Legislator Case Law & Legislation
1475/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claims where plaintiff failed to prove unjust enrichment at the time of suit.

Case Number 1475/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Bolero Zaharodi Thrakis AE against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The plaintiff argued the lower court erred in accepting the defendant's claim of ignorance regarding the debt's non-existence, which they alleged was crucial to the case outcome. The court rejected this, ruling that the defendant's knowledge of the debt's absence was a matter of fact evaluation rather than a distortion of evidence, and that the obligation to return unjust enrichment had already expired because the recipient was no longer wealthier at the time of the lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 § 1 (a), 909, 911, 912 of the Civil Code: The obligation to return unjust enrichment is extinguished if the recipient is no longer wealthier at the time of the claim, unless the recipient knew or learned of the debt's non-existence, in which case the obligation persists.

Keywords

AI generated
unjust enrichment extinguishment of obligation knowledge of debt civil procedure appeal burden of proof wealthier status civil liability

Cited Legislation

AI generated
Article 904 § 1 (a) of the Civil Code
Article 909 of the Civil Code
Articles 911 and 912 of the Civil Code
Article 559 § 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1475 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1475/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BOLERO ΖΑΧΑΡΩΔΗ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Κομοτηνή, Βιομηχανική Περιοχή Κομοτηνής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Τρύφωνα Ιορδάνογλου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Κάτσικα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Σεπτεμβρίου 2002 αίτηση - αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 633/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες, ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 904 § 1 εδ. α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 909 ΑΚ η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, αν ο λήπτης του πλουτισμού δεν είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο της επιδόσεως της αγωγής, εφόσον δηλαδή ο πλουτισμός δεν σώζεται, κατά τον χρόνο αυτό, Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 911 και 912 ΑΚ, η ευθύνη του λήπτη, παρά την απώλεια του πλουτισμού του, διατηρείται κατ' εξαίρεση α) σε περίπτωση απαιτήσεως αχρεωστήτου, εφόσον ο λήπτης γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (ΑΚ 911 περ. 1), β) αν πρόκειται για απαίτηση για παράνομη η ανήθικη αιτία (ΑΚ 911 περ. 2) και γ) σε περίπτωση απαιτήσεως για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, αφότου ο λήπτης όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση (ΑΚ 912).

Ως γνώση, κατά την έννοια του άρθρου 911 περ. 1 ΑΚ, θεωρείται η θετική γνώση και δεν αρκεί αμφιβολία, υπαίτια άγνοια ή απλή αμφισβήτηση εκ μέρους του ζημιωθέντος. Περαιτέρω, παράνομη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 911 περ. 2 υπάρχει μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως απαγορευτικής διατάξεως νόμου, ήτοι διατάξεως που αποδοκιμάζει είτε αυτό το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, στο πλαίσιο της οποίας έγινε η περιουσιακή επίδοση, είτε τις συγκεκριμένες συνθήκες συνάψεώς της, ενώ εξάλλου απαιτείται συνείδηση του παράνομου ή ανήθικου χαρακτήρα της επιδόσεως αυτής.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στις 20/6/2001 και 27/9/2001 καταρτίσθηκαν μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε" (ΕΤΒΑ ΑΕ) και της εταιρείας "BOLERO ΖΑΧΑΡΩΔΗ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ", ήδη αναιρεσείουσας δύο δανειακές συμβάσεις, ποσού 630.000.000 δρχ. (1.848.862,80 ευρώ) και 570.000.000 δρχ (1.672.780,63 ευρώ) αντιστοίχως.

Με βάση το άρθρο 27 παρ. 2 των συμβάσεων αυτών ορίσθηκε ότι η οφειλέτρια ανώνυμη εταιρία ήταν υποχρεωμένη να μεριμνήσει με δαπάνες της για την έκδοση δικαστικής αποφάσεως που να επιτρέπει την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της δανείστριας, καθώς και για την εγγραφή των προσημειώσεων υποθήκης στα οικεία βιβλία υποθηκών.

Έτσι, κατόπιν αιτήσεων της τελευταίας, εκδόθηκαν οι 426/2001 και 699/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με τις οποίες, με τη συναίνεση της οφειλέτριας, διατάχθηκε η εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης υπέρ της ETBA AE, επί ακινήτων της οφειλέτριας κειμένων στην βιομηχανική περιοχή Κομοτηνής, μέχρι του ποσού των 750.000.000 δρχ. (2.201.027,15 ευρώ) και 630.000.000 δρχ. (1.848.862,80 ευρώ) αντιστοίχως.

Στη συνέχεια, με σχετικές αιτήσεις προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Υποθηκοφύλακα Κομοτηνής, ζητήθηκε η εγγραφή στα οικεία βιβλία υποθηκών των διαταχθεισών προσημειώσεων υποθήκης. Στις αιτήσεις αναφερόταν ειδικότερα ότι προσφερόταν για κάθε εγγραφή προσημειώσεως το ποσό των 100.000 δρχ. πλέον του ποσού υπέρ ΤΑΧΔΙΚ και των εξόδων για τα αιτούμενα πιστοποιητικά, διατυπώνονταν δε ρητή επιφύλαξη για κάθε, επιπλέον ποσό που θα καταβαλλόταν αχρεωστήτως προκειμένου να γίνει η άμεση εγγραφή των προσημειώσεων.

Η εναγομένη - υποθηκοφύλακας αρνήθηκε να προβεί στην αιτούμενη εγγραφή, υποστηρίζοντας την άποψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2545/1997, τέλη, εισφορές, δικαιώματα και λοιπές επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου και κάθε τρίτου που τυχόν προβλέπονται για τις συμβάσεις δανεισμού, ή άλλες συμβάσεις χρηματοδότησης που συνάπτονται από το φορέα ΒΕΠΕ ή από το φορέα διαχείρισης της ΒΕΠΕ, όπως είναι και η ΕΤΒΑ ΑΕ, ή από πρόσωπα που ασκούν επιχείρηση που έχει εγκατασταθεί στη ΒΕΠΕ, όπως η ενάγουσα - οφειλέτρια ανώνυμη εταιρία, καθώς και για τη σύσταση, εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης ή σύμβαση ενεχύρου για την ασφάλεια των παραπάνω δανείων ή άλλων χρηματοδοτήσεων και των τόκων τους και εφόσον οι χρηματοδοτήσεις αυτές προορίζονται να εξυπηρετούν την επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως εν προκειμένω, περιορίζονται στο 1/5 τα δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου, βάσει του άρθρου 15 παρ. 52 του ν. 2545/1997 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 4 του ν. 325/1976, στο 1,5 %ο υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ, βάσει του άρθρου 5 παρ. 18 του ν. 2408/1996, επί των μεταγραπτέων πράξεων, ενώ τα δικαιώματα του υποθηκοφύλακα σε 3 %ο, τα δε πάγια και τα πιστοποιητικά καθορίζονται με βάση τα άρθρα 15 παρ. 52 του ν. 2545/1997, 3 και 4 του νόμου 325/1976 και το άρθρο 5 παρ. 20 του ν. 2145/1993.

Έτσι, η ενάγουσα - οφειλέτρια και ήδη αναιρεσείουσα, παρά τα αντιθέτως υπ' αυτής υποστηριζόμενα, ότι για τη μεταγραφή υπέρ της ΕΤΒΑ ΑΕ υποθήκης, προσημειώσεως υποθήκης ή κατασχέσεως, τα δικαιώματα των εμμίσθων η αμίσθων υποθηκοφυλάκων δεν μπορούν να υπερβούν το ποσό των 293,47 ευρώ (100.000 δρχ) για κάθε εγγραφή, διατηρούμενης σε ισχύ της διατάξεως του άρθρου 7 παρ.3 του Ν Δ/τος 4366/1964, και την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της, κατέβαλε στην εναγομένη το αιτούμενο παρ' αυτής ποσό αναλογικών και όχι παγίων δικαιωμάτων και τελών και συγκεκριμένα στις 26-6-2001 κατέβαλε το ποσό των 3.893.750 δρχ., (ήτοι 11.268,53 ευρώ), για τη μεταγραφή της προσημειώσεως υποθήκης που διατάχθηκε με την με αριθμό 426/2001 απόφαση και στις 28-9-2001 το ποσό των 3.329.200 δρχ. (9.770,21 ευρώ) για τη μεταγραφή της προσημειώσεως υποθήκης που διατάχθηκε με την με αριθμό 699/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

Εν τω μεταξύ, στις 19/1/2004, δημοσιεύθηκε η 18/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία, κρίνοντας επί συναφούς υποθέσεως, επέλυσε τελικώς το ως άνω νομικό ζήτημα για το αν οφείλονται αναλογικά ή πάγια δικαιώματα για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της ΕΤΒΑ, η εναγομένη δε, που υπήρξε διάδικος στη δίκη εκείνη, έκτοτε έλαβε γνώση της ορθής ερμηνείας των σχετικών διατάξεων.

Ήδη όμως είχε καταθέσει: α) ποσά 1320,58 ευρώ (449.988 δρχ) και 1144,5 ευρώ (389.988 δρχ), στο Δημόσιο Ταμείο Κομοτηνής, ως αντιστοιχούντα σε δικαιώματα του Δημοσίου, β) ποσά, 1.125.000 δρχ. (3.301,54 ευρώ) και 975.000 δρχ. (2.861,34 ευρώ) στην Τράπεζα της Ελλάδος σε ειδικό λογαριασμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως αντιστοιχούντα σε δικαιώματα του ΤΑΧΔΙΚ, και γ) ποσά 2.264.560 δρχ. (6.645,81 ευρώ) και 1.964.260 δρχ. (5.764,52 ευρώ), ως αντιστοιχούντα στα δικαιώματα υπέρ του Υποθηκοφύλακα, στο δημόσιο ταμείο Κομοτηνής, ήτοι συνολικά είχε καταθέσει ποσό των 22.038,29 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε: α) Ότι όταν η εναγομένη υποθηκοφύλακας έλαβε γνώση της ορθής ερμηνείας των ισχυουσών διατάξεων, αλλά και της συνακόλουθης υποχρεώσεώς της να αποδώσει στην ενάγουσα τα επιπλέον των νομίμων παγίων δικαιωμάτων (συνολικού ποσού 586,94 ευρώ), καταβληθέντα, αυτά, είχαν εκφύγει των χειρών της και συνεπώς αυτή, κατά το χρόνο επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής (30-9-2002), δεν ήταν πλουσιότερη κατά τα αντίστοιχα ποσά.

Β) Ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι η εναγομένη εγνώριζε το αχρεώστητο της καταβολής, λόγω της επιφυλάξεως που διατυπώθηκε κατά τα άνω στις αιτήσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι η εναγομένη καλόπιστα εισέπραξε αναλογικά δικαιώματα αντί παγίων ενόψει και της πολυπλοκότητας των σχετικών διατάξεων και των διισταμένων απόψεων, οι οποιεσδήποτε δε αμφιβολίες της ήρθησαν μετά τη δημοσίευση της 18/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

γ) Ότι ο πλουτισμός της εναγομένης δεν σώζεται στα χέρια της. Κατ' ακολουθία όλων αυτών το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντένσταση της ενάγουσας εκ του άρθρου 911 Κ.ΠολΔ και γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η εκ του άρθρου 909 ΑΚ ένσταση της εναγομένης, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή.

Έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, εφαρμόζοντας τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 909 ΑΚ, δεν τον παραβίασε, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθόσον κατά τον χρόνο της επιδόσεως της αγωγής ο πλουτισμός της αναιρεσίβλητης δεν σωζόταν αφού τα πλέον των νομίμων εισπραχθέντα από την εναγομένη ποσά είχαν κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο και στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως αντιστοιχούντα σε δικαιώματα του Δημοσίου και του ΤΑΧΔΙΚ αντιστοίχως.

Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίόν υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 911 αριθ. 1 και 2 ΑΚ, παραλείποντας να εφαρμόσει τους περιεχόμενους σ' αυτό ουσιαστικού δικαίου κανόνες, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, αφενός δεν υπήρξε η απαιτούμενη κατά την έννοια του άρθρου 911 αριθ. 1 θετική γνώση της ανυπαρξίας του χρέους εκ μέρους της εναγομένης και αφετέρου δεν υπήρξε εν προκειμένω παράνομη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ, καθόσον ούτε η περιουσιακή επίδοση από την οποία προήλθε ο πλουτισμός αποδοκιμάζεται καθεαυτή από το νόμο, ούτε η εναγομένη δέχθηκε αυτήν πιστεύοντας ότι παραβιάζει το νόμο.

Συνεπώς είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Επίσης το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 912 ΑΚ, μη εφαρμόζοντας αυτό, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεδομένου ότι στην ένδικη περίπτωση πρόκειται για πλουτισμό λόγω αχρεώστητης παροχής και όχι παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, ήτοι δεν υπάρχει η μορφή του πλουτισμού που προϋποθέτει η διάταξη του εν λόγω άρθρου.

Συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

ΑΠ 3/1997), όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως ή ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι αυτή δεν εγνώριζε την ανυπαρξία του χρέους, αφού έλαβε γνώση αυτής όταν εκδόθηκε η 18/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικό της εκ του άρθρου 911 αριθ. 1 ΑΚ αντενστάσεως της αναιρεσείουσας ισχυρισμό, συνοδευόμενο από επιχείρημα Κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως άν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ'αυτό.

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, αποδίδει σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Συνακολούθως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραμορφώσεως των αναφερομένων στο αναιρετήριο διπλοτύπων καταβολής διαφόρων ποσών στο Δημόσιο Ταμείο Κομοτηνής και στο ΤΑΧΔΙΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι όπως διατυπώνεται το αναιρετήριο, όπου η αιτίαση εντοπίζεται ειδικότερα στο ότι το δικαστήριο δέχθηκε όχι ότι τα εν λόγω διπλότυπα έχουν περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχουν, αλλ' ότι από αυτά αποδείχθηκαν γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο, η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου τους.

Ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, λόγω ακριβώς του ανωτέρω σφάλματος περί την εκτίμηση του περιεχομένου των προαναφερομένων εγγράφων, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού εξ' υποθέσεως το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη του αποδείξεις, ήτοι τα προαναφερόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BOLERO ΖΑΧΑΡΩΔΗ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" για αναίρεση της 633/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ