1476/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου (Α. Μ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14836/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2981/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 2046/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1373/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1476/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, σύμφωνα με το άρθρο 580§3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από τον νόμο 4055/2012, αφού η υπόθεση συζητήθηκε στις 7-3-2012, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου (2-4-2012, Ολ.ΑΠ 4/2012).
Full text
Απόφαση 1476 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1476/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. χας Ν. Κ., το γένος Π. Μ., 2. Ζ. συζ. Χ. Κ., το γένος Π. Μ., 3. Ι. Μ. του Π., 4. Α. Μ. του Π., 5. Δ. Μ. του Π. και 6. Θ. χας Ν. Π., το γένος Π. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Κοκκίνη-Ευθυμιοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. χας Α. Μ., το γένος Α. Δ., 2. Ν. Μ. του Α., 3. Α. Μ. του Α., και 4. Σ. συζ. Μ. Σ., το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., ως μοναδικών πλησιεστέρων συγγενών και νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Μ. του Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμο, ο οποίος ανακάλεσε την από 2-3-2012 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου (Α. Μ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14836/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2981/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 2046/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1373/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, τον δεύτερο και τρίτο, κατά το μέρος λόγους.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, που τον προβλέπει, αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτήν, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο.
Και αυτό για να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής λύση που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο. Εξάλλου, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", β) Στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές", γ) Στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση... ".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα κεφάλαια της που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαιά ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της αποφάσεως, οπότε συναναιρούνται.
Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν (όχι όμως και πάντοτε) καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής αποφάσεως. Και στην περίπτωση αυτήν, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Με την από 9/12/2002 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων Α. Μ., που απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τους αναιρεσιβλήτους, εζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος κατά το 1/5 εξ' αδιαιρέτου των στην αγωγή αυτή περιγραφομένων κληροτεμαχίων και ενός οικοπέδου, και ειδικότερα του υπ' αριθμ. 94 Α' Κατηγορίας, εμβαδού 2000 τ.μ. , του υπ' αριθμ. 472 Β' κατηγορίας, εμβαδού 6.500 τ.μ., του υπ' αριθμ. 978 Γ Κατηγορίας, εμβαδού 7.812 τ.μ., του υπ' αριθμ. 824 Δ' κατηγορίας, εμβαδού 7.239 τ.μ.
και του υπ' αριθμ. 281 οικοπέδου, εμβαδού 770 τ.μ., επικαλούμενος προς θεμελίωση της αγωγής του αυτής την έκτακτη χρησικτησία. Επί της εν λόγω αγωγής εξεδόθη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ' αριθμ. 14836/2004 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και, μετά από έφεση των αναιρεσειόντων εναγομένων, η υπ' αριθμ.2981/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε ομοίως με την εκκληθείσα, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 7/3/2006 αναίρεση και επ' αυτής εξεδόθη η 2046/2007 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, δια της οποίας έγινε δεκτός εν μέρει ο αναιρετικός λόγος που αφορούσε πλημμέλεια της άνω αποφάσεως του Εφετείου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, λόγω της υπό του ενάγοντος μεταβιβάσεως του επιδίκου ιδανικού μεριδίου, προ της ασκήσεως της αγωγής, στα τέκνα του (δεύτερο, τρίτο και τετάρτη εκ των αναιρεσιβλήτων) με το υπ' αριθμ. .../2000 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζγουρούλας Σουγιουλτζή.
Ειδικότερα, με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου εκρίθη, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού αναιρετικού λόγου, κατά το ένα μέρος του, ότι η ένδικη αγωγή ως προς ορισμένα μόνον από τα επίδικα ακίνητα και συγκεκριμένα ως προς τα υπ' αριθμ. 472 Β', 978 Γ , 824 Δ' και 281, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εξ' αιτίας της διά του υπ' αριθμ. .../2000 συμβολαίου γονικής παροχής γενομένης μεταβιβάσεως της κυριότητος του επιδίκου ιδανικού μεριδίου, ενώ για το υπ' αριθμ. 94Α, κατηγορίας ακίνητο απέρριψε τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο, για το σ' αυτή -απόφαση-ειδικότερα μνημονευόμενο λόγο.
Για το τελευταίο, όμως, ακίνητο εδέχθη ως βάσιμο τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, διότι δεν προέκυπτε από την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο γιά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της εκτάκτου χρησικτησίας, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες εναγομένους προσαχθέντα έγγραφα, όπως μνημονεύονται στην αναιρετική αυτή απόφαση.
Έτσι, από την εν λόγω αναιρετική απόφαση παρήχθη δεσμευτικότητα για το δικαστήριο της παραπομπής μόνον ως προς το επιλυθέν νομικό ζήτημα του απαραδέκτου της ενδίκου αγωγής, όσον αφορά στα αμέσως ανωτέρω τέσσερα ακίνητα, όχι όμως και όσον αφορά στο υπ' αριθμ. 94Α', για το οποίο ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απερρίφθη ως αβάσιμος.
Αντιθέτως, καμμία δεσμευτικότητα για το δικαστήριο της παραπομπής δεν παρήχθη από την ιδία αναιρετική απόφαση από την παραδοχή του σχετικού με την παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, διότι, δια της εν λόγω παραδοχής, ο Άρειος Πάγος δεν επέλυσε κάποιο νομικό ζήτημα. Μετά την παραδοχή, εν μέρει, των προαναφερομένων αναιρετικών λόγων και την αναίρεση της άνω υπ' αριθμ. 2981/2005 αποφάσεως του Εφετείου, η υπόθεση επανεισήχθη στο ίδιο Εφετείο, το οποίο, στα πλαίσια της δικαιοδοτικής του ερεύνης περί της βασιμότητος της ασκηθείσης ως άνω εφέσεως, και επανακρίνοντας τον δια λόγου εφέσεως προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες περί απαραδέκτου της αγωγής ισχυρισμό για τον ίδιο ως άνω νομικό λόγο και για τα ίδια ανωτέρω τέσσερα επίδικα ακίνητα , έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι παραδεκτή και κατ' ουσίαν βάσιμη και ως προς τα ακίνητα αυτά, έκαστο εκ των οποίων συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της αποφάσεως.
Έτσι, όμως, όπως, έκρινε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν συνεμμορφώθη με την ρηθείσα αναιρετική απόφαση, όσον αφορά το επιλυθέν νομικό ζήτημα του απαραδέκτου της ενδίκου αγωγής για τα ανωτέρω τέσσερα επίδικα ακίνητα. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, είναι βάσιμος.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 368, 1192, 1033, 1041, 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου πρέπει ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και η σχετική συμφωνία ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται η κυριότητα να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί, και ότι, επί ακινήτων δια την επ' αυτών κτήση της κυριότητος με τακτική μεν χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση επί του πράγματος με διάνοια κυρίου, ήτοι νομή αυτού, με καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή.
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980, 981, 982 και 994 και 1884 ΑΚ συνάγεται, ότι ο συγκοινωνός που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει σ αυτούς γνωστή την βούλησή του να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό.
Η αρχή όμως αυτή, προϋποθέτουσα νομίμως υφισταμένη κοινωνία κατά τον χρόνο ενάρξεως της νομής εκ μέρους ενός εκ των συγκοινωνών που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, δεν εφαρμόζεται, όταν οι κοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη διανομή επί επικοίνου ακινήτου, αφού έκτοτε έκαστος εξ αυτών με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σε αυτόν εκ της ατύπου διανομής, καθώς και όταν κάποιος εκ των κοινωνών εξωτερίκευσε την βούλησή του να μην είναι συννομέας του επικοίνου.
Και κατά την διάταξη του άρθρου 983 του ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του νομέως. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της , καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τον με αριθμό .../25.9.1956 τίτλο κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τ. ..., α.α. 343), παραχωρήθηκε στον Ν.
Μ., πατέρα του ενάγοντος (αρχικού εφεσίβλητου) και παππού των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, για την αγροτική του αποκατάσταση γεωργικός κλήρος ευρισκόμενος στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος της άλλοτε Κοινότητας και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος Περαίας του Δήμου Θερμαϊκού Νομού Θεσσαλονίκης αποτελούμενος από τα πιο κάτω κληροτεμάχια: 1) το με αρ. 516 Α' κατηγορίας εκτάσεως 4.937 τ.μ., 2) το με αρ. 94 Α' κατηγορίας εκτάσεως 2.000 τ.μ., που συνορεύει γύρω του με την οδό ...
επί της οποίας έχει πρόσοψη και με τα υπ' αρ. 95, 118 και 93 κληροτεμάχια, 3) το με αρ. 472 Β' κατηγορίας εκτάσεως 6.500 τ.μ., που συνορεύει δυτικά με αγροτικό δρόμο και πέρα απ' αυτόν με τα υπ' αρ. 466, 467 κληροτεμάχια, βόρεια με το υπ' αρ. 471 κληροτεμάχιο, ανατολικά με το υπ' αρ. 475 κληροτεμάχιο και νότια με το υπ' αρ. 473 κληροτεμάχιο, 4) το υπ' αρ. 978 Γ' κατηγορίας εκτάσεως 7.812 τ.μ.
που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο επί του οποίου έχει πρόσοψη, νότια με το υπ' αρ. 979 κληροτεμάχιο, δυτικά με τα υπ' αρ. 936 και 937 κληροτεμάχια και βόρεια με το υπ' αρ. 977 κληροτεμάχιο και 5) το υπ' αρ. 824 Δ' κατηγορίας εκτάσεως 7.239 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με το υπ' αρ. 823 κληροτεμάχιο, ανατολικά με όριο του αγροκτήματος Τριλόφου, νότια με το υπ' αρ. 825 κληροτεμάχιο και δυτικά με αγροτικό δρόμο επί του οποίου έχει πρόσοψη.
Ακόμη με τον με αριθμό 136.959/8.12.1970 τίτλο κυριότητας του Διοικητή της ΑΤΕ, που νόμιμα μεταγράφηκε (τ. ..., α.α 75 στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης) παραχωρήθηκε στον ίδιο κληρούχο (Ν. Μ.) το υπ' αρ.281 οικόπεδο εκτάσεως 770 τ.μ., που βρίσκεται στην επικοισθείσα περιοχή του συνοικισμού της άλλοτε Κοινότητας και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος Περαίας του Δήμου Θερμαϊκού Νομού Θεσσαλονίκης στο υπ' αρ. 46 Ο.Τ.
και συνορεύει δυτικά με οδό Κύπρου, επί της οποίας έχει πρόσοψη, βόρεια με το υπ' αρ. 279 οικόπεδο, ανατολικά με το υπ' αρ. 282 οικόπεδο και νότια με το υπ' αρ. 283 οικόπεδο. Την εν λόγω παραχώρηση των παραπάνω ακινήτων στον αρχικό κληρούχο, ομολογούν πλήρως και οι εφεσίβλητοι εναγόμενοι. Ό ανωτέρω Ν. Μ. κατείχε και νεμόταν τα προαναφερθέντα κληροτεμάχια από το 1932, οπότε του παραχωρήθηκε η νομή τους δυνάμει του από 29.8.1932 παραχωρητηρίου της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, καλλιεργώντας αυτά με τη βοήθεια του ενάγοντος, ο οποίος ήταν ο μικρότερος σε ηλικία, ανήλικος τότε (έτος γεννήσεως 1915) γιος του, διέμενε δε με τους γονείς του (Ν.
και Ζ. Μ.) στην πατρική οικία έχοντας αναλάβει και την υποχρέωση της εν γένει φροντίδας τους, δεδομένου ότι οι υπόλοιποι αδελφοί του, Π., Α., Α. και Χ. ήταν τότε ενήλικοι και διέμεναν με τις οικογένειες τους. Ο παραπάνω κληρούχος απεβίωσε την 4-2-1944 και άφησε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους την ανωτέρω σύζυγο του και τα προαναφερθέντα πέντε παιδιά του, ενώ μετά το θάνατο και της συζύγου του την 11.11.1958 μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πιο πάνω Ν.
Μ. και της συζύγου του έμειναν τα ανωτέρω πέντε παιδιά του (ενάγων, Π. συζ. Α.Μ. -μητέρα των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, Α. Μ., Α. συζ. Ζ. Δ. και Χ. Μ.) καθένας σε ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου. Μετά το θάνατο του παραπάνω κληρούχου Ν. Μ. την 4-2-1944 ο ενάγων καλλιεργούσε πλέον και εκμεταλλευόταν τα πιο πάνω κληροτεμάχια αποκλειστικά για λογαριασμό του έχοντας την προφορική σύμφωνη γνώμη τόσον της μητέρας του Ζ.
όσον και των παραπάνω αδελφών του, ώστε να μπορέσει να συντηρήσει την οικογένεια του, γιατί δεν του είχε παραχωρηθεί αυτοτελώς ατομικός κλήρος, ενώ τα ανωτέρω αδέλφια του είχαν δικαιωθεί γεωργικού κλήρου για την προσφυγική τους αποκατάσταση, εξακολουθούσε δε να διαμένει με τη μητέρα του στην πατρική οικία, η οποία ήταν κτισμένη στο υπ' αρ. 281 οικόπεδο.
Περί το έτος 1950 ο ενάγων ανήγειρε στο υπ' αρ. 94 κληροτεμάχιο με δικές του δαπάνες α) μια ισόγεια οικία επιφανείας 65 τ.μ., όπου έκτοτε διαμένει με την οικογένειά του, β) ένα ισόγειο κατάστημα επιφανείας 120 τ.μ., που ήδη λειτουργεί ως φούρνος, επί του οποίου ανήγειρε ο γιος του Ν. το 1975 μετά την ένταξη του παραπάνω κληροτεμαχίου στο ρυμοτομικό σχέδιο το 1969 ένα διαμέρισμα επιφανείας 120 τ.μ., όπου αυτός διαμένει με την οικογένεια του, ενώ στο ίδιο ακίνητο (αρχικά κληροτεμάχιο και ήδη οικόπεδο) ανοικοδόμησε ο ίδιος (ο γιος του ενάγοντος Ν.) το 1969 μια λαμαρινοσκεπή αποθήκη, επιφανείας 140 τ.μ., δίπλα στα πιο πάνω κτίσματα.
Η ως άνω συμφωνία όλων των παραπάνω αδελφών για την αποκλειστική χρήση από τον ενάγοντα για δικό του λογαριασμό και κατοχή όλου του κλήρου του πατέρα τους επικυρώθηκε κατ' ουσίαν και εγγράφως με τη σύνταξη και υπογραφή του με αριθμό .../10-1-1961 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Φιλιππίδη, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν στην παρούσα δίκη οι εφεσίβλητοι, με το οποίο παρείχαν οι εκ των παραπάνω αδελφών Α.
Μ., Π. Μ. (μητέρα των ήδη εκκαλούντων), καθώς και οι κληρονόμοι του ήδη αποβιώσαντος αδελφού του Χ. (η σύζυγος του Κ. και τα παιδιά του Ν. και Α.) στον ενάγοντα την πληρεξουσιότητα να πωλήσει και να μεταβιβάσει τα παραπάνω ακίνητα είτε σε τρίτους είτε με αυτοσύμβαση στον εαυτό του, συμφωνήθηκε όμως ότι το υπ' αρ. 516 προαναφερθέν κληροτεμάχιο θα περιέρχεται στην αδελφή του Π.
Μ., όπως και ακολούθως έγινε, καθόσον αυτό πωλήθηκε και το τίμημα έλαβε μόνο αυτή, όπως ρητά κατέθεσε ο μάρτυρας αποδείξεως Ν. Μ. αλλά και συνομολογούν οι εκκαλούντες με το δικόγραφο της έφεσής τους (μέσον 6ης σελίδας), συναίνεσε δε σιωπηρά στη συμφωνία αυτή και η αδελφή τους Α. συζ. Ζ. Δ.. Μετά την κατά ανωτέρω εν μέρει άτυπη διανομή και εν μέρει δωρεά του επίδικου κλήρου ο ενάγων καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν αποκλειστικά για λογαριασμό του τα παραπάνω κληροτεμάχια, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τα παραπάνω αδέλφια του, είτε με διαμαρτυρίες είτε με εξώδικες ή δικαστικές ενέργειες τους, ενώ μόνον οι εναγόμενοι-εκκαλούντες το πρώτον την 11-5-1990, δηλαδή μετά μεγάλο διάστημα από το θάνατο της μητέρας τους Π.
Μ. (11-1-1972) απέστειλαν στον ενάγοντα εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στις 18-5-1990 (βλ. την 12683Γ/18-5-1990 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...) επιδιώκοντας την κατ' αυτούς ρύθμιση των κληρονομικών τους διαφορών, στη συνέχεια με την .../9-2-1993 δήλωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ευδοκίας Στρογγύλη αποδέχτηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στα επίδικα ακίνητα, ενώ άσκησαν τις με αριθμό κατάθεσης α) 20134/ΤΠ/3099/3-7-1990 και β) 137/3-1-1995 αγωγές διανομής (οι Ι.
Μ. και Σ. Κ. την πρώτη και μόνο η τελευταία τη δεύτερη), για τις οποίες οι εκκαλούντες, που τις επικαλούνται και προσκομίζουν, δεν αναφέρουν την εξέλιξη των αγωγών αυτών. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο αρχικός ενάγων Α. Μ. αμέσως μετά τη σύνταξη του ως άνω πληρεξουσίου με την με αριθμό .../12-1-1961 δήλωση ενώπιον του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου αποδέχθηκε για λογαριασμό του ίδιου και των αδελφών του Α.
και Π. (δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων) την κληρονομιά των γονέων τους, η δε αποδοχή αυτή έγινε προφανώς για να χρησιμοποιηθεί στην πώληση του 516 κληροτεμαχίου, το τίμημα του οποίου εισέπραξε η δικαιοπάροχος των εκκαλούντων, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. Έτσι ο αρχικός ενάγων, που συνεχώς από το έτος 1961 νεμόταν με διάνοια κυρίου τα επίδικα ακίνητα, κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία και του ποσοστού του 1/5 εξ αδιαιρέτου επ' αυτών, που αναλογεί στη μερίδα της αποβιώσασας μητέρας των εναγομένων Π.
Μ., της οποίας είναι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι εναγόμενοι, ήδη εκκαλούντες, αφού από το έτος 1961, που έλαβε χώρα η άτυπη διανομή μεταξύ όλων των συγκληρονόμων οπότε του παραδόθηκε η νομή μεταξύ άλλων και του παραπάνω μεριδίου της δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων εναγομένων, και μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της απαιτούμενης εικοσαετίας, καθόσον κατά τα εκτεθέντα στη σχετική νομική σκέψη επιτρέπεται η έκτακτη χρησικτησία επί κλήρου αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 228 του Αγροτικού Κώδικα, όπως εν προκειμένω, αλλά και σε κάθε περίπτωση από την 23-5-1968, που επιτρέπεται η έκτακτη χρησικτησία επί κλήρου, παρήλθε ο απαιτούμενος για την έκτακτη χρησικτησία χρόνος.
Εξάλλου και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη δεν απαιτείτο γνωστοποίηση στους λοιπούς συγκυρίους-συγκληρονόμους ότι ο αρχικός ενάγων νέμεται για λογαριασμό του περισσότερα από το ιδανικό του μερίδιο ποσοστά, αφού κατά τα προαποδειχθέντα είχε γίνει εκούσια παράδοση σ' αυτόν της νομής μετά από την εν μέρει άτυπη διανομή και εν μέρει δωρεά του 1961 μεταξύ των συγκληρονόμων και έκτοτε ο ενάγων κατέχων αποκλειστικά τα κοινά ακίνητα σαφώς εκδήλωνε τη βούληση του να νέμεται αυτά αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, οι δε υπόλοιποι που μετείχαν στη σχετική ανωτέρω συμφωνία, μεταξύ των οποίων και η δικαιοπάροχος - μητέρα των εκκαλούντων, αποδέχθηκαν τη βούληση αυτή και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες με το σχετικό σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης τους (μέσον 7ης σελίδας) είναι αβάσιμα, ενώ για την παραπάνω κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτούνταν και το στοιχείο της καλής πίστης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εκκαλούντες, ισχυριζόμενοι ότι δεν υφίσταται η εν λόγω προϋπόθεση.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται ιδίως από τη σαφή και καθ' όλα πειστική κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος ανιψιού του Ν. Μ., (τέκνο του αδελφού του και συγκληρονόμου Χ.), γεννηθέντος το 1931, ο οποίος έχοντας άμεση γνώση και αντίληψη των περιστατικών που βεβαιώνει, καθόσον συμμετείχε στην πιο πάνω κρίσιμη συμφωνία κατά το 1961, ως κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα του Χ. (αδελφού του ενάγοντος) και των λοιπών συγκληρονόμων - τέκνων του κληρούχου, με κατηγορηματικότητα κατέθεσε για την εν λόγω συμφωνία και για το γεγονός ότι η μητέρα των εναγομένων έλαβε τα χρήματα από την πώληση του με αρ. 516 κληροτεμαχίου.
Η αλήθεια της κατάθεσης αυτής του μάρτυρος απόδειξης επιβεβαιώνεται εμμέσως και από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων Ν. Π., εξαδέλφου του ενάγοντος και της μητέρας των εκκαλούντων, ο οποίος πλην άλλων κατέθεσε ότι "... Τα άλλα αδέλφια της Π. χάρισαν το μερίδιο τους στον Ν. Μ." και ότι "Ο Θ. Μ. έχτισε ένα σπίτι το 1960.
Τα λεφτά του τα έδωσε η γυναίκα του", δηλαδή η Παναγιώτα (δικαιοπάροχος των εκκαλούντων - εναγομένων), αλλά και από το προαναφερθέν .../10.1.1961 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Φιλιππίδη, με το οποίο όλοι οι συγκληρονόμοι παρείχαν στον ενάγοντα, όπως προεκτέθηκε πληρεξουσιότητα για πώληση των μεριδίων τους, πράξη στην οποία και δεν θα προέβαιναν αν δεν είχε καταρτισθεί η προαναφερθείσα άτυπη συμφωνία, δεδομένου μάλιστα ότι έκτοτε ουδεμία πώληση έγινε προς τρίτους κάποιου ακινήτου από τα αποτελούντα τον κλήρο, πλην του με αρ. 516 κληροτεμαχίου, που πωλήθηκε για λογαριασμό της μητέρας των εκκαλούντων.
Επίσης η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την αποκλειστική νομή με διάνοια κυρίου των επιδίκων από τον αρχικό ενάγοντα ενισχύεται και από το υπ' αρ. .../8.6.1993 πιστοποιητικό της Κοινότητας Περαίας σχετικά με την καλλιέργεια των ανωτέρω κληροτεμαχίων αποκλειστικά από τον ενάγοντα μετά το θάνατο του κληρούχου πατέρα του (Ν.
Μ.), το οποίο παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη αφού στην παρούσα δίκη το επικαλούνται και το προσκομίζουν οι εκκαλούντες (παρότι πρωτόδικα το είχε επικαλεσθεί ο αρχικός ενάγων), καθόσον η εν λόγω βεβαίωση, δεν έχει μεν ισχύ δημοσίου εγγράφου, αλλά αποτελεί απλή βεβαίωση του Προέδρου της παραπάνω Κοινότητας ως ιδιώτη και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, αφού δεν συντάχθηκε με το σκοπό να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη αλλά σε πολύ προγενέστερο χρόνο (1993).
Πρέπει να σημειωθεί ότι πράγματι 1) οι κληρονόμοι του συγκληρονόμου του ενάγοντος Α. Μ., ήτοι: οι Δ. Μ., Ζ. Μ., Ι. Μ. και Β. Μ. τα έτη 2000 και 2001, με τα .../6-2-2001 και .../7-11-2000 πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ψούνη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, 2) η συγκληρονόμος-αδελφή του ενάγοντος Α. σύζυγος Ζ. Δ. το έτος 1988 με τα με αριθμούς .../28-7-1988 και .../18-7-1988 πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Ευθυμιάδου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, 3) οι κληρονόμοι του συγκληρονόμου του ενάγοντος Χ.
Μ. Ν.-και Α. Μ. (οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους και για λογαριασμό της μητέρας τους Κ.ς) με τα με αριθμούς .../7-11-2000 και .../6-2-2001 πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Ευθυμιάδου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασαν τα ιδανικά τους μερίδια επί των επιδίκων στα τέκνα του ενεφεσίβλητου, και 4) ο ενάγων με τα με αριθμούς .../8-11-2000 και .../6-2-2001 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Περαίας Σγουρούλας Ψούνη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ο αρχικός ενάγων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα τέκνα του το ανήκον στον ίδιο από κληρονομιά 1/5 εξ αδιαίρετου των επίδικων ακινήτων, την οποία προηγούμενα είχε αποδεχθεί, χωρίς στα εν λόγω μεταβιβαστικά συμβόλαια να γίνει λόγος για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Όμως οι παραπάνω μεταβιβάσεις έγιναν προκείμενου και τυπικά να τακτοποιηθεί η υπάρχουσα εκκρεμότητα σχετικά με τα εν λόγω ακίνητα, χωρίς από το γεγονός αυτό να συνάγεται ομολογία του ενάγοντος ότι δεν είχε αποκτήσει κυριότητα στα επίδικα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, καθόσον και στη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ρητά αναφέρονταν ότι οι λοιποί, πλην της δικαιοπαρόχου των εναγομένων, συγκληρονόμοι αναγνώρισαν την αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα και ότι καθ' υπόδειξη του μεταβίβασαν τα ανήκοντα σ' αυτούς μερίδια με συμβολαιογραφικές πράξεις στα τέκνα του, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι για τις εν λόγω μεταβιβάσεις λόγω πωλήσεως καταβλήθηκε το αναγραφόμενο στα συμβόλαια τίμημα στους φερόμενους ως πωλητές, αλλά αντίθετα όπως προαναφέρθηκε και ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγομένων ρητά κατέθεσε ότι τα άλλα αδέλφια χάρισαν το μερίδιο τους στον Ν.
Μ.. Εξάλλου το γεγονός ότι ο ενάγων δεν χρησιμοποίησε το προαναφερθέν .../10-1-1961 πληρεξούσιο για τις προαναφερθείσες μεταβιβάσεις αλλά επέλεξε τον παραπάνω τρόπο προκειμένου να τακτοποίηση την ακίνητη περιουσία του δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτός είχε καταστεί ήδη με τη συμπλήρωση της εικοσαετίας κύριος αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όλες δε οι προαναφερθείσες μεταβιβάσεις έγιναν μετά τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας και την κτήση της κυριότητας των επιδίκων από τον ενάγοντα.
Ούτε αντίθετη από τα παραπάνω κρίση μπορεί να συναχθεί από το ότι κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων ο εφεσίβλητος και τα τέκνα του τους πρότειναν να τους παραχωρήσουν ένα ακίνητο στην περιοχή Δελήμπαση της Περαίας προκειμένου να επιλυθεί συμβιβαστικά η διαφορά τους, για τον οποίο ισχυρισμό καταθέτουν συμπορευόμενοΙ με αυτούς και οι εξετασθέντες με επιμέλεια τους μάρτυρες, καθόσον μόνη η εν λόγω πρόταση δεν αποτελεί και αναγνώριση των επικαλούμενων δικαιωμάτων τους αλλά κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής είναι συνηθισμένο μεταξύ συγγενών να επιδιώκεται η εξώδικη επίλυση των διαφορών.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι πράγματι σχετική αίτηση τρίτων για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας για την πολεοδομική τακτοποίηση του υπ' αριθμ. 94 κληροτεμαχίου απευθύνθηκε κατά όλων των συγκληρονόμων (βλ. προσκομιζόμενη με αρ. κατ. 20658/1998 αίτηση) καθώς και στο Κτηματολόγιο ή στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έντυπα Ε9 δηλώθηκαν τα επίδικα ακίνητα από τους εκκαλούντες με βάση την αποδοχή κληρονομιάς της μητέρας τους, όμως τα περιστατικά αυτά δεν είναι ικανά να στηρίξουν διαφορετική από τα παραπάνω κρίση καθόσον πρόκειται για μεταγενέστερα από την δι' εκτάκτου χρησικτησίας κτηθείσα κατά τα προαποδειχθέντα κυριότητα του αρχικού ενάγοντα-εφεσίβλητου στο ιδανικό μερίδιο της δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων - εναγομένων.
Εξάλλου πρέπει να λεχθεί ότι οι εκκαλούντες - εναγόμενοι ισχυρίζονται με το τελευταίο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης τους ότι δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας του επίδικου ποσοστού εξ αδιαιρέτου γιατί οδηγεί σε ανεπίτρεπτη από τον Αγροτικό Κώδικα κατάτμηση αλλά ο ισχυρισμός τους αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού στην εν λόγω απαγόρευση δεν υπάγεται και η χρησικτησία επί ποσοστού εξ αδιαιρέτου, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι αυτή δεν άγει αναγκαίος σε κατάτμηση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη.
Τέλος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο σχετικός ισχυρισμός του, που περιέχεται στον δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ενόψει του ότι υφίστανται κτίσματα επί των με αριθμό 94 και 281 ακινήτων δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας σ' αυτά με έκτακτη χρησικτησία γιατί δεν έχει συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία δια συμβολαιογραφικού εγγράφου νομίμως μεταγεγραμμένου, καθόσον αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν είναι η αναγνώριση κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία χωριστής κυριότητας επί αυτοτελών διαιρετών χώρων αλλά της κυριότητας ποσοστού εξ αιδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων και η συγκυριότητα επ' αυτών επεκτείνεται και στα υφιστάμενα κτίσματα ως συστατικά του εδάφους αυτών".
Ακολούθως, κατ'επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε καταφατικώς περί της κυριότητος του αρχικού ενάγοντος και μετά την άσκηση της αγωγής αποβιώσαντος Α. Μ., κληρονομηθέντος από τους αναιρεσιβλήτους, κατά ποσοστό 1/5 επί των επιδίκων ακινήτων. Με αυτά, όμως, που εδέχθη και έτσι όπως έκρινε ευθέως και εκ πλαγίου παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ και τούτο διότι, ενώ εδέχθη ότι ο αρχικός ενάγων Α.
Μ., προ της ασκήσεως της αγωγής, με τα υπ' αριθμ. .../2000 και .../2001 συμβόλαια γονικής παροχής, νομίμως μεταγραφέντα, μετεβίβασε το ιδανικό του μερίδιο επί των επιδίκων, που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι το 1/5 εξ αδιαιρέτου στα τρία τέκνα του Ν. Μ., Α. Μ. και Σ. σύζυγο Μ. Σ., και επομένως έπαυσε να είναι κύριος του υπ' αριθμ. 94Α κληροτεμαχίου, στην συνέχεια εδέχθη την ένδικη αγωγή, διά της οποίας ο αρχικά ενάγων εζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του άνω ιδανικού μεριδίου για το εν λόγω κληροτεμάχιο.
Η στην απόφαση δε μνεία ότι η ανωτέρω μεταβίβαση ήταν "τυπική", δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία περί της μη μεταβιβάσεως της κυριότητος του επιδίκου ιδανικού μεριδίου. Επομένως , οι στους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους αναιρέσεως, όπως εκτιμώνται, περιλαμβανόμενες αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 369 1033 και 1192, είναι βάσιμες.
Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, σύμφωνα με το άρθρο 580§3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από τον νόμο 4055/2012, αφού η υπόθεση συζητήθηκε στις 7-3-2012, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου (2-4-2012, Ολ.ΑΠ 4/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Αναιρεί την 1373/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ