Legislator Case Law & Legislation
1475/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal in labor dispute, upholding dismissal of claim for indefinite-term employment contracts.

Case Number 1475/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's dismissal of the workers' claim. The workers argued their fixed-term contracts were actually indefinite-term, but the court found the First Instance Court correctly rejected this based on the material facts. Consequently, the appeal was granted only to the extent of re-examining the case, while the substantive appeal by the workers was dismissed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal to re-examine a case substantively when the lower court's decision is legally unfounded, even if the facts were previously established.

Keywords

AI generated
labor dispute indefinite term contract appeal procedure dismissal of claim civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1475 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1475/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Ρ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 3.Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., και 5. Χ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2393/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1888/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 26-10-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 8478/949/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1888/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 19.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 37990/3134/2021 έφεσης των δεύτερης, τρίτης, έβδομης, δέκατης πέμπτης και δέκατης έκτης εναγουσών -πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης εκκαλουσών και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 2393/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και είχε απορρίψει την από 3.1.2011 και με αριθμό κατάθεσης 796/30/2011 αγωγή, την οποία είχαν ασκήσει οι ως άνω ενάγουσες -εκκαλούσες από κοινού με άλλους δέκα τρεις ενάγοντες και μη διαδίκους στην κατ' έφεση δίκη, καθώς και στην αναιρετική δίκη κατά του εναγομένου- εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και με την οποία ζητούσαν:

α) να αναγνωρισθεί ότι οι περιγραφόμενες στην αγωγή συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, με βάση τις οποίες εργάσθηκαν στο εναγόμενο -εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, για τους λόγους που παρέθεταν συνιστούσαν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί το αντίδικό τους, με την απειλή χρηματικής ποινής, να τους απασχολεί με την ειδικότητα και στη θέση που αντιστοιχεί στην υπηρεσιακή τους ένταξη και με τις αναλογούσες στην εν λόγω θέση αποδοχές.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1888/2022, απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 19.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 37990/3134/2021 έφεση των ως άνω εναγουσών -εκκαλουσών και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την από 3.1.2011 και με αριθμό κατάθεσης 796/30/2011 αγωγή, αναγνώρισε ότι οι συγκεκριμένες ενάγουσες -εκκαλούσες και ήδη αναιρεσίβλητες συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με το εναγόμενο -εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και υποχρέωσε αυτό να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής εκατόν πενήντα (150) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του στην υποχρέωσή του αυτή.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ήτοι μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 1.11.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 5.10.2022, σύμφωνα με τη με αριθμό 1872Γ/5.10.2022 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α.

Π. Μ., που προσκομίζεται από τις αναιρεσίβλητες [αλλά και σύμφωνα με τη σημείωση του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή επί της πρώτης σελίδας του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, που προσκομίζεται από το αναιρεσείον] (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17.4.2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Συνεπώς, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα του Δημοσίου που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλομΑΠ 19, 20/2007, ΑΠ 364/2021).

Επομένως στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο Ελληνικό Δημόσιο ή σε φορείς του Δημόσιου Τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 ΒΔ 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλομΑΠ 19 και 20/2007).

Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998, ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα ΚΕΚ, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ.

α` και β`). Εξάλλου, με το ΠΔ 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο Τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ` αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ` εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Στο άρθρο 2 παρ. 2 δε του ίδιου ΠΔ (164/2004) ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 Ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 § 2 Ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ. 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής, ενώ, με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα` στο άρθρο 14 § 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 & 2 του άρθρου 14 Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α` 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι οι συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (μαθητείας), ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα του Ελληνικού Δημοσίου, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ` εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 364/2021, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1052/2018).

Εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξαιτίας της μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 364/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1082/2018). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1501/2021, ΑΠ 1132/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 150/2021, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 971/2019, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με τις παρατιθέμενες στο αναιρετήριο νομικές αναλύσεις της μείζονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη, καθώς και με τις ουσιαστικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης αυτής, με βάση τις οποίες αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητες, αν και απασχολήθηκαν στο Υπουργείο Πολιτισμού με συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, συνδέονται με το αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 648, 669 ΑΚ, 8 του ν. 2112/1920, 6 του ν. 765/1943, 20 παρ. 1 (όπως η παρ. 1 συμπληρ.

με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 2956/2001) και 15 του ν. 2639/1998, του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 2738/1999, των άρθρων 21 παρ. 1-3 και 14 παρ. 1-5 και 9-11 του ν. 2190/1994, των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων με αριθμούς 30484/2006 (ΦΕΚ Β 881/2006) "ΟΑΕΔ Προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στους Τομείς Πολιτιστικής Κληρονομιάς" και 8529/204/2009 (ΦΕΚ Β 463/13.3.2009) και της ρήτρας 2 παρ. 2, 4 και 5 της Συμφωνίας Πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων, που υλοποιήθηκε με την 1999/70/ΕΚ Οδηγία.

Από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος κατ' άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ για τον έλεγχο της βασιμότητας ή όχι των ως άνω πρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 3.1.2011 και με αριθμό κατάθεσης 796/30/2011 αγωγή, την οποία οι πέντε ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, (αναγραφόμενες αντιστοίχως στο αγωγικό δικόγραφο με τους αύξοντες αριθμούς 2, 3, 7, 15 και 16) άσκησαν από κοινού με άλλους δέκα τρείς (13) ενάγοντες και μη διαδίκους τόσον στην κατ' έφεση δίκη, όσο και στην αναιρετική δίκη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν με πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων και ότι απασχολήθηκαν στις εξής Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού :α) η δεύτερη ενάγουσα (ήτοι η πρώτη αναιρεσίβλητη) απασχολήθηκε ως διοικητική υπάλληλος/αρχαιολόγος στην Εφορεία Ενάλιων Αρχαιοτήτων κατά τις χρονικές περιόδους από 17.4.2007 μέχρι 31.12.2008 και από 7.4.2009 μέχρι 29.10.2010, β) η τρίτη ενάγουσα (ήτοι 2η αναιρεσίβλητη) απασχολήθηκε ως αρχαιολόγος στην 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (1η Ε.Β.Α.) κατά τις χρονικές περιόδους από 20.8.2007 μέχρι 31.12.2008 και από 8.4.2009 μέχρι 8.10.2010, γ) η έβδομη ενάγουσα (ήτοι η τρίτη αναιρεσίβλητη) απασχολήθηκε ως διοικητική υπάλληλος στην 1η Ε.Β.Α.

κατά τις χρονικές περιόδους από 2.5.2007 μέχρι 31.12.2008 και από 8.4.2009 μέχρι 8.11.2010, δ) η δέκατη πέμπτη ενάγουσα (ήτοι η 4η αναιρεσίβλητη) απασχολήθηκε ως διοικητική υπάλληλος στην 25η Ε.Β.Α κατά τις χρονικές περιόδους από 2.4.2007 μέχρι 31.12.2008 και από 13.4.2009 μέχρι 13.10.2010 και ε) η δέκατη έκτη ενάγουσα (ήτοι η πέμπτη αναιρεσίβλητη) απασχολήθηκε στην 25η Ε.

Β. Α. κατά τις χρονικές περιόδους από 21.5.2007 μέχρι 31.12.2008 και από 13.4.2009 μέχρι 13.10.2010. Ότι οι ως άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με βάση τις οποίες οι συγκεκριμένες ενάγουσες -αναιρεσίβλητες εργάσθηκαν στον ως άνω φορέα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δημοσίου, κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, καθότι αυτές παρείχαν την εργασία την οποία περιγράφουν στην αγωγή και η οποία αρμόζει σε απασχολούμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς με αυτήν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα.

Ότι μετά την ημερομηνία λήξης της δεύτερης κατ'επίφαση χαρακτηρισθείσας σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας καθεμίας από τις εναγουσες -αναιρεσίβλητες, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη στο ν. 3198/1955 διαδικασία και χωρίς να υφίσταται λόγος κατά τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, με συνέπεια αυτό να έχει καταγγείλει ακύρως τις αορίστου χρόνου συμβάσεις εργασίας τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι συγκεκριμένες ενάγουσες -αναιρεσίβλητες ζητούσαν: α) να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις που συνέδεαν καθεμία από αυτές με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στην πραγματικότητα συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα που αρνείται να συμμορφωθεί προς την εκδοθησομένη απόφαση, να τις απασχολεί με την ειδικότητα και τη θέση που αντιστοιχούσε στην υπηρεσιακή τους ένταξη, λαμβανομένων υπόψη και των τυπικών τους προσόντων, με τις αναλογούσες στη εν λόγω θέση αποδοχές.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με τη με αριθμό 2393/2018 απόφασή του απέρριψε την ως άνω αγωγή (όλων των εναγόντων, μεταξύ των οποίων και οι πέντε αναιρεσίβλητες) ως νομικά αβάσιμη. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση με την από 19.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 37990/3134/2021 έφεση, την οποία άσκησαν (μόνο) οι δεύτερη, τρίτη, έβδομη, δέκατη πέμπτη και δέκατη έκτη ενάγουσες -πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη εκκαλούσες -αναιρεσίβλητες κατά της πρωτόδικης απόφασης, διέλαβε τα ακόλουθα:

Αρχικά στη μείζονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού παρέθεσε τα άρθρα 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 3, 87 παρ. 2 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, το οποίο κατά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει υπεροχή έναντι των π.δ. 81/2003 και 164/2004 και τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και κατέληξε στην κρίση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έπρεπε να δεχθεί την από 3.1.2011 αγωγή ως νόμιμη, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο και ως προς τις επικαλούμενες από τις εκκαλούσες συμβάσεις, που είχαν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (βλ.33η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης) .

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Οι ενάγουσες προσλήφθηκαν από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού "ΟΑΕΔ", στο πλαίσιο προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) ανέργων στις υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου και απασχολήθηκαν σε διάφορες υπηρεσίες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο σύμφωνα με το ως άνω πρόγραμμα αποτελούσε τον φορέα υλοποίησης, με τις ειδικότητες του διοικητικού υπαλλήλου και του αρχαιολόγου.

Ειδικότερα, η πρώτη εκκαλούσα -ενάγουσα Ε. Τ., κάτοχος πτυχίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας, απασχολήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού και δη στην Εφορεία Ενάλιων Αρχαιοτήτων ως διοικητικός υπάλληλος (ΠΕ) με συνεχές ωράριο εργασίας, τα χρονικά διαστήματα από 17.4.2007 έως 31.12.2008 και από 7.4.2009 έως 29.10.2010 (με την αναπλήρωση αδειών), καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Υπηρεσίας [...].

Η δεύτερη εκκαλούσα -ενάγουσα Ρ. Λ., κάτοχος πτυχίου Ιστορίας-Αρχαιολογίας απασχολήθηκε στην 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ως αρχαιολόγος στον τομέα των ανασκαφών, το χρονικό διάστημα από 20.8.2007 έως 20.8.2008 σύμφωνα με τη σύμβαση, χρονικό διάστημα, όμως, που παρατάθηκε έως 31.12.2008 [...]. Εν συνεχεία απασχολήθηκε στην ίδια ως άνω υπηρεσία το χρονικό διάστημα από 8.4.2009 έως 5.11.2010 αρχικά ως διοικητική υπάλληλος και εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. 20/1/22.3.2010 απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών με την ειδικότητα ΠΕ Αρχαιολόγου.

Η τρίτη εκκαλούσα -ενάγουσα Π. Μ., απόφοιτη Γενικού Λυκείου, απασχολήθηκε στην 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ως διοικητική υπάλληλος (ΔΕ) στο Τμήμα Λογιστηρίου το χρονικό διάστημα από 2.5.2007 έως 2.5.2008 σύμφωνα με τη σύμβαση, χρονικό διάστημα όμως που παρατάθηκε έως τις 31.12.2008 [...] και εν συνεχεία στη διοικητική υποστήριξη και δη στο τηλεφωνικό κέντρο της ίδιας ως άνω Εφορείας από 8.4.2009 έως 8.11.2010 [...].

Η τέταρτη εκκαλούσα -ενάγουσα Ε. Τ., απόφοιτος Λυκείου, απασχολήθηκε στη νεοσύστατη 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, το χρονικό διάστημα από 2.4.2007 έως 31.12.2008 και από 13.4.2009 έως 12.10.2010, ως αρχαιοφύλακας, ούσα επιφορτισμένη, πέραν της εξυπηρέτησης πολιτών και με την εισαγωγή στοιχείων σε Η/Υ για βάσεις δεδομένων, με την αποκλειστική διαχείριση του Αρχείου, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην οργάνωση του Αρχείου της νεοσύστατης 25ης ΕΒΑ.

Η πέμπτη εκκαλούσα- ενάγουσα Χ. Ζ., απόφοιτος Λυκείου, απασχολήθηκε στην 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων το χρονικό διάστημα από 21.5.2007 έως 31.12.2008 και από 13.4.2009 έως 12.10.2010 με την ειδικότητα Διοικητικού (ΔΕ) στο Γραφείο της Αρχαίας Κορίνθου στο πρωτόκολλο, ούσα επιφορτισμένη με την αποκλειστική δακτυλογράφηση στον Η/Υ πάσης φύσεως εγγράφων, τη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικά τη γραμματειακή υποστήριξη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στις ανωτέρω υπηρεσίες του εναγομένου, έχοντας το ίδιο αντικείμενο εργασίας και το ίδιο ωράριο με τους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου και ήταν υποχρεωμένες να ακολουθούν τις οδηγίες και τις εντολές των αρμοδίων οργάνων του τελευταίου, τα οποία είχαν και την εποπτεία του τρόπου εργασίας τους, αφού στην πραγματικότητα η απασχόλησή τους αποσκοπούσε στην κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και την κάλυψη των ελλείψεων σε τακτικό προσωπικό, ενώ οι προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις τους είχαν κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, καθώς μεσολαβούσαν διαστήματα μικρότερα των τεσσάρων μηνών μεταξύ τους και ως εκ τούτου μπορούν να χαρακτηριστούν ως μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι ενάγουσες, παρότι προσλήφθηκαν με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν από το εναγόμενο για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών και απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτού, μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής, συναρτώμενες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του.

Εξάλλου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η μακροχρόνια απασχόλησή τους είχε σκοπό μόνο την επαγγελματική τους κατάρτιση, τη μαθητεία, την ένταξη ή την επανεκπαίδευσή τους επί ενός αντικειμένου ευκόλως κατανοητού, όπως είναι η γραμματειακή υποστήριξη. Το εναγόμενο δε αποσκοπούσε σ' αυτή καθεαυτή την απασχόληση των εναγουσών για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του και όχι στην παροχή εκπαίδευσης σε αυτές και επομένως η πραγματική φύση απασχόλησης των εναγουσών ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου . [...].

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο από την αρχική τους πρόσληψη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου, η ύπαρξη των οποίων δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας που παρείχαν, αλλά ούτε από κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο και επομένως ο χαρακτηρισμός τους ως συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, το εναγόμενο δε μη αποδεχόμενο τις υπηρεσίες τους έχει καταστεί υπερήμερο, εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, που ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" επιτελεί τους σκοπούς της κοινοτικής οδηγίας 1999/70/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκάστη εξ αυτών και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές καταβάλλοντάς τους τις νόμιμες αποδοχές τους, απειλουμένης χρηματικής ποινής ύψους 150 ευρώ για κάθε μέρα παράλειψής του εναγομένου να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του αυτή.".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. ΑΚ, 21 του Ν. 2190/1994, 20 παρ.1 και 15 Ν. 2639/1998, καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και στην περίπτωση που οι αναιρεσίβλητες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Επιπλέον, με την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή και τις εφαρμοστέες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 και της παραγράφου 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Τούτο διότι σύμφωνα και με τις διατάξεις αυτές οι δύο συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, με βάση τις οποίες τοποθετήθηκαν οι αναιρεσίβλητες στις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρεχόταν εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ως άνω φορέα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεν επιτρέπεται, ούτε κατ` εξαίρεση, να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Κατ' ακολουθία αυτών, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμοι.

Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, με αριθμό 1888/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσία την από 19.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 37990/3134/2021 έφεση των δεύτερης, τρίτης, έβδομης, δέκατης πέμπτης και δέκατης έκτης εναγουσών - πρώτης, δεύτερης τρίτης, τέταρτης και πέμπτης εκκαλουσών και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 2393/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 3.1.2011 και με αριθμό κατάθεσης 796/30/2011 αγωγή, (την οποία, όπως ήδη λέχθηκε, είχαν ασκήσει οι ως άνω ενάγουσες- εκκαλούσες -αναιρεσίβλητες, από κοινού με δεκατρείς ακόμη ενάγοντες, μη διαδίκους στην κατ' έφεση δίκη), και, αφού κράτησε και δίκασε την άνω αγωγή τη δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη. Εξάλλου, αφού κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου και δεύτερου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης γίνεται δεκτή στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα του τρίτου (και τελευταίου) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 533/2020, ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017).

Περαιτέρω, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι δεύτερη, τρίτη, έβδομη, δέκατη πέμπτη και δέκατη έκτη ενάγουσες και ήδη πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες για τη νομική θεμελίωση της από 3.1.2011 αγωγής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Αναιρετικό Τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί κατ' ουσίαν η ως άνω από 19.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 37990/3134/2021 έφεση των ως άνω εναγουσών -εκκαλουσών -αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 2393/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των νομικών διατάξεων που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη η από 3.1.2011 και με αριθμό κατάθεσης 796/30/2011 αγωγή (όλων των εναγόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι εκκαλούσες και ήδη αναιρεσίβλητες).

Τέλος, οι αναιρεσίβλητες, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των εν γένει δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή και εκείνων που αφορούν το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και εκείνων που αφορούν τη παρούσα αναιρετική δίκη, στην οποία αυτό παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) μειωμένων, όμως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 1888/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 19.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 37990/3134/2021 έφεση των δεύτερης, τρίτης, έβδομης, δέκατης πέμπτης και δέκατης έκτης των εναγουσών - πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εκκαλουσών -αναιρεσίβλητων, με την οποία ζητούν να εξαφανισθεί η με αριθμό 2393/2918 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την από 3.1.2011 και με αριθμό κατάθεσης 796/30/2011 αγωγή, την οποία αυτές είχαν ασκήσει από κοινού με άλλους δέκα τρεις ενάγοντες και μη διαδίκους στην κατ' έφεση δίκη.

Καταδικάζει τις εκκαλούσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησασας ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ