/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ..., εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της 1) Γεώργιο Σιαφάκα και 2) Χρήστο Γιαλαμά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πρωτοπαπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1078/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2113/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επί αγωγής της αναιρεσείουσας με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση έργου, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1078/2013 οριστική απόφαση που την έκανε εν μέρει δεκτή. Ακολούθως, επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων εκδόθηκε αντιμωλία αυτών η υπ’ αριθ. 2113/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών το οποίο, κρίνοντας αυτεπάγγελτα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν υλικά αναρμόδιο για την αγωγή διότι αφορούσε διαφορά από δημόσιο έργο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης την παρέπεμψε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ως υλικά αρμόδιο.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η ενάγουσα (εκκαλούσα και εφεσίβλητη) άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

2.- Κατά τα άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ’ ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην (ΟλΑΠ 30/1995, ΟλομΑΠ 3/1991).

Εν προκειμένω, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως διαλαμβάνει την από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως δέχτηκε, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε επί της ουσίας τη διαφορά και δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, ήταν καθ’ ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση γιατί επρόκειτο για διαφορά από την εκτέλεση δημοσίου έργου κατά την έννοια του ν. 1418/1984, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη, παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών με πενταμελή σύνθεση ως αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η ανωτέρω αιτίαση δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού στο Εφετείο δεν αποδίδεται σφάλμα αναφερόμενο σε παραδοχή καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου, αλλά ότι εσφαλμένα έκρινε πως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην.

Ένα μέλος του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης είχε τη γνώμη ότι ο λόγος αυτός είναι μεν παραδεκτός, πλην όμως αβάσιμος διότι: Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, κατ’ αρχήν, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.

Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι ιδρύεται ο λόγος αυτός και όταν το Εφετείο, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίθηκε υλικά αρμόδιο, ενώ ήταν αναρμόδιο και εν τέλει μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο (με την επιφύλαξη πάλι των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ).

Διότι η εσφαλμένη παραδοχή από το Εφετείο υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως όχι μόνον όταν αναφέρεται στην κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ αρμοδιότητά του να κρίνει την έφεση, αλλά και όταν ανάγεται στην ύπαρξη ή μη εξουσίας του να επιληφθεί της κυρίας υποθέσεως που συνιστά το ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεχόμενο υλική αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κρίνει και για την ύπαρξη ή ανυπαρξία εξουσίας του ιδίου να επιληφθεί της κυρίας υποθέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 525, 527, 534, 535 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει την ίδια υπόθεση, επί της οποίας αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο, μέσα στα όρια που διαγράφει η έφεση, τα αιτήματα και οι ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, ενώ η απόφασή του πολλές φορές ενσωματώνει την πρωτόδικη ή υποκαθιστά την κρίση του πρωτοδικείου.

Θα ήταν αντιφατικό να ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Εφετείου που έκρινε την αρμοδιότητά του να εκδικάσει την έφεση και να μη ελέγχεται η κρίση του περί της αρμοδιότητας αυτού του ιδίου και του πρωτοδικείου να δικάσει την κυρία υπόθεση. Αυτή άλλωστε ήταν και η βούληση του ιστορικού νομοθέτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Συντακτική Επιτροπή του ΚΠολΔ, κατά τη συνεδρίαση της 17.5.1938, αφού έγινε ομόφωνα δεκτή η πρόταση του Εισηγητή Γ.

Ράμμου ως προς τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως (όπως αυτή διατηρείται και στο ισχύον κείμενο), διευκρινίστηκε "ότι υπό τας εν τη προτάσει σημειουμένας διαστίξεις θα χωρή αναίρεσις, ου μόνον κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και του κατ’ έφεσιν δικάζοντος τοιούτου, αδιαφόρως αν αύτη επεκύρωσεν ή μετερρύθμισεν την απόφασιν του πρωτοβαθμίου, όπερ είχε κηρύξει εαυτό αρμόδιον ή αναρμόδιον" (Σχέδιον Πολ.

Δικονομίας τομ. 3 σελ. 288). Επίσης, προς τούτο συνηγορούν και τα εξής: 1) Αν γίνει δεκτή η εκδοχή ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται αποκλειστικά και μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου, τότε στην περίπτωση που για πρώτη φορά το Εφετείο αυτεπαγγέλτως αποφαίνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν υλικά αναρμόδιο και παραπέμπει την υπόθεση στο υλικά αρμόδιο η απόφαση (του Εφετείου) θα παρέμενε απρόσβλητη και ο έλεγχος ενδεχόμενου λάθους της θα ματαιωνόταν. 2) Η αντίθετη άποψη καταλήγει να επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο μόνον για τις αποφάσεις του πρώτου βαθμού που τελεσιδικούν, αποκλείοντας τις αποφάσεις του δευτέρου βαθμού μολονότι το άρθρο 553 Ι περ.

α ΚΠολΔ επιτρέπει την αίτηση αναίρεσης εναντίον τελεσίδικων αποφάσεων που παραπέμπουν την υπόθεση σε άλλο, θεωρούμενο αρμόδιο δικαστήριο, λόγω αναρμοδιότητας καθ’ ύλην χωρίς διάκριση πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, έτσι ώστε στις προσβλητές αποφάσεις να περιλαμβάνονται και εκείνες των εφετείων που εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη λόγω αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο κατ’ άρθρο 535

ΙΙ εδ. α ΚΠολΔ. 3). Περαιτέρω, ο ν. 1418/1984 που κωδικοποιήθηκε με τον ν.3669/2008 (ήδη καταργήθηκε με το ν. 4412/2016) όριζε στο άρθρο 1 ότι: "1. Τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. 2 Τα δημόσια έργα εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και υλοποιούν επιλογές του δημοκρατικού προγραμματισμού. 3.

Από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν φορείς του δημόσιου τομέα και συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση (όπως το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2229/1994)...", στο άρθρο 2 ότι: "Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) και του εκάστοτε αρμόδιου υπουργού είναι δυνατόν έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων να εξαιρούνται διατάξεων του παρόντος (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2229/1994)..." και στο άρθρο 13 ότι: "1.

Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επομένων παραγράφων... (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ.

α’ του ν. 3481/2006). 2. Αρμόδια δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται..." Επίσης, ν. 716/1977, που ίσχυε μέχρι την κατάργησή του από το ν. 3316/2005, όριζε στο άρθρο 1 ότι "Ο παρών νόμος καθορίζει τους όρους και την διαδικασίαν της εις ιδιώτας μελετητάς και αναθέσεως και της υπό τούτων εκπονήσεως μελετών δια λογαριασμόν του Δημοσίου, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Δημοσίων Επιχειρήσεων και λοιπών Οργανισμών Δημοσίου ενδιαφέροντος, όταν αι μελέται αύται δεν εκπονούνται απ’ ευθείας υπό του προσωπικού τούτων", στο άρθρο 2 ότι: "Εν τω παρόντι Νόμω νοούνται ως: 1. "Μελέτη":

Πάσα επιστημονική και τεχνική εργασία και έρευνα αποβλέπουσα εις την κατασκευήν ή μη τεχνικού έργου ή εις τον σχεδιασμόν και την απεικόνισιν προγραμμάτων και μεθόδων αναπτύξεως του ευρύτερου χώρου δια της κατασκευής ή μη τεχνικών έργων" και στο άρθρο 23 παρ. 2 ότι "Αι διατάξεις του άρθρου 18 του αυτού Ν.Δ. 1266/1972 δύναται να εφαρμόζωνται και επί συμβάσεων εκπονήσεως μελετών".

Ακολούθως, ο ν. 3316/2005, που αντικατέστησε τον ν. 716/1977 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το ν. 4412/2016, όριζε στο άρθρο 1 ότι: "Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι παρακάτω όροι έχουν τις αντίστοιχες έννοιες: 1. "Δημόσια σύμβαση" είναι η έγγραφη σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας, η οποία συνάπτεται μεταξύ αναθέτουσας Αρχής της παραγράφου 9 και αναδόχου της παραγράφου 19 και έχει ως αντικείμενο την εκπόνηση μελέτης ή την παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού, όπως αυτή ορίζεται στις κείμενες διατάξεις, καθώς και την παροχή υπηρεσιών άλλων ελευθέριων επαγγελμάτων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2.

Οι δημόσιες συμβάσεις του νόμου αυτού διακρίνονται σε συμβάσεις εκπόνησης μελετών και παροχής υπηρεσιών. 2. α) "Μελέτη" είναι το αποτέλεσμα συστηματικής και αναλυτικής επιστημονικής και τεχνικής εργασίας και έρευνας σε συγκεκριμένο απλό ή σύνθετο γνωστικό αντικείμενο, που αποβλέπει ιδίως στην παραγωγή τεχνικού έργου ή στην επέμβαση σε τεχνικό έργο ή αφορά στο σχεδιασμό και την απεικόνιση τεχνικού έργου ή παραγωγικής διαδικασίας ή σε μεθόδους ανάπτυξης και σχεδιασμού του ευρύτερου χώρου.

Η μελέτη έχει την έκταση και το βάθος που απαιτείται με τη σύμβαση, απεικονίζεται δε και παραδίδεται στην αναθέτουσα Αρχή με συγκεκριμένη συμφωνημένη μορφή, β) "Σύμβαση παροχής υπηρεσιών" είναι η σύμβαση στην οποία η παροχή του αναδόχου συνίσταται στην προσφορά γνώσεων και ικανοτήτων, με τη διάθεση κυρίως συγκεκριμένου επιστημονικού προσωπικού και άλλων μέσων επί ορισμένου χρόνου, που προσδιορίζεται είτε ημερολογιακά είτε σε συνάρτηση με ορισμένο γεγονός της διαδικασίας παραγωγής έργου...", στο άρθρο 2 ότι: "1.

Ο νόμος αυτός ρυθμίζει τη σύναψη και εκτέλεση όλων των δημοσίων συμβάσεων, ανεξαρτήτως αξίας, για την εκπόνηση μελετών και παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού και άλλων ελευθερίων επαγγελμάτων των κατηγοριών των μελετών της παραγράφου 2... 2. Οι μελέτες ή και υπηρεσίες επίβλεψης μελετών και έργων, ανάλογα με το αντικείμενο τους, διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες: ... (28) Μελέτες συστημάτων πληροφορικής και δικτύων", και στο άρθρο 41 παρ. 14 ότι: "14.

Για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων του άρθρου 1, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23 Α’ ), όπως ισχύουν κάθε φορά. Αρμόδια δικαστήριο είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία υπογράφηκε η σύμβαση.

Παρέκταση της αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: α) Ότι ως "δημόσια έργα" από τεχνική άποψη δεν είναι μόνο όσα συνδέονται με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, αλλά και "κάθε οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση".

Αυτό προκύπτει ιδίως από το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1418/1984, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2229/1994. Ειδικότερα, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής, πριν την αντικατάστασή του, όριζε ότι: "Ως έργο νοείται κάθε νέα - κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή και συντήρηση και κάθε σχετική ερευνητική εργασία που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση", ενώ με την αντικατάσταση προστέθηκε στην έννοια του δημοσίου έργου και "κάθε οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία".

Η τελευταία αποσυνδέεται νοηματικά από την προϋπόθεση σύνδεσης με το έδαφος και επομένως δεν προϋποθέτει αναγκαστικά κατασκευή συνδεόμενη με το έδαφος. β) Ως "μελέτη", με την έννοια των ν. 716/1977 και 3316/2005, νοείται πλην άλλων και η μελέτη πληροφορικής και δικτύων. γ) Όλες οι διαφορές που απορρέουν από συμβάσεις με αντικείμενο την εκτέλεση δημοσίων έργων ή μελετών, οι οποίες έχουν ανατεθεί σε ιδιώτες από νομικά πρόσωπα που ανήκουν στο δημόσιο τομέα επιλύονται με προσφυγή που απευθύνεται στο Εφετείο.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι μεν παραδεκτός πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους εξής λόγους: Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της, αντικείμενο της συμβάσεως έργου, που η (αποτελούσα φορέα του δημόσιου τομέα κατά το άρθρο 14 του ν. 2190/1994) αναιρεσίβλητη ανέθεσε στην αναιρεσείουσα και από την εκτέλεση της οποίας προέκυψε η ένδικη διαφορά, ήταν η εκπόνηση μελέτης εφαρμογής-ανάλυση απαιτήσεων όλου του αναγκαίου εξοπλισμού, των υποδομών και λογισμικού συστήματος, που απαιτείται για την αδιάλειπτη λειτουργία του Περιφερειακού Κέντρου Δεδομένων (ΠΚΔ) και των πληροφοριακών συστημάτων όλων των μονάδων υγείας (νοσοκομεία, κέντρα υγείας, περιφερειακά ιατρεία), καθώς και η προμήθεια, εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία πληροφοριακού συστήματος.

Επομένως, με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη σύμβαση συνιστά μικτή σύμβαση α) μελέτης (εφαρμογής) πληροφορικής κατά την έννοια του ν. 716/1977 και του ν. 3316/2005 και β) δημόσιου έργου, συνιστάμενου στην κατασκευή του ανωτέρω πληροφοριακού συστήματος, που ναι μεν δεν αποτελεί έργο συνδεόμενο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, συνιστά όμως "τεχνικά αυτοτελή λειτουργία" με την έννοια του άρθρου 1 ν. 1418/1984, που επίσης εντάσσεται στην έννοια του δημόσιου έργου και γι’ αυτό αρμόδιο για την εκδίκαση κάθε διαφοράς από την εκτέλεσή του είναι το πενταμελές εφετείο.

Κατ’ ακολουθίαν, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι οι διαφορές από τη σύμβαση αυτή υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου με πενταμελή σύνθεση, σύμφωνα με τις αντίστοιχες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2 του ν. 716/1977, 41 παρ. 14 ν. 3316/2005 και 13 ν. 1418/1984 (77 ν. 3669/2008) .

3.- Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι καθ’ ύλην αρμόδιο ή αναρμόδιο, δεν ιδρύεται ούτε ο από τον αριθμό 1 ούτε από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 λόγος αναιρέσεως, που προϋποθέτει την πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι οι σχετικές με την καθ’ ύλη αρμοδιότητα διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν μεταβάλλεται από το ότι το δικαστήριο την κρίση του περί της αρμοδιότητας ή της αναρμοδιότητας αυτού ή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε, αφού τελικά με την απόφασή του δεν επιλύεται τίποτε άλλο παρά μόνο το δικονομικό ζήτημα του αρμόδιου για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ’ ύλην δικαστηρίου (ΑΠ 1477/2013, ΑΠ 257/2001).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 1 ν. 1418/1984 (1 ν. 3669/2008) για την έννοια του δημοσίου έργου, τον οποίο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε κρίνοντας ότι το αγωγικό έργο συνιστά δημόσιο έργο, αυτό δε είχε ως αποτέλεσμα να κριθούν, επίσης εσφαλμένα, εφαρμοστέοι οι δικονομικοί ορισμοί του άρθρου 13 του ίδιου νόμου (77 ν. 3669/2008) και όχι το άρθρο 18 ΚΠολΔ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αγωγής ήταν το πενταμελές εφετείο και το όχι το πολυμελές πρωτοδικείο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού εκτίμησε το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, έκρινε ότι οι αναφερόμενες στην ιστορική της βάση αξιώσεις γεννήθηκαν από την προβαλλόμενη σύμβαση που αποτελεί σύμβαση δημόσιου έργου κατά την έννοια του άρθρου 1 ν. 1418/1984 και συνεπώς ανήκουν στην εξαιρετική υλική αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου κατά το άρθρο 13 του ίδιου νόμου και όχι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Κατόπιν δε αυτού, χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε κριθεί ότι επρόκειτο περί διαφοράς κοινού έργου υπαγόμενης στη συνήθη καθ’ ύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παρέπεμψε την αγωγή στο αρμόδιο Πενταμελές Εφετείο.

Με αυτή τη διαδικαστική εξέλιξη και το ανωτέρω περιεχόμενο, οι προβαλλόμενοι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά τα προεκτεθέντα, αφού αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως σε παραβίαση κανόνα όχι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι σχετικές με την καθ’ ύλη αρμοδιότητα γενικές και ειδικές διατάξεις, τούτο δε δεν μεταβάλλεται από το ότι το Εφετείο την κρίση του περί της αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τη στήριξε σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου άρθρου 1 ν. 1418/1984, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε, αφού τελικά με την απόφασή του το μόνο που επέλυσε ήταν το δικονομικό ζήτημα του αρμόδιου για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ’ ύλην δικαστηρίου και όχι κάποιο ουσιαστικό ζήτημα.

Τέλος, με βάση τα ανωτέρω, ούτε από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αυτοτελώς ή συνδυαστικά με τους αριθμούς 1 και 5, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αφού με το ανωτέρω διατακτικό το Εφετείο δεν κήρυξε κάποια ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

4.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων (ΟλομΑΠ 25/2003, ΟλομΑΠ 3/1997). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνει την αγωγή, δεν αποτελούν πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό αυτό απαιτείται το δικαστήριο της ουσίας να μην έχει εξετάσει καθόλου τον ισχυρισμό. Έτσι, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο, αφού εξετάσει τον ισχυρισμό, τον απορρίπτει για οποιοδήποτε λόγο είτε ρητά είτε εκ του πράγματος, με την περί του αντιθέτου παραδοχή, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 148/2009).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, αν και στο δικόγραφο της αγωγής επικαλούνταν πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο περιεχόμενο και στη φύση της ένδικης σύμβασης έργου επί των οποίων θεμελιωνόταν η υλική (λόγω ποσού) αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο παρέλειψε να τα λάβει υπόψη του για τη διαμόρφωση της κρίσης του σχετικά με την εξαιρετική αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου.

Σύμφωνα όμως με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί διότι τα πραγματικά περιστατικά (στοιχεία), που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνει την αγωγή, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 558 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, τα δε περί τον καθορισμό της υλικής αρμοδιότητας σφάλματα μπορούν να προβληθούν μόνο μέσω του λόγου εκ του αριθμού 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη το ιστορικό περιεχόμενο της ένδικης αγωγής σχετικά με τη περιγραφή του ένδικου έργου, καθώς και ότι προέβη στην επισκόπηση της επίμαχης σύμβασης έργου, καταλήγοντας όμως στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δημόσιο έργο κατά την έννοια του άρθρου 1 ν. 1418/1984 και συνεπώς οι εξ αυτού διαφορές ανήκουν στην υλική αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου κατά το άρθρο 13 του ίδιου νόμου και όχι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 18 ΚΠολΔ.

5.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.6.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2113/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ