Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility and vague grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment. The appellant raised multiple grounds for appeal, including lack of standing and alleged distortion of evidence, but the court found these arguments inadmissible or vague. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 § 1, 562 § 2, 559 no. 10, 11, 20 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on res judicata or vague grounds are inadmissible, while distortions of documents require proof of factual misrepresentation rather than mere evaluation errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1476 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1476/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κρανιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 1991 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 209/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 § 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (23/3/2009) δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα. Η διάδικος αυτή επέσπευσε αρχικώς τη συζήτηση για τη δικάσιμο της 7/5/2007, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο επίσημο αντίγραφο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, των κάτω από αυτό από 4/5/2006 έγγραφη παραγγελία προς επίδοση και κλήση προς συζήτηση του δικηγόρου Ιωάννη Φωτοπούλου, καθώς και την επ' αυτού επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή .... Από την εν λόγω δε δικάσιμο της 7/5/2007, κατά την οποία σημειωτέον η αναιρεσείουσα παρέστη μετά του ως άνω δικηγόρου που υπέγραψε για λογαριασμό της την κλήση, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17/3/2008 και, ακολούθως, από την τελευταία αυτή δικάσιμο αναβλήθηκε και πάλι για την παρούσα δικάσιμο της 23/3/2009. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Οι πρώτος και τρίτος λόγοι, με τους οποίους με την επίκληση του άρθρου 551 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται ως αναιρετική πλημμέλεια η παράλειψη του δικαστηρίου να κηρύξει ως απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως αντιστοίχως, καθώς και οι έκτος και έβδομος λόγοι, που εμφανίζονται ως λόγοι του άρθρου 559 αριθ. 10 και 11 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, με αυτούς πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 562 § 2 ΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεως του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο, τέταρτο, όγδοο και δέκα λόγους της αναιρέσεως, με την επίκληση των αριθμών 14 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται αιτιάσεις αναφερόμενες σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου και ειδικότερα αιτιάσεις αναφερόμενες στην παράλειψη απόπειρας εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς, στην παράλειψη κλήσεως του προσθέτως παρεμβαίνοντος, στην κατά παράβαση δεδικασμένου μη απόρριψη της αγωγής και στην απόρριψη αιτήματος περί παροχής διευκρινίσεων από μάρτυρα του αναιρεσείοντος.
Δεν εκτίθεται όμως ότι οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζονται εξεταζόμενοι λόγοι, οι οποίοι (ισχυρισμοί) δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ είχαν προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ'αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου αποδίδει σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνακολούθως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραμορφώσεως έγγραφου συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι, όπως διατυπώνεται το αναιρετήριο, όπου η αιτίαση εντοπίζεται ειδικότερα στο ότι το δικαστήριο δέχθηκε όχι ότι το εν λόγω συμφωνητικό έχει περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, αλλ'ότι αποδείχθηκαν γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο, η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου του.
Κατά το άρθρο 400 § 3 ΚΠολΔ, δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορούν να έχουν συμφέρον από τη δίκη. Εξάλλου, όπως συνάγεται από την προαναφερθείσα διάταξη, σε συνδυασμό και προς εκείνους του άρθρου 403 §§ 2 και 4 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο αποφασίζει για την περίπτωση αυτή μη εξετάσεως μάρτυρα και με απλή πιθανολόγηση, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περιπτώσεως συμφέροντος είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, αφού εξέτασε ως μάρτυρα πρόσωπο που είχε συμφέρον από την έκβαση της δίκης και έλαβε υπόψη την κατάθεσή του, απορρίπτοντας ως αβάσιμη τη σχετική εκ του άρθρου 400 § 3 ΚΠολΔ ένσταση της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.2.2006 αίτηση της ... για αναίρεση της 209/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9ην Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ