Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of impact on case outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against the Athens Court of Appeal's judgment of December 29, 2006. The appellants argued that the lower court failed to consider a prior criminal court decision regarding their parents' debt and ignored evidence of their lack of knowledge about the property transfer. The court ruled that these arguments were legally irrelevant because the contract of parental support is a gratuitous act not requiring knowledge, and the guarantor's liability is independent of the principal debtor's situation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the non-consideration of a prior judgment or the distortion of facts is inadmissible if the alleged error does not affect the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1475 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1475/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Κ. του Π., 2. Ε. συζ. Χ. Κ. το γένος Χ. Ζ. 3. Π. Κ. του Χ. και 4. Χ. Κ. του Χ., απάντων κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάκο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Απριλίου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3019/1996 προδικαστική, 5150/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9175/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Αυγούστου 2010 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 189/18-2-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 9175/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 189/18-2-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 9175/29-12-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 3704/8-4-1993 αγωγή η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εδίωκε την διάρρηξη, κατά την έννοια των άρθρων 939 επ. ΑΚ, της συνομοληγηθείσης μεταξύ των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και διατυπούμενης 559/10-4-1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Πετρέσκου - Λάχανη συμβάσεως γονικής παροχής του περιγραφομένου στο εν λόγω συμβόλαιο ακινήτου.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 3019/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή τους, κατά παραδοχή της, η 5150/2004 οριστική αυτού απόφαση, με παράλληλη απόρριψη ως μη νομίμου, σε συνέπεια με την επελθούσα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 2298/1995 τροποποίηση του άρθρου 936 ΚΠολΔ, απόρριψη του αγωγικού αιτήματος για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για αναμεταβίβαση του ακινήτου από τους τρίτο και τέταρη των εναγομένων στους λοιπούς και κατά τούτο ανάκληση της αντιθέτως αποφανθείσης μη οριστικής αποφάσεως.
Την οριστική πρωτοβάθμια απόφαση προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την 5956/5-7-2005 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 9175/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αιτιολογίες και αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.
Ειδικότερα ανελέγκτως δέχθηκε " Με την 2843/25-4-1989 αρχική σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού κατάρτισε η εφεσίβλητη - ενάγουσα με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο " ΜΑΡΜΑΡΑ ΚΑΡΑΠΑΝΟΥ ΕΠΕ " και τις αυξητικές συμβάσεις αυτής χορήγησε διαδοχικά σ' αυτήν πιστώσεις συνολικού ποσού 60.000.000 δρχ.
Στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκαν εγγράφως ως εγγυητές υπέρ της πρωτοφειλέτριας οι πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων, οι οποίοι παραιτήθηκαν μάλιστα του ευεργετήματος της διζήσεως. Την 29-6-1990 η εφεσίβλητη, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, έκλεισε το λογαριασμό, ο οποίος εμφάνιζε κατά το κλείσιμο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας συνολικού ποσού 35.714.520 δρχ., το οποίο και κατέστη έντοκο από 2-7-1990 μετά τη μεταφορά του σε λογαριασμό καθυστερήσεων.
Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως της εφεσίβλητης, εκδόθηκε κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των εγγυητών η υπ' αριθμ. 9626/1990 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί, ο καθένας τους εις ολόκληρο, να της καταβάλουν το πιο πάνω ποσόν πλέον τόκων και εξόδων, η οποία και κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 2679/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Για όλες αυτές τις ενέργειες ενημερώθηκαν επισήμως οι πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων, όπως τούτο προκύπτει ειδικότερα: α) από τις … και … εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ε. Κ. - Π., με τις οποίες επιδόθηκε στους πρώτο και δεύτερο των εκκαλούντων η από 29-6-1990 επιστολή της εφεσίβλητης για το κλείσιμο των σχετικών λογαριασμών και τους γνωστοποιούσε το κατάλοιπο, καλώντας τους συγχρόνως να εξοφλήσουν την προς αυτήν οφειλή τους ποσού 35.714.520 δρχ., β) από τις … και … εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ.
Τ., με τις οποίες επιδόθηκε στους ίδιους αντίγραφο από εκτελεστό απόγραφο της 9626/1990 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) από τις 138 και 139/25-10-1991 εκθέσεις του ίδιου δικαστικού επιμελητή, με τις οποίες επιδόθηκε στους ίδιους η 6961/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή τούτων κατά της πιο πάνω διαταγής πληρωμής.
Κατά συνέπεια γνώριζαν αυτοί την κίνηση του αρχικού λογαριασμού και το ακριβές του υπόλοιπο και συνακόλουθα την σε βάρος τους αξίωση της εφεσίβλητης λόγω της ιδιότητας αυτών ως εγγυητών, έστω και αν κατά τον επίμαχο χρόνο που θα αναφερθεί παρακάτω είχαν μεταβιβάσει το σύνολο των εταιρικών τους μεριδίων στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία και η συμμετοχή της δεύτερης τούτων στη διαχείριση και εκπροσώπηση αυτής ήταν απολύτως τυπική, όπως αυτοί ισχυρίζονται.
Επιπλέον γνώριζαν αυτοί και την παντελή έλλειψη άλλων αξιόπιστων ασφαλειών για το σύνολο της απαιτήσεως της εφεσίβλητης από την αιτία που προαναφέρθηκε. Ειδικότερα, σε ένα διαμέρισμα τούτων, εμβαδού 109 μ2 στην Ηλιούπολη Αττικής είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης η Ιονική Τράπεζα της Ελλάδος για ποσόν 15.000.000 δρχ, και δεν υπήρχε συμφέρον για την εγγραφή άλλης προσημειώσεως εκ μέρους της εφεσίβλητης προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της, γιατί δεν υπήρχε διασφαλιστική αξία.
Επίσης υπήρχε και ένα αγροτεμάχιο στην περιοχή των Μεγάρων, εμβαδού 200 μ2 και αξίας 1.000 δρχ ανά μ2, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες της εφεσίβλητης, που δεν κάλυπτε προφανώς την απαίτηση της. Αντιθέτως, το μόνο αξιόλογο στοιχείο, ελεύθερο βαρών, που είχαν οι πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων, ήταν το εντός σχεδίου πόλεως ακίνητο στη θέση … του Δήμου Αρτέμιδος Αττικής, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω.
Το εν λόγω ακίνητο, άρτιο και οικοδομήσιμο και εμβαδού 217,84 μ2 κατά τον τίτλο κτήσεως και 214,10 μ2 κατά νεώτερη καταμέτρηση, με βάση το από Μαρτίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογραφικού μηχανικού Γ. Γ., και με την επ' αυτού ισόγεια λυομένη οικία μεταβίβασαν κατ' ισομοιρία οι πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων στους τρίτο και τετάρτη τούτων με το … συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Πετρέσκου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού ανερχόταν κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως στο ποσό των 2.811.743 δρχ. Με τη μεταβίβαση όμως αυτή γνώριζαν οι πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων ότι στερούσαν τη δυνατότητα της εφεσίβλητης Τράπεζας, να επιληφθεί του ακινήτου τους, επιχειρώντας αναγκαστική εκτέλεση, αφού η υπολειπόμενη περιουσία τους, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, δεν αρκούσε λόγω των εμπράγματων βαρών που προηγούνταν εκείνης να ικανοποιήσει μέρος έστω της αξιώσεως της.
Θα πρέπει μάλιστα να επισημανθεί και το γεγονός ότι η μεταβίβαση αυτή έλαβε χώρα 25 μόλις ημέρες μετά τη δημοσίευση της 2679/1992 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, την έφεση τούτων κατά της 6961/1991 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει προηγουμένως την ανακοπή αυτών κατά της 9626/1990 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Στο συμπέρασμα αυτό ως προς τη γνώση των πρώτου και δεύτερης των εκκαλούντων για το ότι η υπολειπόμενη περιουσία τους δεν αρκούσε προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της εφεσίβλητης κατέληξε και η προσβαλλόμενη απόφαση, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Παράλληλα απέρριψε τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων (α) για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης μετά την κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας εκχώρηση της απαιτήσεώς της στο Ελληνικό Δημόσιο, (αα) κύρια κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 225 παρ. 2 εδ. 1 ΚΠολΔ και (ββ) με την επάλληλη επικουρική αιτιολογία. " Ανεξαρτήτως όμως όλων αυτών, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη, η εκχώρηση των σχετικών απαιτήσεών της προς το Δημόσιο έγινε μέχρι του ποσού των 20.400.000δρχ.
για το οποίο και είχε εγγυηθεί το τελευταίο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των δύο πρώτων εκκαλούντων, ενώ το σύνολο των απαιτήσεών της κατ' αυτών ανερχόταν στο ποσόν των 69.118.208 δρχ. το οποίο και βεβαιώθηκε σε βάρος τους στην οικεία Δ.Ο.Υ Ψυχικού, και κατά συνέπεια για το υπόλοιπο ποσόν των 48.718.208 δρχ.. εξακολουθούσε αυτή να είναι δικαιούχος των σχετικών απαιτήσεων, νομιμοποιουμένη εξ ιδίου δικαίου στην εξακολούθηση της σχετικής δίκης.
Ορθά λοιπόν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και χωρίς αιτιολογίες, απέρριψε σιωπηρά την ένσταση αυτή των εκκαλούντων - εναγομένων, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν αυτοί με τον πρώτο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.", (β) για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως των δυο πρώτων των αναιρεσειόντων για τον λόγο ότι η προσβαλλόμενη σύμβαση γονικής παροχής αφορά ακίνητο το οποίο δεν ανήκει στην κυριότητα της πρωτοφειλέτιδος εταιρίας, αρκούσης, κατά τις αιτιολογίες της, της εγγυητικής αυτών ευθύνης ως αυτοοφειλετών, μετά την παραίτησή τους από την ένσταση διζήσεως και (γ) της άγνοιας των τρίτου και τέταρτης των αναιρεσίβλητων για τον καταδολιευτικό σκοπό των λοιπών, γονέων τους, κατά την κατάρτιση της προς διάρρηξη συμβάσεως γονικής παροχής (αα) κύρια κατ' εφαρμογή του άρθρου 942 ΑΚ, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της ότι η γονική παροχή αποτελεί δικαιοπραξία από χαριστική αιτία και (ββ) με την επάλληλη επικουρική αιτιολογία "Ωστόσο σε κάθε περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι οι τρίτος και τέταρτη των εκκαλούντων, ηλικίας 20 και 19 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως, γνώριζαν, παρά την απουσία τους στο εξωτερικό λόγω σπουδών, ότι οι γονείς τους τυγχάνουν οφειλέτες της εφεσίβλητης ως εγγυητές της πρωτοφειλέτριας εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΕΠΕ", δεδομένου ότι κοινοποιούνταν στην οικία τους προγράμματα πλειστηριασμών, δικαστικές αποφάσεις και η επιστολή για το εξώδικο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, την οποία παρέλαβε μάλιστα η ίδια η τέταρτη των εκκαλούντων.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι τρίτος και τέταρτη των εκκαλούντων κηρύχθηκαν αθώοι με την 2803/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της σε βάρος τους κατηγορίας για την πράξη της καταδολιεύσεως δανειστών με το αιτιολογικό ότι δεν γνώριζαν τα χρέη των γονέων τους.
Αντιθέτως οι τελευταίοι καταδικάσθηκαν μεν πρωτοδίκως, πλην όμως με την 4178/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έπαυσε η κατ' αυτών ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Πρέπει λοιπόν και ο τέταρτος λόγος εφέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολόγηση σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα:
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και προσδιορίζεται από το αίτημα αγωγής ενδίκου μέσου ή βοηθήματος. Περιλαμβάνονται, επιπρόσθετα οι διαδικαστικές αιτήσεις, όταν η αιτούμενη διαδικαστική πράξη είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο.
Δεν αποτελούν αίτηση κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια και επομένως δεν στοιχειοθετείται ό λόγος αυτός αναιρέσεως όταν η διαδικαστική αίτηση αφορά διαδικαστική πράξη, που εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, όπως η παρεχόμενη από την διάταξη του άρθρου 149 παρ. 5 ΚΠολΔ του προϊσχύσαντος του ν. 2915/29-5-2001 (άρθρου 1 παρ. 3 αυτού) δικονομικού καθεστώτως δυνατότητά του να χορηγήσει νέα προθεσμία προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον έκτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 558 περ. 9 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστο τα αίτημα των αναιρεσειόντων για χορήγηση νέας προθεσμίας διεξαγωγής αποδείξεων για την εξέταση και του δευτέρου μάρτυρα τους, περιορισθείσα στην απόρριψη του αντίστοιχου παραπόνου τους κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, στο οποίο και περιορίζετο ο σχετικός έκτος λόγος εφέσεως, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτος, ο επόμενος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση ότι κατά τρόπο αντιφατικό δέχεται ότι δεν απαιτείται γνώση του τρίτου και τετάρτης των αναιρεσειόντων για τον καταδολιευτικό σκοπό των λοιπών, σε συνέπεια με την νομική παραδοχή της, ότι η σύμβαση γονικής παροχής αποτελεί δικαιοπραξία από χαριστική αιτία (ΑΚ 942), χωρίς παράλληλα να ανακαλεί την 3019/1996 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία αντιθέτως έκρινε και έταξε το σχετικό σε βάρος της αναιρεσίβλητης θέμα αποδείξεως.
Και τούτο για τον λόγο ότι πρόκειται για νομικές αιτιολογίες, στις οποίες αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως, που προϋποθέτει ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, η δε ανάκληση, της μη οριστικής αποφάσεως αποτελεί διαδικαστική πράξη που εναπόκειται ομοίως στην κυριαρχική εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941 παρ.2 και 942 ΑΚ, προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ., την διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους.
Η πρόθεση βλάβης του δανειστή θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση.
Περαιτέρω, η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και, συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική. Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία.
Περαιτέρω, αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 Α.Κ. αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολοκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 Α.Κ.).
Τέτοια δε παθητική εις ολόκληρον ενοχή υφίσταται, σύμφωνα με τις διατάξεις 847, 851 ΑΚ, και στην περίπτωση κατά την οποία με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενο του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στο δανειστή του και, επομένως, όταν καταβάλει σ' αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως, όμως, εκπληρώνει και τη δική του υποχρέωση.
Είναι, κατά συνέπεια, και ο εγγυητής, οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση που έγινε απ' αυτόν προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση του δανειστή του, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων των άρθρων 939 επ.
ΑΚ. Επιπρόσθετα, από τις διατάξεις των άρθ. 939 και επ. ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 του ν.δ. της 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί την από τα άρθ. 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη του, που έγινε προς βλάβη του, πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά την ημέρα της απαλλοτριώσεως, ώστε να φέρει την ιδιότητα αυτή κατά την επιχείρηση της.
Κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της συμβάσεως, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθ. 112 § 2 του ΕισΝΑΚ, δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο), του καταλοίπου.
Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτηση του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαιτήσεως σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη επ' ακροατήριω συζήτηση της αγωγής.
Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντος ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλεια τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγεννημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, έχει, άρα, το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής.
Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των υπολοίπων πιστώσεως και χρεώσεως, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο διαρρήξεως, σε απαλλοτρίωση περιουσιακού του στοιχείου πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προς βλάβη του δανειστή του.
Τέλος, κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει οποίος έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 225 παρ.2 και 3 του ίδιου Κώδικα η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση ευπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση.
Αν ο εναγών μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα, δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποιήσεως, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο. Ως μεταβίβαση, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρείται, κάθε μορφή ειδικής διαδοχής στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα είτε αυτή είναι εκούσια, στηριζομένη στη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, είτε είναι αναγκαστική, που γίνεται με διάταξη νόμου ή με μονομερή πολιτειακή πράξη, εφόσον δεν συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος.
Συνεπώς, μετά την εκκρεμοδικία, είναι επιτρεπτή η εγχώρηση της απαιτήσεως, για την ικανοποίηση της οποίας ασκείται το δικαίωμα της προσβαλλόμενης ως καταδολιευτικής, συμβάσεως το οποίο, ως παρεπόμενο, μεταβιβάζεται με την εγχώρηση (ΑΚ 458), χωρίς τούτο να επιφέρει αναγκαίως κατά νόμο μεταβολή στο πρόσωπο του αρχικού διαδίκου, με υποκατάσταση του εκδοχέα στην θέση αυτού, αλλά το δικαστικό συνάλλαγμα συνεχίζεται, με τους ίδιους διαδίκους έως την περάτωση της δίκης, με μόνη δικονομική δυνατότητα του εκδοχέα να ασκήσει παρέμβαση.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία (α) ότι με την 2843/25-4-1989 αρχική σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και τις διαδοχικές αυτής αυξητικές συμβάσεις η αναιρεσίβλητη "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." χορήγησε στην Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΕΠΕ" πιστώσεις συνολικού ποσού 60.000.000 δρχ, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες, μετά την παραίτησή τους από την ένσταση διζήσεως, ο πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων, (β) ότι ο αλληλόχρεος αυτός λογαριασμός λειτούργησε μέχρι 29-6-1990, όταν η αναιρεσίβλητη, ενεργοποιώντας σχετικό συμβατικό της δικαίωμα, προέβη στο κλείσιμο αυτού, εμφανίζοντας κατ' εκείνο τον χρόνο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας συνολικού ποσού 35.714.520 δρχ, το οποίο κατέστη έντοκο από 2-7-1990 μετά την μεταφορά του σε λογαριασμό καθυστερήσεων, χρηματικό ποσό εις ολόκληρο πληρωμή του οποίου και υποχρεώθηκαν η πρωτοφειλέτρια εταιρεία και οι εκ των αναιρεσειόντων εγγυητές με την εκδοθείσα κατά παραδοχή σχετικής κατ'αυτών απευθυνόμενης αιτήσεως της αναιρεσίβλητης 9626/1990 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας ανακοπή τους απορρίφθηκε με την τελεσίδικη ήδη 6961/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (γ) ότι ο πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων, τελούντες σε γνώση της προς την αναιρεσίβλητη χρηματικής οφειλής τους ως εγγυητών, ευθυνομένων ως αυτοφειλετών, η οποία είχε διαμορφωθεί στο συνολικό ποσό των 69.118.208 δρχ, και επιπρόσθετα ότι η λοιπή περιουσία τους, αποτελούμενη από ένα διαμέρισμα στην Ηλιούπολη Αττικής, εμβαδού 109 τ.μ.
επί του οποίου είχε εγγράφει προσημείωση υποθήκης η Ιονική Τράπεζα της Ελλάδος για ποσό 15.000.000 δρχ και ένα αγροτεμάχιο στην περιοχή των Μεγάρων, εμβαδού 200 τ.μ. και αξίας 1000 δρχ ανά τ.μ., δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της κατ' αυτών χρηματικής αξιώσεως της αναιρεσίβλητης με τη συνομολογηθείσα με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, τέκνα τους, και διατυπούμενη στο … συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Χριστίνας Πετράκου-Λάχανη σύμβαση γονικής παροχής μεταβίβασαν κατ'ισομοιρία στους τελευταίους το περιγραφόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο και στη θέση … του Δήμου Αρτέμιδος Αττικής κείμενο ακίνητο, εμβαδού 214,10 τ.μ., μετά της επ' αυτού λυόμενης ισόγειας οικίας, αξίας κατ' εκείνο τον χρόνο 2.811.743 δρχ και (δ) ότι στην μεταβίβαση αυτή προέβησαν οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων προς τους λοιπούς, τέκνα τους, με σκοπό την ματαίωση της ικανοποιήσεως της κατ' αυτών ως εγγυητών, χρηματικής αξιώσεως της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν προς βλάβη αυτής.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων, ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, ως δανείστριας της πρωτοφειλέτριας και την παθητική νομιμοποίηση των πρώτου και δεύτερη των αναιρεσειόντων, ως εγγυητών αυτής, ευθυνομένων ως αυτοφειλετών, για την έγερση της κατά την έννοια των άρθρων 939 επ ΑΚ περί διαρρήξεως αγωγής, ως και την παραδοχή της, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από την (τυχόν) κατά την διάρκεια της εξ αυτής δημιουργηθείσης εκκρεμοδικίας εγχώρηση από την αναιρεσίβλητη προς το Ελληνικό Δημόσιο του συνόλου της χρηματικής κατ' αυτών αξιώσεως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με όμοιας αξιολογήσεως επάλληλη επικουρική αιτιολογία δέχεται ότι έναντι της συνολικής απαιτήσεως της εγχώρησε προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσό 20.400.000 δρχ, παραμένουσα εντεύθεν δικαιούχος για το υπόλοιπο ποσό των (69.118.208-20.400.000) 48.718.208 δρχ.
Επομένως οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας (1ος, 2ος, 3ος λόγοι) και εκ πλαγίου (1ος, 2ος, 4ος λόγοι) παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, με τον τρίτο από τους οποίους ανεπιτρέπτως πλήττεται παράλληλα η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχονται ως αβάσιμες.
Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, προεχόντως, ως απαράδεκτες, (α) η προβαλλόμενη με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, με την έννοια (αα) ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη (i) τις 20 και 21/1998 αποφάσεις του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και (ii)τις 13332 και 13333 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς (αυτ)απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού ότι η αναιρεσίβλητη εγχώρησε στο Ελληνικό Δημόσιο το σύνολο της κατά του πρώτου και δεύτερης αυτών χρηματικής απαιτήσεως.
Πρόκειται για αναιρετική αιτίαση που συνδέεται με την επικουρική επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία αλυσιτελώς πλήττεται, εφόσον η κύρια αυτής αιτιολογία, με βάση την ορθή νομική παραδοχή της περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 225 παρ.2 εδ.1 ΚΠολΔ, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και (ββ) την … πράξη της συμ/φου Αθηνών Ιωάννας Γιαννοπούλου-Τσωνοπούλου, από την οποία προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων ότι ως μοναδικοί μέτοχοι της πρωτοφειλέτριας εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΕΠΕ", μεταβίβασαν το σύνολο των εταιρικών τους μεριδίων προς την εταιρεία "Χ.Α.-Κ.Κ.
Α.Ε.", η οποία και ανέλαβε οποιαδήποτε υποχρέωση των εν λόγω αναιρεσειόντων ως εγγυητών διαθέτουσα καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο 5.400.000 δρχ. Πρόκειται για αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη ισχυρισμού, που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε συνέπεια με τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης νομική παραδοχή ότι η ευθύνη του εγγυητού, ευθυνόμενου ως αυτοφειλέτη και εις ολόκληρο μετά του πρωτοφειλέτη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από εκείνη του πρωτοφειλέτη, χωρίς να μπορεί να αντιτάξει κατά του δανειστή την ύπαρξη του πρωτοφειλέτη, η μεταξύ των οποίων συμφωνία προφανές είναι ότι δεν μπορεί να αποκλείσει την εγγυητική αυτού ευθύνη και (β)οι διατυπούμενες με τον απομένοντα προς έρευνα έκτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις (αα) κύρια από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη της 2803/1998 αμετάκλητης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο τρίτος και τέταρτη των αναιρεσειόντων αγνοούσαν τα χρέη των λοιπών αναιρεσειόντων γονέων τους και τον λόγο της προς αυτούς γονικής παροχής και (ββ) επικουρικά από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ με την έννοια της παραμορφώσεως της εν λόγω αποφάσεως.
Πρόκειται για αναιρετικές αιτιάσεις που συνδέονται με τον αρνητικό του τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων, της αγωγής ισχυρισμό για άγνοιά τους για την καταδολιευτική πρόθεση των λοιπών, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν διαφοροποιεί το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή ότι η σύμβαση γονικής παροχής αποτελεί δικαιοπραξία από χαριστική αιτία και με την έννοια αυτή δεν απαιτείται γνώση αυτών κατά το άρθρο 942 ΑΚ.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 189/18-2-2009 αίτηση για αναίρεση της 9175/29-12-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ