Legislator Case Law & Legislation
1475/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing inadmissible arguments regarding evidence evaluation.

Case Number 1475/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of evidence and violated substantive law, but the court found these claims procedurally inadmissible. The court ruled that such arguments constitute mere complaints about the evaluation of facts rather than legal errors, thereby upholding the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 564 of the Code of Civil Procedure; Appeals against judgments on facts and evidence are inadmissible when they merely complain about the evaluation of evidence without pointing to specific legal errors.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence procedural inadmissibility substantive law violation court of first instance legal error civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 666 of the Code of Civil Procedure
Article 667 of the Code of Civil Procedure
Articles 670-676 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 624/24
AP 1227/23

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1475 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1475/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιαμπαλή.

Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AIG EUROPE LTD" και ήδη "AIG EUROPE SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπεύεται δε στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AIG ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 4-3-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2362/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1053/2018 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 03.03.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1053/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681Α, 666, 667, 670-676 ΚΠολΔ), με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2362/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 19.08.2014 και με αρ. κατ. 107321/4596/22.09.2014 αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ζήτησε με την από 19-08-2014 αγωγή του, μετά την παραδεκτώς γενόμενη μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 223, 295 παρ. 1, 297, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία μετέβαλε την επωνυμία της σε "AIG ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη ΑΕ", στην οποία το ζημιογόνο όχημα, που οδηγούσε κατά την ως άνω αγωγή, ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ν.

Σ., ήταν ασφαλισμένο, για την κάλυψη της έναντι τρίτων ευθύνης του, οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.863.650 ευρώ, ως, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον τραυματισμό, κατά το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 2362/2015 απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ως άνω αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 30.09.2015 και με αρ. κατ. 5778/06-10-2015 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1053/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή εξ οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 1335/2023, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις, που κλονίζουν το πόρισμα ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1335/2023, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, ομοίως για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ. 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/96).

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: " Στις 7.8.2014 και περί ώρα 18:10 στη διπλής κατεύθυνσης από χώμα αγροτική οδό (βλ.

ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, είδος οδοστρώματος: "Χωματόδρομος"), που συνδέει τις περιοχές Ιστιαίας και Ταξιάρχη της Εύβοιας και ειδικότερα μπροστά από το Υδραγωγείο Ιστιαίας, το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... I.X.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου Γ. Σ. του Ν. (ως προς τον οποίο ο ενάγων ανακάλεσε την αγωγή του) και ασφαλισμένο για τις από την κυκλοφορία τον προκαλούμενες ζημίες σε τρίτους, υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αυτών, στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με μόνους επιβαίνοντες τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο και γιο του ανωτέρω δεύτερου εναγομένου Ν.

Σ. (ως προς τον οποίο επίσης ο ενάγων ανακάλεσε την αγωγή του), κινούμενο με κατεύθυνση από Ιστιαία προς Ταξιάρχη, αφού πλαγιολίσθησε στο μέσο περίπου της άνω οδού αρχικά κατά την αριστερή του πλευρά και κατά μήκος της άνω οδού σε απόσταση 3 μ. πριν από τον ευρισκόμενο αριστερά ως προς την άνω πορεία του κομμένο κορμό δένδρου ύψους 53 εκ.

μ., μήκους 49 εκ. μ. και πλάτους 27 εκ. μ. περίπου (βλ. ανωτέρω έκθεση αυτοψίας), προσέκρουσε με σφοδρότητα και τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του πάνω στον άνω κορμό του δένδρου και στη συνέχεια, αφού πλαγιολίσθησε και κατά τη δεξιά επιφάνεια αυτού σε απόσταση περίπου 5,70 μ., ανατράπηκε και αφού σύρθηκε σε απόσταση περίπου 4 μέτρων ακινητοποιήθηκε στο οδόστρωμα της αντίθετης κατεύθυνσης από εκείνη που ακολουθούσε.

Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης του άνω οχήματος στον κομμένο κορμό δένδρου και της εν συνεχεία ανατροπής αυτού υπήρξε ο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος, ο οποίος υπέστη ανοικτό κάταγμα βραχιονίου και ακρωτηριασμό του άνω δεξιού άκρου στο ύψος του αγκώνα. Οδηγός του ανωτέρω οχήματος κατά το ένδικο ατύχημα ήταν, σύμφωνα, με την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, ο ενάγων, ο οποίος παρά τον άνω τραυματισμό του δεν έχασε τις αισθήσεις του, αλλά εξήλθε από το θάλαμο του οδηγού και των επιβατών του άνω οχήματος (καμπίνας) και ειδικότερα από το ανοικτό παράθυρο της δεξιάς πλευράς αυτού (βλ.

ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, κατά την οποία στο σημείο που έλαβε χώρα το εξεταζόμενο ατύχημα δεν βρέθηκαν Θραύσματα γυαλιών), δηλαδή από την πόρτα του θαλάμου που βρίσκεται το κάθισμα του συνοδηγού, από το οποίο εξήλθε αρχικά και ο συνοδηγός και επιβάτης του ίδιου οχήματος, δηλαδή ο Ν. Σ., όπως συνάγεται εμμέσως από την αστυνομική κατάθεση τον ενάγοντος την 11.10.2014, κατά την οποία "Έπειτα εγώ βγήκα από το παράθυρο της πλευράς τον συνοδηγού, όπου και καθόμουν, ο Ν.

δεν θυμάμαι από πού βγήκε". Μετά την έξοδό τους οι ανωτέρω δύο επιβαίνοντες τον άνω ζημιογόνου οχήματος αρχικά κατευθύνθηκαν προς την είσοδο τον παρακείμενού υδραγωγείου και στη συνέχεια ακολούθησαν, πεζοί, πορεία προς την Ιστιαία, προκειμένου να ζητήσουν βοήθεια από περίοικους για τη μεταφορά τον ενάγοντος στο Κέντρο Υγείας Ιστιαίας.

Κατά την άνω πορεία τους συναντήθηκαν με το γιο του Ι. Β., κατοίκου ..., πλησίον τον υδραγωγείου. Ο τελευταίος, αφού ενημερώθηκε από το γιο του και του ζήτησαν βοήθεια οι ανωτέρω επιβαίνοντες του άνω οχήματος, μετέφερε αυτούς με το αυτοκίνητό του στο Κέντρο Υγείας Ιστιαίας. Εκεί, παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες στον ενάγοντα, ο οποίος λόγω της σοβαρότητας τον τραυματισμού του μεταφέρθηκε στη συνέχεια με ασθενοφόρο τον ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Αττικής ΚΑΤ.

Στο Κέντρο Υγείας Ιστιαίας ο Ν. Σ. ενημέρωσε τον ανωτέρω περίοικο Ι. Β. ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο ενάγων, όπως συνάγεται από την από 7.8.2014 αστυνομική κατάθεση τον Ι. Β., κατά την οποία "Επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητό μου και τους μετέφερα στο Κέντρο Υγείας όπου στον άντρα με το τραυματισμένο χέρι παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και κατόπιν με ασθενοφόρο τον ΕΚΑΒ έφυγε για το νοσοκομείο ΚΑΤ στην Αθήνα.

Στο Κέντρο Υγείας ο άντρας που είχε εμπλακεί στο τροχαίο ατύχημα και ήταν καλά στην υγεία του ερωτηθείς από εμένα ποιος οδηγούσε το ανατρεπόμενο όχημα μου αποκρίθηκε ότι οδηγούσε ο άνδρας με το τραυματισμένο χέρι". Αμέσως, μετά το ατύχημα, δηλαδή περί την 18:30 ώρα της 7.8.2014, ο αστυνομικός του A.T. Ιστιαίας Ι.

Σ., ενώ εκτελούσε άλλη υπηρεσία ενημερώθηκε από την εκτελούσα καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας Ανθ/μο Ν. Μ. για τον ένδικο τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα ενός προσώπου και ότι το τραυματισθέν πρόσωπο, με το συνοδηγό του εμπλακέντος στο ατύχημα οχήματος είχαν μεταφερθεί από περίοικο στο K.Y. Ιστιαίας. Και οι δύο ανωτέρω αστυνομικοί έφθασαν στο άνω K.Y.

περί την 18.50 ώρα της ίδιας ημέρας, όταν το αναφερόμενο παραπάνω τραυματισμένο πρόσωπο, δηλαδή ο ενάγων, αναχωρούσε με ασθενοφόρο για το Νοσοκομείο ΚΑΤ. Εκεί συνάντησαν το Ν. Σ. και τον Ι. Β., οι οποίοι, στην ερώτηση ποια πρόσωπα ήταν στο όχημα και ποια θέση είχαν σ' αυτό, απάντησαν ότι οδηγός ήταν το τραυματισμένο πρόσωπο, δηλαδή ο ενάγων Ν.

Α. και ότι ο Ν. Σ. ήταν στη θέση τον συνοδηγού (βλ. από 11.8.2014 αστυνομική κατάθεση του Ι. Σ.). Τα ανωτέρω περιστατικά επιβεβαιώνονται και στην, παράγουσα κατά τα ανωτέρω πλήρη απόδειξη, από 7.8.2014 έκθεση αυτοψίας, η οποία στα σημεία με αριθμούς 5, 16 και 17 με τίτλους: Οδηγοί των ανωτέρω οχημάτων ήταν αντίστοιχα ο (5), Έλεγχος αλκοόλης, ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων (16) και Λοιπές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις (17), αναφέρει ότι οδηγός του ανωτέρω ζημιογόνου οχήματος ήταν ο ενάγων, που βρισκόταν ήδη, κατά τη μετάβαση των αστυνομικών, στο K.Y.

Ιστιαίας και μεταφερόταν στο νοσοκομείο ΚΑΤ Αθηνών, "από όπου Θα γίνει λήψη αίματος προς προσδιορισμό αλκοόλης με μέριμνα του T.T. Κηφισιάς". Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι την 22.40 ώρα της ίδιας ημέρας (7.8.2014), μετά από παραγγελία τον T.T. Κηφισιάς, ο γιατρός του Νοσοκομείου ΚΑΤ Κηφισιάς Π. Α. με την παρουσία της αστυνομικού Ε.

Σ. έλαβε από τον ενάγοντα, ως εμπλεκομένου σε τροχαίο ατύχημα, δείγματα αίματος για ανίχνευση αλκοόλης ή τοξικών ουσιών και φαρμάκων, από την έρευνα των οποίων δεν προέκυψε ότι ο ενάγων είχε κάνει χρήση αλκοολούχων ή άλλων τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, χωρίς να προκύπτει ότι ο ίδιος (ενάγων) προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση, όταν του γνωστοποιήθηκε ότι η λήψη του αίματος γίνεται με τον παραπάνω σκοπό και ότι ίδιος έφερε την ιδιότητα του εμπλεκόμενου, δηλαδή του υπαιτίου για την πρόκληση τον ατυχήματος (βλ.

το από 7.8.2014 πρωτόκολλο αιμοληψίας σε συνδυασμό προς τις υπ' αριθ. πρωτοκόλλου ...-2014 και ...-2014 εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δνσης Εγκληματολογικών Ερευνών τον Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας). Άλλωστε, ούτε προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση στη δήλωση του Ν. Σ. προς τον Ι. Β. ότι ο ίδιος ο τραυματισθείς ενάγων ήταν οδηγός του ανωτέρω μοναδικού εμπλεκομένου στο ένδικο ατύχημα οχήματος.

Επίσης, από τις με ημερομηνία 9.8.2014, 12.8.2014 και 11.10.2014 ένορκες αστυνομικές καταθέσεις τον Ν. Σ. (οι δύο πρώτες) και του ενάγοντος (η τρίτη) προκύπτει ότι τα εν λόγω δύο πρόσωπα, που είναι ομοιοεπαγγελματίες (αγρότες), κάτοικοι διαφορετικών περιοχών της Ιστιαίας (ο πρώτος κάτοικος ΑΓΙΟΥ Ιστιαίας και ο δεύτερος Σίμιας Ιστιαίας) δεν ήταν άγνωστοι μεταξύ τους έως το χρόνο τον ατυχήματος, ούτε συναντήθηκαν τυχαία και για πρώτη φορά στο ευρισκόμενο στην περιοχή Καμαρίων Ιστιαίας καφενείο, όπως όψιμα και αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών-ενάγων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του.

Αντιθέτως, από τις ανωτέρω καταθέσεις, στις οποίες τα ανωτέρω πρόσωπα, αναφερόμενα ο ένας για τον άλλο, χρησιμοποιούν τα κύρια (μικρά) ονόματα αυτών "Ν.", αλλά και από τη συμπεριφορά του ενάγοντος, που εκδηλώθηκε με την ανάκληση της αγωγής του ως προς τον άνω πρώτο εναγόμενο αλλά και ως προ το δεύτερο εναγόμενο, πατέρα του πρώτου, προκύπτει τόσο η σχέση οικειότητας που προϋπήρχε του ένδικου ατυχήματος μεταξύ των άνω δύο προσώπων, όσο και ότι η συνάντησή τους στο ανωτέρω καφενείο δεν ήταν η πρώτη ούτε τυχαία.

Επίσης, από την αναφορά του Ν. Σ. ότι "Είχα καταναλώσει μια μπίρα μια ώρα νωρίτερα μαζί με τον τραυματισθέντα" (βλ. από 12.8.2014 κατάθεση τον ανωτέρω στο A.T. Ιστιαίας), δικαιολογείται η εκ μέρους του ενάγοντος, ο οποίος δεν είχε καταναλώσει αλκοολούχα ποτά ή άλλες τοξικές ουσίες, οδήγηση του άνω οχήματος κατά την αναχώρησή τους από το καφενείο και κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Ο Ν. Σ., στις παραπάνω δηλώσεις του, που έγιναν αμέσως μετά το ατύχημα και πριν διαπιστωθεί η σοβαρότητα του τραυματισμού τον ενάγοντος, προς τον Ι. Β. και προς τους ανωτέρω δύο αστυνομικούς ανέφερε ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο ενάγων. Τις δηλώσεις του αυτές όμως ανακάλεσε και ανασκεύασε με τις από 9.8.2014 και 12.8.2014 καταθέσεις του στο A.T.

Ιστιαίας, όταν είχε ήδη πληροφορηθεί τη σοβαρότητα του τραυματισμού τον ενάγοντος, αναφέροντας ότι οδηγός του άνω οχήματος δεν ήταν ο ενάγων αλλά ο ίδιος και ότι οι προηγούμενες δηλώσεις του ότι ο ίδιος (Ν. Σ.) ήταν συνοδηγός και ότι οδηγός ήταν ο ενάγων οφείλεται σε δικό τον λάθος, που έγινε εξ αιτίας του "σοκ" και της συγχύσεως που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα.

Ωστόσο, οι τελευταίες αναφορές του Ν. Σ. περί συγχύσεως και "σοκ" δεν επαληθεύονται από τις ανωτέρω καταθέσεις των ανωτέρω λοιπών μαρτύρων, ούτε δικαιολογούνται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης και "σοκ" είναι πολύ δύσκολο να αποκρύψει την αλήθεια.

Στην προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας αναφέρεται, και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του ανατραπέντος οχήματος με αριθμούς 7 και 8 προκύπτει ότι το όχημα κατά το ατύχημα υπέστη εμφανείς και κύριες βλάβες στο θάλαμο οδηγού και επιβατών αυτού (καμπίνα), καθώς και στο μπροστινό αριστερό φτερό του ("μπροστινό φτερό από την πλευρά του οδηγού") και στη δεξιά μπροστινή επιφάνεια αυτού ("στην πλευρά τον συνοδηγού"), χωρίς ωστόσο να παρατηρούνται μεγάλου βαθμού στρεβλώσεις και υποχωρήσεις τον αμαξώματος κατά την τελευταία επιφάνεια αυτού, που να δικαιολογεί τον προαναφερόμενο σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, στην περίπτωση που αυτός δεν οδηγούσε το όχημα αλλά βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού και μάλιστα χωρίς να έχει το δεξί του χέρι έξω από το παράθυρο της δεξιάς πόρτας του θαλάμου του οχήματος, όπως αναφέρει ο ίδιος στην από 11.10.2014 αστυνομική του κατάθεση, απαντώντας σε ερώτηση αν είχε το τραυματισμένο χέρι του μέσα ή έξω από το όχημα κατά την ανατροπή αυτού ("Το είχα εντός του οχήματος), διαψεύδοντας στο σημείο αυτό την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του Σ.

Γ., ο οποίος αναφέρει ότι το χέρι του ενάγοντος υπέστη συντριβή από το θάλαμο (καμπίνα) του οχήματος, λόγω της προς τα δεξιά ανατροπής του και η οποία (κατάθεση) δεν παρέχει αξιοπιστία, εφόσον όσα κατέθεσε τα γνωρίζει από τον αδελφό του ενάγοντος και όχι από τον τελευταίο, που αναφέρει ότι είναι φίλος του και ότι τον επισκέφθηκε όταν νοσηλευόταν στο νοσοκομείο ΚΑΤ.

Τέλος, στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι βρέθηκαν ίχνη αίματος μπροστά στην πόρτα τον συνοδηγού και σε μήκος 4,4 μ. από την πίσω πλευρά τον οχήματος με διαγώνια κατεύθυνση προς την είσοδο του υδραγωγείου. Σύμφωνα με τα ανωτέρω περιστατικά, το Δικαστήριο τούτο εκτιμά ότι ο χώρος στον οποίο βρέθηκαν τα προερχόμενα προφανώς από το τραυματισμένο δεξί χέρι του ενάγοντος ίχνη αίματος δε συνδέονται με τη θέση του ενάγοντος στο κάθισμα του συνοδηγού του άνω οχήματος αλλά με την κίνηση αυτού να εξέλθει από το κάθισμα του συνοδηγού, στο οποίο βρέθηκε κατά την ανατροπή τον οχήματος, από το ανοιχτό παράθυρο της δεξιάς πόρτας του Θαλάμου αυτού.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, που συνάγονται από τη μείζονος αποδεικτικής αξίας έκθεση αυτοψίας σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι οδηγός του οχήματος κατά την κυκλοφορία τον οποίου προκλήθηκε το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο ανωτέρω σοβαρός τραυματισμός τον ενάγοντος ήταν ο τελευταίος, ο οποίος δεν επέτυχε να (αντ)αποδείξει τον ισχυρισμό του περί της ιδιότητας αυτού ως επιβάτη στη θέση του συνοδηγού και, συνεπώς, ως τρίτου και δυναμένου να αξιώσει τις επίδικες απαιτήσεις τον κατά της τρίτης εναγομένης, ως ασφαλίζουσας τον κίνδυνο ζημιών τρίτων, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του άνω οχήματος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη.

H ανωτέρω κρίση τον Δικαστηρίου περί της ιδιότητας τον ενάγοντος ως οδηγού τον άνω οχήματος δε μειώνεται, ούτε ακυρώνεται από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα, υπ' αριθ. πρωτοκόλλου ...-2014 αναφορά τον Αστυνομικού Τμήματος Ιστιαίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη διάρκεια της προανάκρισης προέκυψε πως οδηγός τον οχήματος ήταν ο Ν.

Σ., ο οποίος δήλωσε ψευδώς προς τους ανωτέρω δύο αστυνομικούς και προς τον Ι. Β. ότι οδηγός τον ζημιογόνου οχήματος ήταν ο ενάγων, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτή (αναφορά) αποτελεί πόρισμα του συντάκτη της, το οποίο, όπως - και πολύ περισσότερο - ακόμη και η ποινική καταδίκη τον Ν. Σ. ως δράστη σωματικής βλάβης εξ αμελείας τον ενάγοντος, δε δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, ούτε αποτελεί εμπόδιο για την κρίση αυτού περί της ιδιότητας τον ενάγοντος ως οδηγού τον άνω αυτοκινήτου και περί της πορείας της εξεταζόμενης υπόθεσης (άρθρο 321 ΚΠολΔ).

Επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή ως προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, δεχόμενη ότι ο ενάγων είχε την ιδιότητα του οδηγού και όχι τρίτου κατά το εξεταζόμενο τροχαίο ατύχημα, ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό...." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι ορθώς με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως κατ'ουσία αβάσιμη η αγωγή του, δεχόμενο ότι οδηγός του οχήματος με το οποίο έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ήταν ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και όχι ο Ν.

Σ., όπως με την αγωγή του ισχυριζόταν ο αναιρεσείων.

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στον δεύτερο βαθμό, τα οποία εάν ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που τελικά δέχθηκε, ότι δηλαδή οδηγός του επίδικου οχήματος ήταν ο Ν. Σ. και όχι ο αναιρεσείων. Ήτοι, δεν έλαβε υπόψη α] την ποινική δικογραφία στο σύνολό της, ειδικά το με αριθμό ...-2014 διαβιβαστικό έγγραφο του Α.Τ Ιστιαίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, στο οποίο ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος αναφέρει ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο Ν. Σ. και όχι ο αναιρεσείων και β] παράγραφος γ της έκθεσης αυτοψίας, όπου αναφέρεται ότι το αίμα βρέθηκε έμπροσθεν της πόρτας του συνοδηγού και σε μήκος 4,4 μέτρων από την πίσω πλευρά του οχήματος με διαγώνια κατεύθυνση προς την είσοδο του υδραγωγείου, όπως απεικονίζονται στο σχετικό σκαρίφημα και στις φωτογραφίες που προσκομίσθηκαν [φωτό 4,5,13] όπου φαίνεται ότι "όχημα...έφερε εμφανείς ζημιές....στην πλευρά του συνοδηγού" όπου καθόταν κατά τους ισχυρισμούς του ο αναιρεσείων.

Από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της και τις λοιπές αιτιολογίες της, στο συγκεκριμένο θέμα, δεν προκύπτει καμιά αμφιβολία, αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, τα παραπάνω νομίμως προσκομισθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα, μετ' επικλήσεως, αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς αναφέρει ότι έλαβε υπόψιν του. Επομένως, το Εφετείο στην κρίση του, ότι οδηγός του επίδικου οχήματος ήταν ο αναιρεσείων και όχι ο Ν. Σ., όπως ο αναιρεσείων ισχυριζόταν με την αγωγή του, κατέληξε μετά από συνεκτίμηση των προαναφερομένων εγγράφων με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολογήσεως αποδεικτικά μέσα. Μάλιστα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στην οπίσθια σελίδα του 9ου φύλλου, προβαίνει σε ρητή αναφορά και αξιολόγηση της προαναφερόμενης αναφοράς του Αστυνομικού Τμήματος Ιστιαίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, ως μη δεσμεύουσας κατά περιεχόμενο το Δικαστήριο, ενώ στην εμπρόσθια σελίδα του 9ου φύλου αναφέρεται ρητώς και αξιολογείται η έκθεση αυτοψίας ως προς το αναφερόμενο ως άνω γεγονός της ύπαρξης ιχνών αίματος στον τόπο του ατυχήματος.

Συνεπώς η αναιρεσιβαλλόμενη έλαβε υπόψη της τα ως άνω έγγραφα, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της ως αβάσιμου. Ανεξαρτήτως και πέραν της ως άνω ουσιαστικής αβασιμότητος, ο λόγος αυτός υπό την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια, εκ του αριθμ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού το δικαστήριο της ουσίας κατά τα ανωτέρω δεν εξήγαγε από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα το συμπέρασμα που επιθυμούσε ο αναιρεσείων.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, ως αβάσιμο και απαράδεκτο.

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ των άρθρων 559 αρ 19 του ΚπολΔ, και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, αφού δέχθηκε χωρίς αιτιολογία, άλλως με αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απορρίπτοντας την έφεσή του κατά της αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη είναι προεχόντως απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού ο αναιρεσείων δεν μνημονεύει τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου, που ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα από την παράλειψη αυτή, να μην μπορεί να ελεχθεί αν υπάρχει με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών, αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών και συνεπώς δεν δύναται να ελεχθεί αν η εκκαλουμένη στερείται νόμιμης βάσης.

Σε κάθε περίπτωση με την προαναφερόμενη κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερθείσες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,300, 330 εδ β και 914 ΑΚ, αν θεωρηθεί κατά την δέουσα εκτίμηση του αναιρετικού λόγου ότι σε αυτές αναφέρεται ο αναιρεσείων, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών) για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι οδηγός του επίδικου οχήματος ήταν ο αναιρεσείων και όχι ο Ν.

Σ. Πλέον συγκεκριμένα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος και σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα του προσώπου που κατά τον κρίσιμο χρόνο οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο, α] ότι οδηγός του οχήματος κατά το ένδικο ατύχημα, σύμφωνα και με την έκθεση αυτοψίας, ήταν ο ενάγων -αναιρεσείων β] ότι παρά τον τραυματισμό του αυτός δεν έχασε τις αισθήσεις του, αλλά εξήλθε του αυτοκινήτου, από το ανοικτό παράθυρο της δεξιάς πλευράς αυτού, δηλαδή από την πόρτα του θαλάμου που βρίσκεται το κάθισμα του συνοδηγού, από το οποίο εξήλθε αρχικά και ο συνοδηγός και επιβάτης του ιδίου οχήματος Ν.

Σ. γ] Ότι ο συνοδηγός Ν. Σ., στο κέντρο υγείας Ιστιαίας που μεταφέρθηκαν, μετά το ατύχημα, ενημέρωσε τον περίοικο Ι. Β., ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο αναιρεσείων δ] ότι αμέσως μετά το ατύχημα προσήλθαν στο κέντρο υγείας Ιστιαίας, οι αστυνομικοί Ι. Σ. και Ν. Μ., οι οποίοι συνάντησαν τους Ν. Σ. και Ι.

Β., οι οποίοι σε ερώτησή τους για το ποια πρόσωπα ήταν στο ζημιογόνο όχημα και σε ποια θέση έκαστο αυτών, απάντησαν ότι οδηγός ήταν ο αναιρεσείων και ότι ο Ν. Σ. ήταν συνοδηγός ε] ότι τα ανωτέρω περιστατικά επιβεβαιώνονται και από το σημείο 5 και 17 της έκθεσης αυτοψίας, η οποία αναφέρει ως οδηγό τον αναιρεσείοντα στ] ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε καμία αντίρρηση στη δήλωση του Ν.

Σ. προς τον Ι. Β., ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο αναιρεσείων ζ] αξιολογεί ως αβάσιμες τις δηλώσεις του Ν. Σ., με τις οποίες, ο τελευταίος, ανακάλεσε τις προηγούμενες δηλώσεις του, ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο αναιρεσείων, αναφέροντας με τις από 9-8-2014 και 12-8-2014 ένορκες καταθέσεις του στο ΑΤ Ιστιαίας, ότι οδηγός ήταν ο ίδιος και όχι ο αναιρεσείων, επικαλούμενος λόγω της αλλαγής της θέσης του, το σοκ και την σύγχυση που υπέστη από το ατύχημα, αφού αυτές δεν επαληθεύονται από τις ανωτέρω καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, ενώ έρχονται και σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης και σοκ είναι δύσκολο να αποκρύψει την αλήθεια η] ότι ο χώρος στον οποίο βρέθηκαν τα προερχόμενα από το τραυματισμένο δεξί χέρι του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεν συνδέονται με τη θέση του ενάγοντος στο κάθισμα του συνοδηγού του άνω οχήματος, αλλά με την κίνηση αυτού να εξέλθει από το κάθισμα του συνοδηγού στο οποίο βρέθηκε κατά την ανατροπή του οχήματος, από το ανοικτό παράθυρο της δεξιάς πόρτας του θαλάμου αυτού.

Ο αναιρεσείων που υποστηρίζει με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας, άλλως αυτή είναι αντιφατική άλλως ανεπαρκής διότι α] από την προσαχθείσα ποινική δικογραφία που σχηματίσθηκε από το Α.Τ. Ιστιαίας και κυρίως από το από ...-2014 έγγραφο υποβολής στην Εισαγγελία Χαλκίδας και από την μεγάλη ποσότητα αίματος στη δεξιά πλευρά του ζημιογόνου οχήματος, αποδεικνύονταν η θέση του ως συνοδηγού ότι β] με πλημμελή αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη θεώρησε "θέσφατο" την έκθεση αυτοψίας, της οποίας το περιεχόμενο είναι διαφορετικό από το ως άνω έγγραφο υποβολής προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που προκάλεσε την άσκηση ποινικής δίωξης και την καταδίκη του Ν.

Σ. και γ] ότι υφίστανται ελλείψεις, αντιφάσεις και ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή ενώ δέχεται ότι μόνο στη δεξιά πλευρά του ζημιογόνου αυτοκινήτου όπου ο αναιρεσείων επέβαινε, ανευρέθησαν αίματα, εντούτοις με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία έκρινε, παρότι προσκομίσθηκαν οι καταθέσεις του Ν.

Σ., που συνομολογεί ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο ίδιος, ότι δεν ήταν συνοδηγός ο αναιρεσείων του οχήματος αυτού αλλά οδηγός του.

Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάπτυξη του αποδεικτικού υλικού, και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Όσα αναφέρει ο αναιρεσείων παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως ευθείας και εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό [ΑΠ 624/24, ΑΠ 1227/23].

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις ως άνω αναφερόμενες πλημμέλειες και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297,298,330, εδαφ.β, και 914 ΑΚ, κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτός, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03/03/2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2161/217/2020 αίτηση για αναίρεση της 1053/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ