1475/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1475/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 2.- Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 339 ίδιου Κώδικα, και οι μάρτυρες, καθώς και τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Full text
Απόφαση 1475 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1475/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΙΛΙΣΟΣ Α.Τ.Ε", που εδρεύει στην Αγ. Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Παπαθεοδώρου. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υποκαταστάτου του Αρχιτέκτονος Μηχανικού ........ Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6075/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-4-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε ως βάσιμος και την απόρριψη τόσο του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του όσο και όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είχε απορρίψει την ένστασή της για μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος εξαιτίας ελαττωμάτων του επίδικου έργου που εκτελέστηκε, άλλως συμψηφισμού της αξιώσεώς της για αποζημίωση εξαιτίας της ζημίας την οποία αυτή υπέστη λόγω των ως άνω ελαττωμάτων του έργου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τους προανφερόμενους λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, τους ερεύνησε και τελικά τους απέρριψε ως αβάσιμους και έτσι δεν υπέπεσε την από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενη πλημμέλεια.-
2.- Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 339 ίδιου Κώδικα, και οι μάρτυρες, καθώς και τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια του παραπάνω εδαφίου του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 και 671 σε συνδυασμό με 681 (όταν πρόκειται για διαφορά από αμοιβή για την παροχή εργασίας) του ως άνω Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατά ένα μέρος κατ΄ ουσίαν βάσιμο της ένδικης από 6-7-2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητείτο η επιδίκαση του υπολοίπου αμοιβής μηχανικού, έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του δικαστηρίου εκείνου, καθώς και όλα τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους.
Από τη βεβαίωση αυτήν του Εφετείου και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του στην οποία μάλιστα υφίσταται παραδοχή για ανεπιφύλακτη παραλαβή εκ μέρους της αναιρεσείουσας του ένδικου έργου, καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε :
Α) Και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ......, που εξετάστηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία μαρτυρική κατάθεση περιέχεται στα ως άνω ταυτάριθμα προς την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, δεδομένου μάλιστα ότι όχι μόνο στο προτασσόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του γίνεται μνεία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αλλ΄ επιπλέον η τελευταία αυτή μαρτυρική κατάθεση ρητώς μνημονεύεται στη συνέχεια σε άλλο σημείο του αιτιολογικού του ως ληφθείσα υπόψη, αξιολογηθείσα και εκτιμηθείσα.
Και Β) και αμφότερα τα στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα και δη α) το υπ΄ αριθ. πρωτ. ........έγγραφο της Διευθύνουσας το αναφερόμενο και ενδιαφέρον εδώ έργο Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και β) την από ...... επιστολή του αρχιτέκτονα μηχανικού ........, τα οποία έγγραφα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην προσβαλλόμενη απόφαση) η αναιρεσείουσα για απόδειξη, κατά το λόγο αναιρέσεως, της ως άνω ενστάσεώς της για μείωση του προαναφερόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος, άλλως συμψηφισμού της αξιώσεώς της για αποζημίωση, έστω και αν δεν τα μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως ο αμέσως πιο πάνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο Α΄ ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως, καθώς και των υπό τα στοιχεία Β΄ α΄ και β΄ εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.-
3.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού, σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ΄ αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΑΠ 525/2000, 1281/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της υπ΄ αριθ. πρωτ. ....... βεβαιώσεως της Διεύθυνσης Εκτελέσεως ΄Εργων Μουσείου του Υπ.
Πολιτισμού και β) της υπ΄ αριθ. πρωτ. .........απαντητικής επιστολής της ίδιας αμέσως πιο πάνω Υπηρεσίας (ΔΕΕΜ) με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνουν τα έγγραφα αυτά. Ενόψει αυτών ο προαναφερόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, δηλαδή απόδοση σ΄ αυτά περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ΄ απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου τους και σε κάθε περίπτωση γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση των ειδικά, μνημονευομένων στην απόφασή του αποδεικτικών μέσων, που νόμιμα προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, τα οποία όμως (έστω και αν μόνο το δεύτερο από αυτά, μνημονεύεται και αξιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση), όπως εκτιμάται, τελικά δεν εξαίρονται ως έγγραφα επί των οποίων να βασίστηκε αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε.- 4.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι΄ αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αληθινά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που, ειδικότερα, αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει και παραπάνω αναφέρεται, των μνημονευόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και όλων των εγγράφων που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
΄Ετσι στις σχετικές παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη. Επομένως ο αμέσως πιο πάνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- 5.- Επειδή δεν υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις στις αιτιολογίες της, οι οποίες (ελλείψεις) ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς (Ολ.
ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, επειδή η απόφαση αυτή, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά, με το περιεχόμενο των εγγράφων που αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως και γενικά δεν γίνεται ορθή εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού που νόμιμα προσκομίστηκε.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί οι πλημμέλειες της αποφάσεως προβαλλόμενες αφορούν αποκλειστικά και μόνο ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και στη δικαιολόγηση του σαφούς πορίσματος που από αυτές εξήγαγε το Εφετείο και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνουν τον από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (βλ.
σχ. ΑΠ 465/1988).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΙΛΙΣΟΣ ΑΤ.Ε" για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 6075/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ