Supreme Court dismisses appeal against ICAS doctor's dismissal, citing procedural errors and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a doctor against her dismissal from the ICAS, finding the lower court's decision legally sound. The appellant argued that the dismissal was abusive and that the appellate court erred in accepting unproven facts regarding her conduct. The court rejected these claims, ruling that the dismissal was justified under the specific regulations governing ICAS doctors and that the appeal lacked sufficient legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 8(1), 9 of Law 1204/1972; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applied the specific legal regime for public institution doctors and the appellant fails to prove procedural violations or unproven facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1476 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1476/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Καϊλα. Του αναιρεσίβλητου: Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ΙΚΑ, ΝΠΔΔ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγέλα Σταφυλά – Κακαουνάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1937/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6460/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2004 αίτησή της και τους από 3-1-2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 26 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν.δ. 1204/1972 «περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του ΙΚΑ», προκύπτει ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου από κατάλογο καταρτιζόμενο από το Ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νομίμως το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, ως και από ιατρούς ειδικοτήτων.
Ως τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του Ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, μη παρέχοντες ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού ν.δ/τος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελευθέρως και σε πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθενείας από το ΙΚΑ, του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό και ο χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο Ίδρυμα.
Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του αυτού ν.δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων καθώς και οι κατ' άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 10 του αυτού ν.δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού.
Εξ άλλου το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο «ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ» ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύματος.
Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση γιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση γιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.
Για τους γιατρούς των περιπτώσεων α΄ και β΄ εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972. Τέλος στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ γιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.
Κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις γιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη γιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημιώσεως, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι ιατροί που προσλαμβάνονται στο ΙΚΑ μετά την ισχύ του ν. 2150/1993 (16-6-1993) και δεν υπόκεινται στις εξαιρέσεις των παραγράφων 3 και 4 εδ. β΄ του άρθρου 18 του νόμου αυτού, καθώς και εκείνοι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ κατά την έναρξη εφαρμογής του ίδιου νόμου, συνδεόμενοι με αυτό με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του ν.δ. 1204/1972, εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς αυτού (άρθρ. 18 παρ. 1) και ανέκυψε το ζήτημα αν συνδέονται με το ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Μετά την απόφαση όμως του ΑΕΔ 5/2000, που έκρινε ότι ουδεμία επιρροή δύναται να έχει στη φύση της συμβάσεώς τους η μισθολογική εξομοίωση των ιατρών, που συνδέονται με το ΙΚΑ με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρ. 10 του ν.δ. 1204/1972), προς τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, ενόψει του ότι η τοιαύτη μισθολογική εξομοίωση δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσεως που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής μετά του ΙΚΑ, ακολούθησε ο ν. 3232/2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.
γ΄ όρισε ότι «η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ.1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου». Η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσεως που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητώς ότι οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ (άρθρο 77 παρ. 2 του Συντάγματος).
Με τις 517/2003 και 938/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτό ότι από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι ιατροί που προσλαμβάνονται στο ΙΚΑ μετά την ισχύ του ν. 2150/1993 (16-6-1993) και δεν υπόκεινται στις εξαιρέσεις των παραγράφων 3 και 4 εδ. β΄ του άρθρου 18 του νόμου αυτού, καθώς και εκείνοι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ κατά την έναρξη εφαρμογής του ίδιου νόμου, συνδεόμενοι με αυτό με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του ν.δ. 1204/1972, οι οποίοι εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς αυτού (άρθ. 18 παρ. 1), συνδέονται με το ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Και τούτο διότι παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ορισμένο τόπο και χρόνο υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων του ΙΚΑ, ο δε χρόνος υπηρεσίας τους στο Ίδρυμα αυτό υπολογίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη και ο χαρακτήρας αυτής της συμβάσεως δεν αλλάζει από την τυχόν ανάπτυξη κάποιας πρωτοβουλίας ως προς τον τρόπο εκτελέσεως της εργασίας τους.
Αντίθετα, με την προαναφερόμενη 5/2000 απόφαση του ΑΕΔ κρίθηκε ότι η μισθολογική εξομοίωση των ιατρών με ειδική σύμβαση προς τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσεως αυτών μετά του ΙΚΑ, ενώ και με την 351/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι οι ιατροί που προσλήφθηκαν από το ΙΚΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, συνδέονται μετ' αυτού με ειδική σύμβαση εργασίας διεπόμενη αποκλειστικά από τις διατάξεις του ανωτέρω ν.δ., στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενόμενη δια του άρθρου 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς του ΙΚΑ, τους συνδεόμενους μετ' αυτού με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν μετέβαλε και τη φύση της συνδέουσας αυτούς σχέσεως με το ΙΚΑ.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΙΚΑ το έτος 1991, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως οδοντίατρος στα ιατρεία του στο Υποκατάστημα ..... , με την ειδική σύμβαση αόριστου χρόνου του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 και ότι το εναγόμενο, με τη Φ06/33898/29-12-2000 απόφαση του Διοικητή του, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 11-1-2001 κατήγγειλε, μετά από προειδοποίηση ενός μηνός, την επίδικη σύμβαση, η οποία έτσι λύθηκε στις 11-2-2001.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση- έκρινε ότι, μετά τον ν. 2150/1993 επήλθε μισθολογική μόνο εξομοίωση της ενάγουσας με τους μόνιμους ιατρούς του εναγομένου και ότι μόνο οι εκάστοτε ισχύουσες γιαυτούς διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις-μετακινήσεις- αποσπάσεις-μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα, ίσχυαν εφεξής και για την ενάγουσα και ότι επομένως, για το κύρος της επίδικης καταγγελίας, δεν ήταν αναγκαία η από το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988 απαιτούμενη -για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου- α) συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας, αλλά αρκούσε η τήρηση της μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως και β) σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου για τη λήψη της σχετικής περί καταγγελίας αποφάσεως του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου.
Ενόψει, όμως, του ότι, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, υφίσταται, ως προς το ανακύψαν ζήτημα της φύσεως της σχέσεως των εν λόγω γιατρών με το ΙΚΑ, διχοστασία στη νομολογία, χάριν της ενότητας αυτής, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β εδ. β΄ του ΚΠολΔ, να παραπεμφθούν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου οι ταυτόσημοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος του κύριου αναιρετηρίου και πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων που προεκτέθηκαν.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Με τον δεύτερο λόγο του κύριου αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν ίσχυαν και για την αναιρεσείουσα οι όροι καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, οι οποίοι ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 183/26-2-1997 βεβαιώσεως αυτού, στην οποία αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα είχε εξομοιωθεί μισθολογικά και εργασιακά με τους μόνιμους ιατρούς, με βάση τον νόμο 2150/1993.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε πράγματι ότι η αναιρεσείουσα είχε εξομοιωθεί μισθολογικά και εργασιακά με τους μόνιμους ιατρούς, με βάση τον νόμο 2150/1993, σύμφωνα με τον οποίο, όπως προεκτέθηκε, μόνο οι εκάστοτε ισχύουσες γιαυτούς διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις-μετακινήσεις- αποσπάσεις-μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα, ίσχυαν και για τους υπηρετούντες στο αναιρεσίβλητο με την ειδική σύμβαση αόριστου χρόνου του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 ιατρούς, όπως η αναιρεσείουσα.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον τρίτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ποιους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που έτειναν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, δέχθηκε το Εφετείο, ως αληθινούς, χωρίς απόδειξη.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ήταν επιθετική και ενοχλητική, διαπληκτιζόμενη με τους συναδέλφους της και μη ενδιαφερόμενη για την εργασία της και συνακόλουθα ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως δεν ήταν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 559 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ