Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to cite specific evidence documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the appellate court failed to legally cite specific evidence documents, merely referring generally to all documents without identifying them. The court ruled that such general references do not constitute a valid legal citation under the Civil Procedure Code. Consequently, the appellate decision was annulled and the case remitted to the same court for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11b Civil Procedure Code; Art. 561 para. 2 Civil Procedure Code; Art. 580 para. 3 Civil Procedure Code; Art. 183 Civil Procedure Code: An appellate court must specifically cite evidence documents in its reasoning; general references to all documents without specific identification fail to meet legal citation requirements, necessitating the annulment of the decision and remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1476 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1476/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωστόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6544/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5729/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Μαΐου 2009 αίτησή του .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και τρίτου κατά σειρά λόγου και την απόρριψη των λοιπών της 550/27-5-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 5729/9-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 550/27-5-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5729/9-10-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 91542/5565/3-7-2001 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσες από την αυθαίρετη ματαίωση από τον τελευταίο της καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως από εκείνον του περιγραφομένου ακινήτου.
Πιο συγκεκριμένα διώκεται η καταψήφιση ποσού (α) 8.700.000 δρχ. (25.531,91 ευρώ), το οποίο κατέβαλε ως αμοιβή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταυρόπουλο, (β) 500.000 δρχ. (1.467,35 ευρώ), το οποίο κατέβαλε ως αμοιβή του αρχιτέκτονος Γ, (γ) 130.000 δρχ. (381,51 ευρώ), το οποίο κατέβαλε αμοιβή του συμβολαιογράφου Αθηνών Πλάτωνα Εμμανουήλ Περράκη, (δ) 10.000.000 δρχ. (29.347,07 ευρώ), αποθετική ζημία που υπέστη από την ματαίωση της αγοράς άλλου ακινήτου, (ε) 17.307.00 δρχ. (50.730,90 ευρώ),αποθετική ζημία ισόποση με την απώλεια τόκων από τη μη επωφελή τοποθέτηση του τιμήματος και (στ) 5.000.000 δρχ. (14.673,51 ευρώ), ως χρηματική του ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, καταψηφιστικό αίτημα το οποίο περιόρισε στη με στοιχ. (δ) αξίωσή του.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της για τις με στοιχ. (β) και (γ) αξιώσεις του ενάγοντος, η 6544/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) 10058/3-12-2007 και (ii) 1603/14-2-2008 εφέσεις των διαδίκων, η 5729/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (ii) εφέσεως του εναγομένου.
Αντίθετα, κατ' αποδοχή της με στοιχ. (i) εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. (α) κεφάλαιο αυτής και εξέταση κατ' ουσίαν κατά τούτο της υποθέσεως, υποχρέωσε τον εναγόμενο, κατά παραδοχή της αγωγής, να καταβάλλει στον ενάγοντα για την εν λόγω με στοιχ. (α) αξίωσή του το αιτούμενο δι' αυτής ποσό των 25.231,91 ευρώ, παρά τον αναγνωριστικό κατά τούτο χαρακτήρα της.
Την περί πραγμάτων κρίση της στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.
"Μετά από διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν μεταξύ των διαδίκων με τη μεσολάβηση του κτηματομεσίτη Ζ, προήλθαν αυτοί περί τα μέσα Ιανουαρίου 2001 σε συμφωνία για την εκ μέρους του εναγομένου πώληση προς τον ενάγοντα ενός πολυωρόφου ακινήτου με χώρους επαγγελματικής στέγης, το οποίο βρίσκεται στο ... επί της συμβολής ..., αποτελούμενου από υπόγειο επιφανείας 110 τ.μ, ισόγειο επιφανείας 330 τ.μ, πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους επιφανείας 330 τ.μ εκάστου και δώμα επιφανείας 55 τ.μ, αντί τιμήματος 870.000.000 δραχμών.
Ακριβής ημερομηνία υπογραφής του μεταβιβαστικού της κυριότητας συμβολαίου δεν συμφωνήθηκε, διότι έπρεπε προηγουμένως να γίνει ενδελεχής έλεγχος της νομιμότητας των τίτλων κυριότητας του ακινήτου, αλλά και της νομιμότητας της όλης οικοδομής μετά του οικοπέδου της από πολεοδομικής απόψεως. Πράγματι ο ενάγων ανέθεσε στον δικηγόρο Γεώργιο Σταυρόπουλο να προβεί σε έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του ως άνω ακινήτου και να συλλέξει στοιχεία για τους μισθωτές αυτού, στον αρχιτέκτονα Γ ανέθεσε τον έλεγχο στην πολεοδομία σχετικά με τις οικοδομικές άδειες και τη ρυμοτόμηση του οικοπέδου, τον στατικό έλεγχο του κτιρίου, την εκπόνηση τοπογραφικών διαγραμμάτων του οικοπέδου και κατόψεις των ορόφων του κτιρίου.
Στη συνέχεια ο ενάγων ανέθεσε στον συμβολαιογράφο Αθηνών Πλάτωνα - Εμμανουήλ Περράκη να συντάξει σε συνεννόηση με τον δικηγόρο του σχέδιο του μεταβιβαστικού της κυριότητας συμβολαίου. Παράλληλα, στις 2-3-2001 οι διάδικοι υπέβαλαν στη ΔΟΥ ... τη δήλωση φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου και ο ενάγων κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο ύψους 43.435.100 δραχμών.
Μετά την ενέργεια αυτή, και ενώ όλα ήταν έτοιμα για την υπογραφή του συμβολαίου μεταβιβάσεως, ο ενάγων κάλεσε τον εναγόμενο, ο οποίος ήταν γνώστης των άνω ενεργειών, να προσέλθει στο συμβολαιογράφο, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να συμπράξει, με την δικαιολογία ότι δεν επιθυμεί την πώληση του ακινήτου του.
Ο ενάγων εμμένοντας στην πρόθεσή του να αγοράσει το εν λόγω ακίνητο, απέστειλε στις 18-5-2001 στον εναγόμενο συστημένη επιστολή, με την οποία τον καλούσε εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών να προσέλθει για την υπογραφή του συμβολαίου, χωρίς όμως ανταπόκριση και πάλι από αυτόν. Με τη συμπεριφορά αυτή ο εναγόμενος ματαίωσε αυθαίρετα και με δικό του πταίσμα την οριστική κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως χωρίς την ύπαρξη σοβαρού λόγου, και ενώ είχε δημιουργήσει στον ενάγοντα την πεποίθηση ότι επρόκειτο να καταρτισθεί η σύμβαση.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν κατέληξαν με τον ενάγοντα σε συμφωνία για την πώληση του παρά πάνω ακινήτου λόγω μη συμπτώσεως των δηλώσεων βουλήσεων τους ως προς το ύψος του τιμήματος, αφού ο ίδιος (εναγόμενος) ζητούσε το ποσό των 950.000.000 δραχμών, ο δε ενάγων προσέφερε 870.000.000 δραχμές, δεν είναι πειστικός, ούτε αποδείχθηκε, διότι αν πράγματι υπήρχε αυτή η διαφωνία ως προς το τίμημα, τότε δεν θα υπογράφονταν από τους διαδίκους, ούτε θα συντάσσονταν και θα κατατίθεντο από τον ενάγοντα στην αρμόδια Εφορία οι σχετικές δηλώσεις για καταβολή του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου, δεδομένης μάλιστα και της μεγάλης αξίας του προς πώληση ακινήτου, αλλά και των εξόδων στα οποία προηγουμένως είχε υποβληθεί ο ενάγων για τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας και της πολεοδομικής του κατάστασης, όπως κατωτέρω θα αναφερθούν.
Ακόμη δεν αποδείχθηκε βάσιμος και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η μη υπογραφή του συμβολαίου οφειλόταν στο γεγονός ότι είχε απολεσθεί ο φάκελος κληρονομιάς της μητέρας του από τη ΔΟΥ ... και δεν ήταν δυνατή η λήψη του απαραίτητου πιστοποιητικού περί μη οφειλής φόρου κληρονομιάς, αφού δεν προσκομίζεται τέτοια βεβαίωση από την αρμόδια υπηρεσία και εκτός αυτού, ο ισχυρισμός αυτός αντιφάσκει προς τον προηγούμενο περί μη επιτεύξεως συμφωνίας ως προς το ύψος του τιμήματος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την αυθαίρετη και κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ματαίωση από τον εναγόμενο της καταρτίσεως της συμβάσεως σε χρόνο κατά τον οποίο είχαν τερματισθεί επιτυχώς οι διαπραγματεύσεις και απέμεινε μόνο η τυπική κατάρτιση της συμβάσεως υπέστη ο ενάγων τις ακόλουθες ζημιές:
α) για τον πολεοδομικό και στατικό έλεγχο του ακινήτου, την εκπόνηση τοπογραφικού διαγράμματος και κατόψεων των ορόφων του κτιρίου, κατέβαλε ως αμοιβή στον αρχιτέκτονα Γ το ποσό των 500.000 δραχμών και ήδη το ισόποσο των 1467,35 ευρώ (βλ. υπ' αριθμ. 107 απόδειξη παροχής υπηρεσιών) β) Για τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του οποίου η υπογραφή ματαιώθηκε, κατέβαλε ως αμοιβή στο συμβολαιογράφο Αθηνών Πλάτωνα - Εμμανουήλ Περράκη, το ποσό των 130.000 δραχμών και ήδη το ισόποσο των 381,51 ευρώ, γ) Στο δικηγόρο Γεώργιο Σταυρόπουλο για έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του προς πώληση ακινήτου καθώς και το νομικό καθεστώς των υφισταμένων σ' αυτό μισθώσεων και την εν γένει νομική κατοχύρωσή του για την κατάρτιση της ενδίκου συμβάσεως κατέβαλε κατά τη συμφωνία τους το ποσό των 8.700.000 δραχμών και ήδη το ισόποσο του των 25.531,91 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 1% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 870.000.000 δραχμών του ως άνω ακινήτου (βλ.
προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από 1-3-2001 έγγραφη συμφωνία σε συνδυασμό με το άρθρο 160 του κώδικος περί δικηγόρων και την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) γενομένου δεκτού του κονδυλίου αυτού ως βασίμου κατ' ουσίαν .
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το κονδύλιο τούτο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά το βάσιμο περί τούτο τρίτο λόγο της εφέσεως του εκκαλούντος - ενάγοντος". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών - εφεσίβλητος - εναγόμενος, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 345 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β'ΠολΔικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων ως αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπής νόμιμα η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Α' Ολ.
ΑΠ 23/2008). Κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος το Εφετείο στηρίχθηκε, πλην άλλων, και "σε όλα εν γένει τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", με ειδική αναφορά και μνεία (i) της με αριθμό 207 αποδείξεως παροχής υπηρεσιών του αρχιτέκτονα Γ και (ii) της από 1-3-2001 έγγραφης συμφωνίας του αναιρεσιβλήτου και του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Σταυρόπουλου, ιδιωτικά έγγραφα στα οποία στήριξε την κρίση του το δικαστήριο της ουσίας για τη βασιμότητα των αντίστοιχων με στοιχ. (β) και (α) αξιώσεων του αναιρεσίβλητου.
Από την επιτρεπτή όμως επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσίβλητου και των προτάσεων που υπέβαλε στον δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκκαλών και εφεσίβλητος δεν προκύπτει νόμιμη επίκληση οποιουδήποτε εγγράφου από τον τελευταίο ( η μνεία στο δικόγραφο της εφέσεως του με στοιχ. (ii) εγγράφου γίνεται αναφορικά με την πρωτόδικη δίκη και την αποδιδόμενη εις αυτήν πλημμέλεια με το σχετικό λόγο εφέσεως, που δεν συνιστά νόμιμη επίκλησή του σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο), ο οποίος περιορίστηκε σε ενσωμάτωση των κατά την πρωτοβάθμια δίκη προτάσεών του, με τις οποίες κατά τρόπο γενικό και αόριστο αναφέρει "Επειδή προσάγω και επικαλούμαι όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή μου αποδεικτικά έγγραφα", ιδρυομένου εντεύθεν του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ.
λόγου αναιρέσεως, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση με τον τρίτο κατά σειρά λόγο. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5729/9-10-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3000,00)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ