1475/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπασχολούμενοι με συμβάσεις έργου για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών σε ΝΠΔΔ, οι οποίοι, κατόπιν, κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Δεν δικαιούνται δώρα εορτών και επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα πριν από την κατάταξή τους. Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή στην Τακτική Ολομέλεια για την αληθινή έννοια του άρθρου 17 παρ.8 εδ. β’ του ν. 2839/2000.
Legislator headnote
AI generated1475/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινής απόφασης 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, σε όλους τους μισθωτούς, οι οποίοι απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, καταβάλλεται επίδομα (δώρο) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως ορίζεται ειδικότερα στην απόφαση αυτή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1475 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Απασχολούμενοι με συμβάσεις έργου για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών σε ΝΠΔΔ, οι οποίοι, κατόπιν, κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Δεν δικαιούνται δώρα εορτών και επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα πριν από την κατάταξή τους. Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή στην Τακτική Ολομέλεια για την αληθινή έννοια του άρθρου 17 παρ.8 εδ. β’ του ν. 2839/2000.
Αριθμός 1475/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Β. Μ., 2) Μ. Μ., 3) Γ. Α., 4) -, 5) Α. Μ., 6) Γ. Θ., 7) Ε. Χ., 8) Α. Δ., 9) Κ. Χ., 10) Κ. Μ., 11) Ε. Θ., 12) Ε. Ρ., 13) Μ. Τ., 14) Σ. Μ., 15) Α. Μ., 16) Ε. Σ. και 17) Α. Μ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν οι 1ος, 3ος, 6ος, 8ος, 9ος, 10η, 12η, 13η, 14ος και 17η μετά, οι δε λοιποί δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΚΑΘΟΥ Η ΚΛΗΣΗ: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Παρέδρου του ΝΣΚ Ευτυχίας Κασομένου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 395/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4328/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11-6-2007 αίτηση τους, επί της οποίας εκδόθηκε ήδη η 260/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διεξαχθεί την 8-12-2009. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 10-11-2010 κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 27-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 και 1 παρ.3 του ν. 4547/1966, όλοι οι μισθωτοί, εφ' όσον απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, δικαιούνται να λάβουν, κατά την έναρξη της κανονικής τους άδειας, και το επίδομα αδείας. Για τη λήψη του επιδόματος αδείας πρέπει ο μισθωτός αφ' ενός να υπάγεται στις διατάξεις του α.ν. 539/1945 ή σε άλλες διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση κανονικής άδειας και αφ' ετέρου να δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κανονική άδεια με αποδοχές.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινής απόφασης 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, σε όλους τους μισθωτούς, οι οποίοι απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, καταβάλλεται επίδομα (δώρο) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως ορίζεται ειδικότερα στην απόφαση αυτή.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000, "Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000, στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα της τελευταίας απασχόλησης, εφ' όσον κατά την 31-3-2000: (α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, (β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, (γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής, (δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 [που ορίζουν τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών] και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 [που απαγορεύουν την κατάρτιση συμβάσεων έργου για την αντιμετώπιση παγίων και διαρκών αναγκών], (ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται".
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.11 του ν. 3255/2004, "Για το προσωπικό που προσλήφθηκε για την εκτέλεση ερευνητικών έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται μέσω των ειδικών λογαριασμών των Πανεπιστημίων, ΤΕΙ, Ερευνητικών Κέντρων και Ερευνητικών Ινστιτούτων ή για την εκτέλεση προγραμμάτων σπουδών επιλογής που χρηματοδοτούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 2 παρ.23 του ν. 2621/1998 και άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 2640/1998), δεν απαιτείται για την εφαρμογή της παρ.1 του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 η συνδρομή της προϋποθέσεως (δ) της παραγράφου αυτής".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.8 του ν. 2839/2000 "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους, από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ.α' της παρ.1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: Το δικαίωμα του εργαζόμενου για τη χορήγηση επιδόματος αδείας και δώρων εορτών προϋποθέτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Κατά συνέπεια, δικαίωμα για τη χορήγηση των εν λόγω παροχών δεν γεννάται εάν μεταξύ των ενδιαφερομένων λειτουργεί σύμβαση έργου.
Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή ως σύμβασης έργου γίνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αξιολόγηση όλων των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή καταρτίσθηκε και λειτούργησε, ανεξάρτητα από την ονομασία, την οποία προσέδωσαν οι ενδιαφερόμενοι (Ολ. ΑΠ 18/2006). Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000 επιτράπηκε [μεταξύ άλλων και] στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου να κατατάξουν το προσωπικό που απασχολούσαν [είτε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε] με σύμβαση μίσθωσης έργου σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλεγόταν, υπό στοιχείο (δ), και το να μην απέβλεπε η πρόσληψη του προς κατάταξη προσωπικού, κατά το χρόνο που είχε γίνει, στην αντιμετώπιση παγίων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας του φορέα πρόσληψης. Να ήταν, δηλαδή, "γνήσια" σύμβαση έργου και να μην υπέκρυπτε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Όπως, όμως, ορίσθηκε μεταγενέστερα, με το άρθρο 3 παρ. 11 του ν. 3255/ 2004, η εν λόγω προϋπόθεση δεν ήταν απαραίτητη για την κατάταξη προσωπικού που είχε προσληφθεί με σύμβαση έργου για την εκτέλεση ερευνητικών έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται μέσω των ειδικών λογαριασμών [μεταξύ άλλων και] των Πανεπιστημίων.
Για την περίπτωση, δηλαδή, του προσωπικού αυτής της κατηγορίας, η κατάταξη σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ήταν, κατ' εξαίρεση, επιτρεπτή, ακόμη και αν η πρόσληψη είχε γίνει από την αρχή με σύμβαση έργου που υπέκρυπτε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε σ' αυτό το Δικαστήριο, η αληθινή έννοια της διάταξης του εδ.α' της παρ.8 του άρθρου 17 του ν. 2839/2000, που διαλαμβάνει ότι από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης στην οποία έχουν καταταγεί, είναι ότι με την κατάταξη δεν δημιουργείται υπέρ των εργαζομένων δικαίωμα λήψεως των αποδοχών της θέσης εργασίας αορίστου χρόνου αναδρομικώς, δηλαδή και για το χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση της πράξης κατάταξης.
Και ακόμη, σύμφωνα, πάντοτε, με τη γνώμη που επικράτησε σ' αυτό το Δικαστήριο, η αληθινή έννοια της διάταξης του εδ.β' της παρ.8 του άρθρου 17 του ν. 2839/ 2000, που διαλαμβάνει ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου [που είχαν λειτουργήσει προηγουμένως και αποτελέσει προϋπόθεση της κατάταξης σε θέση εργασίας αορίστου χρόνου] λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, είναι ότι το εισαγόμενο πλάσμα δικαίου αποβλέπει στη μη απώλεια της προϋπηρεσίας των εργαζομένων στον οικείο φορέα απασχόλησης κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών τους και δεν δημιουργεί δικαίωμα για αναζήτηση πρόσθετων αποδοχών για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης τους πριν από την κατάταξη, αφού κάτι τέτοιο αποκλείεται σύμφωνα με τον ορισμό του εδ.α' της αυτής παραγράφου.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έκρινε επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη:
Ότι οι ενάγοντες, πλην της τέταρτης, ως προς την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και η οποία έκτοτε δεν μετέχει στη δίκη (ήδη αναιρεσείοντες), εντός των ετών 1999 έως 2001, είχαν καταρτίσει εγγράφως με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, εκπαιδευτικό ίδρυμα πανεπιστημιακού επιπέδου) διαδοχικές συμβάσεις έργου για την εκτέλεση διαφόρων ερευνητικών έργων ή προγραμμάτων που χρηματοδοτούνταν από ειδικούς λογαριασμούς αυτού.
Ότι σε κάθε σύμβαση οριζόταν η χρονική διάρκεια αυτής, το συμφωνηθέν έργο στο πλαίσιο εκτέλεσης του συγκεκριμένου προγράμματος, η συμφωνηθείσα κατ' αποκοπή αμοιβή ενός εκάστου ενάγοντος, ως εργολάβου και ο επιστημονικά υπεύθυνος του προγράμματος, που θα επέβλεπε την ακριβή τήρηση των όρων της συμβάσεως.
Ότι, προς εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, οι ενάγοντες εκτέλεσαν τα έργα που είχαν ανατεθεί στον καθένα, τα οποία, ως εκ της φύσεως τους, πραγματοποιήθηκαν στους χώρους και στις εγκαταστάσεις του εναγομένου, στις εργάσιμες ημέρες και ώρες, κατά τις οποίες λειτουργούσαν οι υπηρεσίες αυτού. Ότι, με την 19838/ 2-11-2001 πράξη της πρυτανικής αρχής του εναγομένου, όλοι οι ενάγοντες (πλην της δέκατης έβδομης) κατατάχθηκαν σε ειδικά συσταθείσες προσωρινές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διότι διαπιστώθηκε αρμοδίως ότι στο πρόσωπο ενός εκάστου εξ αυτών συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000, ήτοι το ότι α) οι αλλεπάλληλες συμβάσεις έργου για τον καθένα είχαν διάρκεια τουλάχιστον 24 μηνών, β) μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων δεν μεσολαβούσε χρόνος διακοπής μεγαλύτερος των 2 μηνών, γ) οι υπηρεσίες τους είχαν παρασχεθεί από την 1-1-1995 και εφεξής, δ) κατά την κατάρτιση των συμβάσεων έργου δεν είχαν παραβιασθεί οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, ήτοι τα ανατεθέντα έργα δεν ανάγονταν στον κύκλο των συνηθισμένων καθηκόντων των τακτικών υπαλλήλων του εναγομένου και ε) όπως είχε γνωμοδοτήσει το αρμόδιο πρυτανικό συμβούλιο, οι ενάγοντες επρόκειτο εφεξής να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου.
Ότι οι ενάγοντες, με τις υπηρεσίες που παρείχαν στο εναγόμενο κατά τη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων έργου, δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, αφ' ενός διότι, όσοι από αυτούς απασχολήθηκαν στην εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων, είχαν παροδικό αντικείμενο, συνυφασμένο με την προσωρινή διάρκεια των προγραμμάτων αυτών, τα οποία χρηματοδοτούνταν από ειδικούς λογαριασμούς και δεν δημιουργούσαν στο εναγόμενο μόνιμες υποχρεώσεις, αναγόμενες στα συνήθη καθήκοντα των τακτικών υπαλλήλων του και αφ' ετέρου διότι, όσοι από αυτούς απασχολήθηκαν σε έργα τεχνικής υποστήριξης, είχαν, επίσης, παροδικό αντικείμενο, για την κάλυψη του οποίου δεν υπήρχε μόνιμο προσωπικό.
Ότι, ως εκ τούτου, οι συμβάσεις έργου είχαν καταρτισθεί εξ αρχής εγκύρως και οι ενάγοντες νομίμως κατατάχθηκαν στη συνέχεια σε προσωρινές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, που δεν παρείχαν στο εναγόμενο εξαρτημένη εργασία πριν από την κατάταξή τους, δεν δικαιούνται για το πριν από την κατάταξη χρονικό διάστημα τη χορήγηση επιδόματος αδείας και δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από τη διάταξη του εδ.β' της παρ.8 του άρθρου 17 του ν. 2829/2000, η οποία αναφέρεται μόνο στη ρύθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης των συμβασιούχων έργου μετά την κατάταξη αυτών σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου και δεν υποδηλώνει ότι οι συμβάσεις τους ήσαν άνευ άλλου τινός συμβάσεις εργασίας.
Κατόπιν αυτού, το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 22-12-2003 ένδικη αγωγή, που είχε ως αντικείμενο την επιδίκαση επιδόματος αδείας και δώρων εορτών για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν λειτουργήσει οι συμβάσεις έργου. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας:
α) ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000 ως προς την κατάταξη των αναιρεσειόντων (εναγόντων) σε προσωρινές θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, της οποίας, άλλωστε, η νομιμότητα δεν αμφισβητήθηκε και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ενώπιον εκείνου διαγνωστικής δίκης, β) ορθά δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ.11 του ν. 3255/2004, ως προς την κατ' εξαίρεση κατάταξη σε προσωρινές θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου του προσωπικού που είχε προσληφθεί για την εκτέλεση ερευνητικών έργων ή προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από ειδικούς λογαριασμούς των Πανεπιστημίων, ακόμη και αν απέβλεπε στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών, διότι ο νόμος αυτός, που δημοσιεύθηκε την 22-7-2004, δεν ίσχυε ούτε κατά το χρόνο κατάταξης των αναιρεσειόντων (Νοέμβριος 2001) ούτε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Απρίλιος 2004) και, άλλωστε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, οι αναιρεσείοντες κατατάχθηκαν ως έχοντες συμβάσεις έργου για την κάλυψη περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών και γ) ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 200, 648, 681 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 8 εδ.γ' του ν. 2112/1920 και 17 του ν. 2839/2000, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων πριν από την κατάταξη των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο πρώτος, ως προς το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού και ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ως άνω ερμηνεία που δόθηκε από την πλειοψηφήσασα γνώμη αυτού του Δικαστηρίου στη διάταξη του άρθρου 17 παρ.8 εδ.β' του ν. 2839/2000, το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είχαν προσφέρει στο αναιρεσίβλητο υπηρεσίες με γνήσιες συμβάσεις έργου, οδηγεί μεν στην εφαρμογή του πλάσματος δικαίου ότι ο χρόνος διάρκειας των συμβάσεων έργου λογίζεται ως διανυθείς με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως προς όλες τις συνέπειες που συνδέονται με την προϋπηρεσία αυτών προκειμένου να προσδιορισθούν οι αποδοχές μετά την κατάταξη, δεν δημιουργεί, όμως, υπέρ αυτών δικαίωμα αναδρομικής αναζήτησης αποδοχών που προϋποθέτουν σύμβαση εργασίας, για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης πριν από την έκδοση της πράξεως κατάταξης.
Επομένως, σύμφωνα με την πλειοψηφήσασα γνώμη, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, και ως προς το τρίτο μέρος αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών αυτού του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του προεδρεύοντος αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου και του αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, ως προς το τρίτο μέρος αυτού, θα έπρεπε να κριθεί βάσιμος, διότι κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 17 παρ.8 εδ.β' του ν. 2839/2000, που καθιερώνει πλάσμα δικαίου και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι, όπως δέχθηκε ανελέγκτους το Δικαστήριο της ουσίας, επρόκειτο περί γνησίων συμβάσεων έργου, που δεν υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία, εφ' όσον κατά την κατάρτιση τους δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, ο διαδραμών χρόνος υπηρεσίας με σύμβαση έργου στο φορέα, στον οποίο πραγματοποιείται μετά ταύτα η κατάταξη, λογίζεται ως διανυθείς με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως προς όλες τις συνέπειες, ήτοι και ως προς το δικαίωμα των απασχοληθέντων να λάβουν επίδομα αδείας και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας.
Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η απόφαση ως προς το τρίτο μέρος του πρώτου από τους λόγους της αιτήσεως λαμβάνεται με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει, κατ' άρθρο 563 παρ.2 εδ.β' ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί ο λόγος αυτός, ως προς το ρηθέν μέρος του, ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, απορριπτόμενου κατά τα λοιπά του λόγου αυτού ως και του δευτέρου λόγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον πρώτο, ως προς το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού και το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως. -Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το τρίτο μέρος αυτού, ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2011. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, την 27η Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ