Legislator Case Law & Legislation
1476/2014 AI generated

1476/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1476/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1476/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά απ' όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων για την άσκηση της (άρθρο 495 § 4 του ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπερ της αναιρεσίβλητης, λόγω της μη εμφάνισης της και της υποβολής σχετικού αιτήματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1476 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1476/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... της Περιφέρειας ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντάλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ. του Σ., κατοίκου ... της Περιφέρειας ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φιλιατών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-10-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της ως άνω αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη της § 2 του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αντίδικος εκάστου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλουμένη και προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα Ι. Κ. του Α. υπ'αρ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας Α. Σ. Μ., ακριβές αντίγραφο της από 21-10-2013 αίτησης του ανωτέρω για αναίρεση της υπ'αρ. 36/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση της αναιρεσίβλητης για παράσταση αυτής κατά τη συζήτησή της, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην τελευταία. Αυτή όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου του, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο αυτό μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε κατέθεσε δήλωση μη εμφάνισής της κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία αναιρετικής δίκης (άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως το Δικαστήριο αυτό πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης που έχει νόμιμα κλητευθεί.

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές Ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των αρθρ. 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία, δεν απαιτείται, για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου χρησικτησίας (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251 και 1094 ΑΚ, συνάγεται ότι η διεκδικητική αγωγή, η οποία έχει ως περιεχόμενο αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το χρόνο της κατάληψης του πράγματος, δηλαδή όταν προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας, με τη δημιουργία πραγματικής κατάστασης αντιτιθεμένης σ' αυτό, όποτε γεννιέται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. "Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 30,40 τ.μ, βρίσκεται στο δδ ...

δήμου ... και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 2,20 μέτρα με υπόλοιπο ακινήτου ενάγουσας, ανατολικά σε πλευρά μήκους 9,20 με οικία ενάγουσας και σε πλευρά μήκους 3,25 με υπόλοιπο οικόπεδο ενάγουσας, νότια σε πλευρά μήκους 2,45 μ με οικόπεδο εναγομένου και δυτικά σε πλευρά μήκους 12,30 μέτρων με οικόπεδο εναγομένου.

Η εν λόγω έκταση, η οποία φέρει μορφή ορθογώνιου παραλληλόγραμμου (λωρίδας) παρεμβάλλεται μεταξύ της νέας (από του έτους 1980) οικίας της ενάγουσας και του όμορου οικοπέδου του εναγομένου, αποτελεί δε τμήμα μείζονος οικοπεδικού τμήματος, εμβαδού 357 τμ, το οποίο αγόρασε άτυπα η ενάγουσα το έτος 1952 από τον Η.

Κ., μαζί με το ήμισυ, προς ανατολάς, μίας διώροφης (ισογείου και ορόφου) παλαιάς οικίας, ορίζεται δε (το μείζον οικοπεδικό τμήμα) βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Κ., νότια με ιδιοκτησία εναγομένου, ανατολικά με δημοτική οδό και ιδιοκτησία εναγομένου και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Τ. και ιδιοκτησία εναγομένου. Ειδικότερα, η ενάγουσα αγόρασε το μισό προς ανατολάς της προαναφερθείσας παλαιάς οικίας με το αντίστοιχο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου, το οποίο (οικοπεδικό τμήμα ενάγουσας) στην δυτική του πλευρά οριοθετούταν με νοητή γραμμή που ξεκινούσε από το ήμισυ της πόρτας της παλαιάς οικίας και κατέληγε σχεδόν κάθετα στην νότια πλευρά του παραπάνω οικοπέδου και ειδικότερα στο σημείο που εμφανίζεται με το στοιχείο Μ στο συνημμένο στην αγωγή, από Σεπτεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.

Ο., αποτελούσης έτσι της νοητής αυτής γραμμής του διαχωριστικού ορίου του ανατολικού οικοπεδικού τμήματος της ενάγουσας από το δυτικό οικοπεδικό τμήμα, το οποίο λίγο αργότερα αγόρασε άτυπα ο πατέρας του εναγομένου. Η ενάγουσα από της αγοράς του παραπάνω οικοπεδικού τμήματος (το έτος 1952) εγκαταστάθηκε σε ολόκληρη την έκταση των 357 τ.μ, στην οποία περιλαμβάνεται και ο επίδικος χώρος των 30,40 τ.μ, όπως πιο πάνω περιγράφεται, την οποία (μείζονα έκταση) νέμεται, ασκώντας όλες τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και στον προορισμό της, ήτοι διατηρούσε κήπο έμπροσθεν του τμήματος της παλαιάς οικίας και το έτος 1980 ανήγειρε, νοτιότερα του παραπάνω κήπου της, την νέα οικία της, της οποίας ο δυτικός τοίχος εφάπτεται στην επίδικη λωρίδα (βλ.

προαναφερθέν και συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, από της εγκαταστάσεως της στο οικοπεδικό της τμήμα νεμόταν και την επίδικη έκταση. Ειδικότερα, έβαζε ξύλα, διατηρούσε κήπο, συνέλεγε τους καρπούς από μια παλιά αμυγδαλιά. Ακόμη, από το σημείο μεταξύ του δυτικού τοίχου της νέας της οικίας και.

μιας παλιάς ξερολιθιάς (που τέμνει κάθετα το όμορο οικοπεδικό τμήμα του εναγομένου και καταλήγει στην δυτική πλευρά της επίδικης λωρίδας) και που σήμερα είναι κλεισμένο, από τον εναγόμενο, με τσίγκους, διερχόταν (η ενάγουσα) για να εισέλθει στο επίδικο και να προβεί στις παραπάνω πράξεις νομής και κατοχής.

Έτσι η ενάγουσα έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου με το συνεχόμενο ακίνητο, ολικής έκτασης 357 τ.μ περίπου, με τους κανόνες της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045 του ΑΚ) εφόσον το νέμεται από το έτος 1 952. Ενώ όμως έτσι έχουν τα πράγματα, ο εναγόμενος, αρχής γενομένης από το έτος 1993, παράνομα ενεργώντας, από το προαναφερόμενο ακίνητο των 357 τ.μ, άρχισε να καταλαμβάνει την εδαφική λωρίδα μεταξύ του δυτικού τοίχου της νέας οικίας της εναγομένης και του ακινήτου του, ήτοι το επίδικο τμήμα (λωρίδα) των 30,40 τ.

μ, όπως το τμήμα αυτό περιγράφεται πιο πάνω. Ειδικότερα, το έτος 1993 κατέλαβε το νοτιοδυτικό τμήμα της επίδικης-λωρίδας με τμήμα της όμορης αποθήκης) και, εν συνεχεία, λίγα χρόνια μετά, έκοψε την αμυγδαλιά και φύτεψε τα δύο δένδρα (λεμονιά και πορτοκαλιά) μπροστά από τον δυτικό τοίχο της οικίας της ενάγουσας, εκμεταλλευόμενος την απουσία της τελευταίας για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Αθήνα, τόπο κατοικίας των θυγατέρων της.

Παράλληλα, έφραξε με λαμαρίνες την δίοδο από την ξερολιθιά μέχρι τον δυτικό τοίχο της οικίας της ενάγουσας, κλείνοντας έτσι την είσοδο της ενάγουσας στο μέχρι πρότινος κήπο της, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος νέμεται το επίδικο ακίνητο πριν το 1963. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχτηκε, καθώς από την σχετική προσκομιζόμενη φωτογραφία εμφανίζεται με ευκρίνεια ο δυτικός τοίχος της νέας οικίας της ενάγουσας, η ξερολιθιά και στην συνέχεια αυτής οι λαμαρίνες που φράζουν την δίοδο καθώς και τα δύο εσπεριδοειδή δέντρα και από την οποία συνάγεται ότι η ηλικία των δέντρων αυτών δεν υπερβαίνει την ηλικία των 15 ετών και φυτεύτηκαν μετά το 1993, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι είναι γέρικες και καχεκτικές, καθόσον φυτεύτηκαν το 1975 (βλ.

κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης). Αλλά και ο ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου, ότι ο ίδιος βρίσκεται στη νομή του επίδικου ακινήτου από το έτος 1963 και επομένως η αξίωση της αντιδίκου του να της αποδοθεί αυτό έχει παραγραφεί τυγχάνει αβάσιμος, αφού ο εναγόμενος προέβη στην κατάληψη του επίδικου ακινήτου το έτος 1993".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το δικάσαν ως Εφετείο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταλήξει σε όμοιο αποτέλεσμα (είχε κάνει δεκτή την εκδικασθείσα απ' αυτό ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη, μετ' απόρριψη της ένστασης παραγραφής που πρότεινε ο τότε εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων) κατέληξε στην απόρριψη κατ'ουσίαν της επι 20-4-2011 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 12/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Φιλιατών. 'Ετσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας δεν παραβίασε ούτε τους προαναφερόμενους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 249, 251, 271, 974 και 1045 του ΑΚ που εφάρμοσε υπάγοντας σε αυτούς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα απ'όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σχετικά για το κρίσιμο ζήτημα της κτήσης της κυριότητας επι του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα - εφεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία.

Έλαβε δε υπόψη του το ίδιο ως άνω δικαστήριο και τα σχετικά διδάγματα κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 19,20 και 26 §3 του ν.δ. 8/1973 "περί Γενικού Οικονομικού Κανονισμού", ως τελευταία η οποία ίσχυσε και μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 1577/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός και τoν ν. 1772/1988 "Τροποποίηση διατάξεων του ν. 1577/1985" τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης (επι του αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ καθ'ό μέρος αναφέρεται στην παραβίαση των συναλλακτικών ηθών ως προς το ζήτημα της οριοθέτησης ομόρων ιδιοκτησιών είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ο αναιρεσίων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ τη φερόμενη ως παραβιασθείσα νομική διάταξη που παραπέμπει στο περιεχόμενο των συναλλακτικών ηθών και την υπαγωγή σ'αυτήν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, δοθέντος ότι αντικείμενο της παράβασης δεν είναι τα συναλλακτικά ήθη, ως δευτερογενής πηγή του κανόνα δικαίου, αλλά η νομική διάταξη που παραπέμπει σ'αυτήν.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τις αναφερόμενες στο εν λόγω άρθρο περιοριστικές τέσσερις περιπτώσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται όμοια με εκείνη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση κατά των λοιπών, πλην των ανωτέρω αποφάσεων, αν το δικαστήριο υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας υπέπεσε στην από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν εξέτασε τις ενστάσεις της ιδίας κυριότητας του επι του επιδίκου ακινήτου και της παραγραφής του δικαιώματος της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επι του επιδίκου ακινήτου, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα απορριπτέος ως απαράδεκτος. Για τον ίδιο λόγο, δηλονότι της μη πρόβλεψης από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης σε σχέση με την εκτίμηση και αξιολόγηση από το δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σ'αυτό, όπως προβλέπεται από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επι των αναιρέσεως κατά των λοιπών πλην των αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αποφάσεως, στις οποίες εμπίπτει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο προβαλλόμενος εμμέσως από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης στον οποίο και εμπεριέχεται.

Μετά απ' όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων για την άσκηση της (άρθρο 495 § 4 του ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπερ της αναιρεσίβλητης, λόγω της μη εμφάνισης της και της υποβολής σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-10-2013 αίτηση του Ι. Κ. του Α., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 36/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε ο ως άνω αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ