Legislator Case Law & Legislation
1476/2011 AI generated

1476/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1476/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1476/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με την παρ. 2 εδ. θ' του αυτού ως άνω άρθρου 7 στοιχ. Β του π.δ. 229/1994, ορίζεται, εκτός άλλων, ότι ο οδηγός του εντεταγμένου στο ΚΤΕΛ υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελεί καθ' οδόν και χρέη εισπράκτορος, έχοντας επομένως υποχρέωση εκτελέσεως των προαναφερομένων καθηκόντων του εισπράκτορος.

Keywords

AI generated
common transport policy transit charge taxi operating license Union transit commuter allowance offences against public transport
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1476 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1476/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Σωτήριο Μπρέγιαννο και Θεόφιλο Κώτσιο.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ε. Σ. του Κ., που παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Βλαχαβιόλου.

ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΟΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Σωματείου Λεωφορειούχων ΚΤΕΛ Ν.Αρκαδίας " Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" που εδρεύει στην Τρίπολη Αρκαδίας και εκπροσωπείται νόμιμα ,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξιο Καλπούζο , ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι το Σωματείο ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 110/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 127/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-03-2009 αίτησή της και το προσθέτως παρεμβαίνον με προφορική δήλωση στο ακροατήριο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 8-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης , ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στα άρθρα 663 έως 675Α του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών, δεν περιέχεται εξαίρεση του στο άρθρο 81 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα γενικού κανόνα, κατά τον οποίο και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου του δικογράφου αυτής στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 215 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 666, σε συνδυασμό με το άρθρο 231 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως και προφορικώς, ισχύει μόνον κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία. Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, που ασκήθηκε υπέρ του αναιρεσείοντος από το αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Σωματείο Λεοφωρειούχων ΚΤΕΛ Ν. Αρκαδίας Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρoυ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η οποία καταχωρίστηκε στα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη εις βάρος του προσθέτως αυτού παρεμβάντος και υπέρ του αναιρεσίβλητου, αφού δεν προκλήθηκε στον τελευταίο πρόσθετη δικαστική δαπάνη από την εν λόγω παρέμβαση.

Κατά το άρθρο 7 στοιχ. Β παρ.1 του ισχύοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 1996 και 1997 π.δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ" (ΦΕΚ Α/134), εκτός άλλων καθηκόντων ο εισπράκτορας υπεραστικού λεωφορείου εντεταγμένου στο ΚΤΕΛ έχει καθήκον: α) να φροντίζει για την όσο γίνεται κανονική και τακτική είσοδο των επιβατών στο λεωφορείο και την τήρηση της τάξεως μέσα σ' αυτό, συνεπικουρούμενος στην ανάγκη και από Αστυνομικά όργανα, την επέμβαση των οποίων υποχρεούται να ζητεί όταν ο ίδιος δεν δύναται να τηρήσει την τάξη εντός του λεωφορείου, β) να αναγγέλλει ανελλιπώς τις στάσεις των λεωφορείων και να δίδει εγκαίρως στον οδηγό τ' ανάλογα με την κίνηση σήματα, γ) να εκδίδει και να χορηγεί τα κανονικά εισιτήρια της εκτελουμένης διαδρομής σε όσους δεν έχουν εισιτήριο, να ελέγχει τις μηνιαίες κάρτες, τα δελτία ελεύθερης κυκλοφορίας, να καταχωρεί ότι υποχρεούται στο φύλλο πορείας και να το αποδώσει υποχρεωτικώς στην αρμόδια Υπηρεσία του ΚΤΕΛ, όντας υπεύθυνος για κάθε απώλεια εισιτηρίων, υποχρεούμενος, σε περίπτωση απώλειας εισιτηρίων, να καταβάλει στο ΚΤΕΛ, το αντίτιμο της αξίας του χάρτου καθώς και της δαπάνης εκτυπώσεως αυτού και εφ' όσον διαπιστωθεί, μετά από έρευνα του Δ.Σ.

του ΚΤΕΛ, ότι η απώλεια αυτή έγινε από πρόθεση ή αδικαιολόγητη αμέλεια, λαμβανομένων υπόψη του ήθους και της όλης συμπεριφοράς αυτού, να καταβάλει επί πλέον στο ΚΤΕΛ το αντίτιμο της αξίας των απωλεσθέντων εισιτηρίων, δ) να καταχωρεί στο ατομικό δελτίο ελέγχου εισιτηρίων: 1) κατά την αναχώρηση του λεωφορείου σε εκτέλεση οποιασδήποτε διαδρομής την ώρα της αναχωρήσεως, 2) την διαδρομή που εκτελεί το λεωφορείο, 3) τον αριθμό του τελευταίου αδιάθετου εισιτηρίου κάθε διαδρομής στα οριζόμενα από το ΚΤΕΛ, για κάθε γραμμή σημεία και το τέρμα ή την αφετηρία κάθε διαδρομής και 4) να παραδίδει τις εισπράξεις του λεωφορείου καθώς και τα φύλλα πορείας σε υπάλληλο του ΚΤΕΛ, που έχει ορισθεί για το έργο αυτό στις ημέρες, ώρες και τόπο που ορίζονται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

του ΚΤΕΛ, ε) να διατηρεί κατά τον χρόνο της υπηρεσίας του την καθαριότητα στο εσωτερικό του λεωφορείου, δηλαδή υαλοπινάκων, καθισμάτων, τοιχωμάτων και δαπέδου και να κλείνει ή ν' ανοίγει τα παράθυρα όπως ορίζουν οι σχετικές αποφάσεις του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, στ) να συμπεριφέρεται ευγενώς προς το επιβατικό κοινό ζ) την ώρα της υπηρεσίας του να φέρει την κανονισμένη στολή, να μην καπνίζει κατά την διαδρομή του λεωφορείου, να μην απομακρύνεται από την υπηρεσία του και να μην συνομιλεί με τους επιβάτες, τους οποίους δεν πρέπει να ενοχλεί, θ) να τηρεί γενικά τις σχετικές με τα καθήκοντα του αποφάσεις του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και τις εντολές του ΚΤΕΛ και των Προϊσταμένων του και ευθύνεται για την ανάρτηση και διαφύλαξη των μηνιαίων καταστάσεων προσωπικού και ωρών εργασίας και ι) να δίδει πληροφορίες στο επιβατικό κοινό και να παρέχει πάσα διευκόλυνση στους έχοντες ανάγκη επιβάτες, ειδικώς για τις στάσεις των λεωφορείων και την εκτελουμένη διαδρομή.

Περαιτέρω, με την παρ. 2 εδ. θ' του αυτού ως άνω άρθρου 7 στοιχ. Β του π.δ. 229/1994, ορίζεται, εκτός άλλων, ότι ο οδηγός του εντεταγμένου στο ΚΤΕΛ υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελεί καθ' οδόν και χρέη εισπράκτορος, έχοντας επομένως υποχρέωση εκτελέσεως των προαναφερομένων καθηκόντων του εισπράκτορος.

Στην τελευταία περίπτωση, κατά την τελευταία ως άνω διάταξη, ο οδηγός δικαιούται αναλόγου "αποζημιώσεως" για την πρόσθετη αυτή εργασία, η οποία καθορίζεται με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Νομάρχη, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Δ.Σ. του οικείου ΚΤΕΛ. H νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει αυτή (αγωγή) νόμιμη ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Εκτός από την παραπάνω αοριστία, υπάρχει και αοριστία του δικογράφου της αγωγής που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του. Ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ` αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ενώ ποιοτική αοριστία υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή του, ο ήδη αναιρεσίβλητος (ενάγων) ισχυρίσθηκε, ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως οδηγού λεωφορείου, τύπου "μικρολεωφορείου", εντεταγμένου στο ΚΤΕΛ Αρκαδίας και εκτελούντος υπεραστικά δρομολόγια, άσκησε καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1-1- 1996 έως και 31-12-1997 ταυτοχρόνως και τα καθήκοντα του εισπράκτορα, που του ανέθεσε το ΚΤΕΛ Αρκαδίας, στην θέση του οποίου μετά την μετατροπή του σε ανώνυμη εταιρεία υπεισήλθε η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), συνιστάμενα στην επίβλεψη για την κανονική επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών, στην φόρτωση και εκφόρτωση των αποσκευών τους, στην έκδοση εισιτηρίων και στην είσπραξη του αντιτίμου τους, στην σύνταξη των καταστάσεων δρομολογίων και των εκδοθέντων εισιτηρίων, στην παράδοση των καταστάσεων αυτών και των εισπραχθέντων χρημάτων στα γραφεία του ΚΤΕΛ και στην καθαριότητα του λεωφορείου και ζήτησε, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει για την ως άνω πρόσθετη εργασία του και για επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας των ετών αυτών, το συνολικό ποσό των 8.080.212 δραχμών, υπολογιζόμενο με βάση τον ειθισμένο μηνιαίο μισθό του έχοντος τα ίδια με αυτόν έτη υπηρεσίας και την αυτή οικογενειακή κατάσταση εισπράκτορα.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση περί αοριστίας της αγωγής γιατί δεν εκτίθεται σ' αυτή η απόφαση του Νομάρχη περί καθορισμού της αμοιβής του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) ως οδηγού λεωφορείου δρομολογηθέντος χωρίς εισπράκτορα (άρθρ. 7 στοιχ. Β, παρ. 2, περ.Θ του Π.Δ. 229/1994).

Όμως, από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας δεν προκύπτει ισχυρισμός αυτής περί αοριστίας της αγωγής για το λόγο αυτό στο δικαστήριο της ουσίας. Επομένως η προβαλλόμενη αιτίαση με τον λόγο αυτό αναιρέσεως, όπως αυτή εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ., ότι ο Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως (ποσοτικά) αόριστη, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη.

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Κατ' εφαρμογή του π.δ. 967/1979 και δυνάμει της υπ' αριθμ. Πρωτ. 3074/8-7-1980 αποφάσεως του Νομάρχη Αρκαδίας, αρχικώς το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο και εν συνεχεία το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο τύπου "μικρολεωφορείο" ιδιοκτησίας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), ενετάχθη στις υπεραστικές γραμμές του ΚΤΕΛ Αρκαδίας προς εξυπηρέτηση της γραμμής Ανεμοδουρίου -Αναβρυτού - Ρουτσίου - Μεγαλοπόλεως με έδρα την Μεγαλόπολη. Από την ένταξή του αυτή, ο ενάγων, όντας και οδηγός του, κατά τις ημέρες της εβδομάδος Δευτέρα και Παρασκευή εκτελούσε, οδηγώντας το λεωφορείο αυτό το πρωινό και το μεσημβρινό δρομολόγιο της ανωτέρω γραμμής, κατά τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη εκτελούσε το μεσημβρινό δρομολόγιο της γραμμής Μεγαλόπολη -Λεοντάρι - Καμάρα - Δυρράχι - Άκοβο - Μεγαλόπολη και το Σάββατο εκτελούσε το δρομολόγιο Τρίπολη - Βλαχοκερασιά - Βαλτέτσι -Αραχαμίτες - Κεραστάρι - Μεγαλόπολη.

Στις γραμμές αυτές το ως άνω ΚΤΕΛ δεν απασχολούσε εισπράκτορα και για το λόγο αυτό ανέθεσε τα σχετικά καθήκοντα του τελευταίου στον ενάγοντα, ο οποίος, όντας υποχρεωμένος κατά την αναφερόμενη στην προηγουμένη σκέψη της παρούσης διάταξη της παρ. 2 εδ. θ' του άρθρου 7 στοιχ. Β του π.δ. 229/1994, τα εξετέλεσε ειδικώς κατά τα έτη 1996 και 1997.

Ειδικότερα ο ενάγων κατά τα ως άνω έτη εξετέλεσε, παραλλήλως και επί πλέον των καθηκόντων του οδηγού του λεωφορείου αυτού, τα καθήκοντα του εισπράκτορα στα ως άνω δρομολόγια, τα σχετικά με την επίβλεψη της κανονικής επιβιβάσεως και αποβιβάσεως των επιβατών, την φόρτωση και εκφόρτωση των αποσκευών των τελευταίων, την έκδοση των εισιτηρίων και την είσπραξη του αντιτίμου τους, την σύνταξη των καταστάσεων των δρομολογίων και των εκδοθέντων εισιτηρίων, την παράδοση αυτών (καταστάσεων) και των εισπραχθέντων αντιτίμων των εισιτηρίων στα γραφεία του ΚΤΕΛ στην Τρίπολη και την καθαριότητα του λεωφορείου.

Απησχολείτο δε ως εισπράκτορας σε έκαστο των ανωτέρω δρομολογίων καθ'όλη τη διάρκεια του νόμιμου ωραρίου του, ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες ανάγκες. Επομένως, για την πρόσθετη αυτή εργασία του εισπράκτορος ο ενάγων συμφώνως προς τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης διατάξεις δικαιούται τον ειθισμένο μισθό, τον οποίον κατέβαλε το ΚΤΕΛ από 1-1-1996 έως 31-12-1997 στους εισπράκτορες υπεραστικών λεωφορείων που εργάζονταν σε αυτό υπό τις ίδιες με τον ενάγοντα συνθήκες και είχαν τα ίδια με αυτόν (ενάγοντα) προσόντα, έτη υπηρεσίας και οικογενειακή κατάσταση.

Έτσι για τα χρονικά διαστήματα: α) από 1-1-1996 έως 31-12-1996 και β) από 1-1-1997 έως 31-12-1997, κατά τα οποία ο ειθισμένος μισθός του εισπράκτορας υπεραστικού λεωφορείου του ΚΤΕΛ Αρκαδίας ανήρχετο αντιστοίχως σε 273.483 και σε 303.675 δραχμές, δικαιούται για την παρεχόμενη υπ' αυτού πρόσθετη αυτή εργασία, ολόκληρο τον ανωτέρω μισθό και τα επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, έστω και αν η πραγματική απασχόληση του ενάγοντος ως εισπράκτορας εντός του νομίμου ωραρίου του, το οποίον, συμφώνως προς το ισχύον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 119 της 21/30.7.1973 "Περί κανονισμού των ωρών εργασίας και αναπαύσεως του προσωπικού κινήσεως των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Υπεραστικών Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Υ.Λ.) και Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) υπεραστικών και αστικών τοιούτων απλής φυλακής" (ΦΕΚ Α' 167), ήταν οκτώ (8) ώρες ημερησίως και σαράντα οκτώ (48) ώρες εβδομαδιαίως.

Και τούτο γιατί δεν πρόκειται περί μερικής απασχολήσεως κατά την έννοια του ισχύοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ν. 1892/1990, ουδ' αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είχε παραιτηθεί κατά κάποιο νόμιμο τρόπο της σχετικής αυτής αξιώσεως του ή άλλως πως αυτή είχε επίσης νομίμως περιορισθεί.

Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται, όπως βασίμως κατ' ουσίαν ισχυρίζεται, για μισθούς και επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για μεν το έτος 1996 το ποσό των 3.828.762 δραχμών (273.483 Χ 14) ή των 11.236,28 ευρώ, για δε το έτος 1997 το ποσό των 4.251.450 δραχμών (303.675 Χ 14) ή των 12.476,74 ευρώ και συνολικώς το ποσό των 8.080.212 δραχμών ή των 23.713,02 ευρώ, στην καταβολή του οποίου υποχρεούται η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ως υπεισελθούσα δυνάμει του ν. 2963/2001 στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικώς εναχθέντος νομικού προσώπου με την ρηθείσα επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν.

Αρκαδίας", πολλώ μάλλον αφού κατά τον επίδικο χρόνο, όπως και η τελευταία με το εφετήριο επικαλείται, δεν είχε ακόμη ληφθεί απόφαση των μετόχων της και επομένως και του ενάγοντος να μην προσλαμβάνεται εισπράκτορας και τα καθήκοντα αυτού να εκτελούν οι οδηγοί των υπεραστικών λεωφορείων". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στον υπαγωγικό του συλλογισμό, ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 648, 649 και 659 Α.Κ.

Ειδικότερα ενώ η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι κατά τη διάταξη του άρθρ. 7 στοιχ. Β παρ. 2 περ. θ του ΠΔ 229/1994 ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου δρομολογηθέντος χωρίς εισπράκτορα, που εκτελεί καθοδόν και χρέη εισπράκτορα δικαιούται για την εργασία του αυτή ανάλογης αποζημιώσεως, καθοριζομένης με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Νομάρχη, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Δ.Σ.

του οικείου ΚΤΕΛ, στη συνέχεια δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ολόκληρο το συμφωνημένο άλλως τον ειθισμένο μισθό και όχι ανάλογη αμοιβή σε σχέση με την πρόσθετη εργασία του εισπράκτορα, ενώ ουδέν αναφέρει περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, των άρθρων 904 επ.

ΑΚ., δεδομένου ότι υφίσταται και σχετική επικουρική βάση της αγωγής. Με την παραδοχή της αυτή η απόφαση του Εφετείου κλονίζει τη σαφήνεια του αποδεικτικού πορίσματος ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ολόκληρο τον ειθισμένο μισθό για την εργασία του εισπράκτορα και όχι ανάλογη αμοιβή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση του Εφετείου η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 127/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την στο σκεπτικό πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας παρέμβαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ