Supreme Court dismisses appeal on contract law choice of law and damages causation grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision, ruling that Greek law governed the employment contract due to the parties' explicit choice and the contract's connection to Greece. The court found the appellant suffered no loss because the contract was not terminated in Belgium, negating the tort claim for damages. Furthermore, the court declared the appellant's arguments regarding the employer's knowledge of his illness and the withholding of medical documents inadmissible as they did not affect the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4-33 of the Private International Law Code; Article 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews whether the application of a specific foreign law was correct and whether the resulting outcome caused actual damage to the party, dismissing appeals where the domestic law was properly applied and no loss was sustained.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1475 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1475/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λεοντακιαννάκο. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία «DOW ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ» που εδρεύει στο Θορικό Λαυρίου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη – Διονύσιο Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαρτίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 711/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5083/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-9-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 4-33 του Α.Κ. καθορίζουν το στοιχείο το οποίο δημιουργεί το σύνδεσμο ενός προσώπου ή μιας βιοτικής σχέσης με ορισμένη Πολιτεία και, λόγω του συνδέσμου τούτου, η σχέση ή η κατάσταση του προσώπου υποβάλλεται στη ρύθμιση του δικαίου της Πολιτείας αυτής.
Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν μέρος του εγχώριου ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση τους ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ. Η συνδρομή των στοιχείων που δικαιολογούν την υποβολή της διαφοράς στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας αποτελεί ζήτημα πραγματικό και, ως εκ τούτου, διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Υπάγεται όμως στον έλεγχο αυτού το αν, τα δεκτά γενόμενα περιστατικά (ιθαγένεια, κατοικία, τόπος καταρτίσεως ή εκτελέσεως της συμβάσεως κλπ) υπήχθησαν ορθώς στη συγκεκριμένη διάταξη ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και, περαιτέρω, εάν η υπαγωγή αυτή επιφέρει ως συνέπεια την εφαρμογή του δικαίου που εφήρμοσε το δικαστήριο.
Από τη διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, προκύπτει ότι οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Ο όρος αδίκημα στο παραπάνω άρθρο έχει την έννοια της αδικοπραξίας. Στα αδικήματα πολλαπλής τυπικής συνδέσεως, δηλαδή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα περιστατικά που υλοποιούν την αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, έλαβαν χώρα σε περισσότερα κράτη, το δικαίωμα επιλογής μεταξύ των δικαίων των κρατών αυτών ανήκει στον ζημιωθέντα ενάγοντα.
Εξάλλου κατά το άρθρο 25 του Α.Κ., οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν τα μέρη δεν όρισαν το εφαρμοστέο δίκαιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Παρόμοιες βασικά είναι και οι ρυθμίσεις της Διεθνούς Σύμβασης (Δ.Σ.) της Ρώμης του 1980, που κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988, ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από 1-4-1991 και έχει υπερνομοθετική (άρθρο 28 του Σ.) και οικουμενική ισχύ.
Κατά το άρθρο 3 της άνω Δ.Σ. η ενοχική σύμβαση διέπεται κατ' αρχήν από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη και ειδικότερα με την παρ. 1 του άρθρου 3 θεσπίζεται η ελευθερία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου, με την οποία (επιλογή) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασής τους, συμπληρώνεται δε η αρχή αυτή με την παρ. 2, η οποία επιτρέπει την τροποποίηση και τον μετασυμβατικό καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, ενώ η παρ. 3 του ίδιου άρθρου αφορά την έκταση της επιλογής.
Στο μέτρο που το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο δεν έχει επιλεγεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα (άρθρ. 4 παρ. 1-5). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της ίδιας Δ.Σ. ορίστηκε στην παρ. 1 ότι : «παρά τις διατάξεις του άρθρου 3 στη σύμβαση εργασίας η επιλογή από τους συμβαλλομένους του εφαρμοστέου δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου σε περίπτωση που δεν είχε γίνει επιλογή» και στην παρ. 2 ότι «παρά τις διατάξεις του άρθρου 4 και εφόσον δεν έχει γίνει επιλογή σύμφωνα με το άρθρο 3, η σύμβαση εργασίας διέπεται :
α) από το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης ακόμη και αν έχει εγκατασταθεί προσωρινά σε άλλη χώρα ή β) αν ο εργαζόμενος δεν παρέχει συνήθως την εργασία του σε μία μόνο χώρα από το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που τον προσέλαβε, εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης χώρας».
Η τελευταία επιφύλαξη αφορά τόσο στην περίπτωση β΄ όσο και στην περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 6. Διότι ο σκοπός των διατάξεων αυτών δεν ήταν ο αποκλεισμός της εφαρμογής του άρθρου 4 ολοσχερώς, αλλά μόνο η απόκλιση από τα προβλεπόμενα στις παρ. 2-4 του άρθρου αυτού τεκμήρια ως προς την ύπαρξη του στενότερου συνδέσμου της σύμβασης ορισμένης χώρας, με τον διαφορετικό προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στην περίπτωση που δεν συνάγεται στενότερος σύνδεσμος της εργασιακής σύμβασης με άλλη χώρα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 4-3-1999 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη πολυεθνική εταιρία «DOW ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε.», στις 15-2-1972, για να εργασθεί ως στέλεχός της, υπεύθυνος πωλήσεων, στην Αθήνα ή με απόσπασή του και στο εξωτερικό, σε χώρες που έχουν την έδρα τους η μητρική της ή άλλες θυγατρικές της τελευταίας εταιρίες, και απασχολήθηκε στην Ελλάδα έκτοτε μέχρι και τον Αύγουστο του 1976, από τον Σεπτέμβριο 1976 και μέχρι τον Ιανουάριο 1984 στο Horgen της Ζυρίχης (Ελβετία), από τον Φεβρουάριο 1984 μέχρι τον Απρίλιο 1990 στην Αθήνα, από τον Μάϊο 1990 μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου 1992 στο Edegen (Αμβέρσα) του Βελγίου και, τέλος, στη συνέχεια στην Ελλάδα μέχρι τον Μάρτιο 1993, όταν λύθηκε η εργασιακή του σύμβαση με οικειοθελή μεν κατά φαινόμενο μόνο αποχώρησή του, πράγματι όμως με καταγγελία της συμβάσεώς του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα τον Οκτώβριο του 1990, που εργαζόταν στο Βέλγιο (Αμβέρσα) ασθένησε σοβαρά και παρά το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη δια των αρμοδίων οργάνων της πληροφορήθηκε το ακριβές είδος της ασθένειάς του (σκλήρυνση κατά πλάκας) και έπρεπε να τον απολύσει στο Βέλγιο, έδωσε αυστηρές οδηγίες στους ιατρούς της ασφαλιστικής εταιρίας ROYAL NEDERLANDEN, στην οποία είχε ασφαλίσει τόσο αυτόν όσο και το άλλο προσωπικό της, να μην του αποκαλύψουν το ακριβές είδος της ασθένειας, ώστε να καταστεί δυνατό σ' αυτή να μεθοδεύσει, με παράνομες και αξιόποινες πράξεις την αποπομπή του από την εταιρία, ήτοι την επάνοδό του στην Ελλάδα και την μετά εξάμηνο απόλυσή του, με καταβολή αποζημιώσεως λόγω απολύσεως κατά το ελληνικό δίκαιο, ενώ κατά την εκδήλωση της ασθένειάς του (Οκτώβριο 1990) εργαζόταν στο Βέλγιο από όπου, ως καταστάς ανίκανος προς εργασία, έπρεπε αμέσως να απολυθεί και κατά το εκεί ισχύον δίκαιο να του καταβληθεί η αναφερόμενη μεγαλύτερη αποζημίωση και σύνταξη, με αποτέλεσμα να υποστεί αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, ως και ηθική βλάβη εκ της τελεσθείσης εις βάρος του αδικοπραξίας.
Ζήτησε δε, βάσει αυτών, μετά τον περιορισμό του αιτήματος εν μέρει σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει το ισάξιο σε δραχμές των 250.000 βελγικών φράγκων, που θα έπρεπε να του πληρώσει ως σύνταξη 69 μηνών (από τον Μάρτιο 1993 που απολύθηκε μέχρι το τέλος του έτους 1998) και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, βάσει των διατάξεων περί αδικοπραξίας του ελληνικού Α.Κ. (άρθρ. 914 επ.
και 932 Α.Κ.). Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα της ένδικης αγωγής είναι πρόδηλο ότι ο αναιρεσείων ζήτησε με αυτή αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας του ελληνικού δικαίου, το οποίο μπορούσε να επιλέξει, εφόσον γίνει δεκτό ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσίβλητης στο Βέλγιο επήλθε στην Ελλάδα – όπου στερήθηκε τις συντάξεις του επίδικου χρονικού διαστήματος – κατά τα προεκτεθέντα.
Περαιτέρω όμως, η ύπαρξη και η έκταση της ζημίας του, δηλαδή το αν εδικαιούτο την σύνταξη που προβλέπει, κατά τους ισχυρισμούς του, το βελγικό δίκαιο, εξαρτάται από το αν η σύμβαση εργασίας του διέπεται ή έπρεπε να διέπεται από το βελγικό δίκαιο, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες των άρθρων 25 Α.Κ., 3 και 6 της Δ.Σ.
της Ρώμης. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (αόριστου χρόνου), από την αναιρεσίβλητη, η οποία είναι πολυεθνική εταιρία με έδρα τις Η.Π.Α. και με θυγατρικές εταιρίες σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, προκειμένου να απασχοληθεί σ' αυτή ως υπεύθυνος πωλήσεως του τμήματος πλαστικών, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, στον οποίο συμπεριελήφθησαν όλα τα επιδόματα.
Κατά την κατάρτιση της σύμβασης, η αναιρεσίβλητη επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα αποσπάσεως του αναιρεσείοντος στο εξωτερικό, σε χώρες όπου είχαν την έδρα τους άλλες εταιρίες της DOW (μητρική ή θυγατρικές). Επίσης, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ρητά, ορίστηκε ότι εφαρμοστέο δίκαιο για τις ανακύπτουσες από την επίδικη σύμβαση διαφορές θα είναι το ελληνικό εργατικό δίκαιο.
Από την πρόσληψή του, και αφού παρακολούθησε δίμηνο μετεκπαιδευτικό πρόγραμμα στις Η.Π.Α., ο αναιρεσείων εργάστηκε στα γραφεία της αναιρεσίβλητης μέχρι το Σεπτέμβριο 1976, οπότε αποσπάστηκε στο Horgen Ελβετίας ως Manager οικονομικής εκτίμησης και κοστολογήσεων. Εκεί παρέμεινε μέχρι 1-2-1984 και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα με τον βαθμό του Διευθυντή υλικών και οικονομικής εκτίμησης.
Την 1-3-1990 αποσπάστηκε στην Αμβέρσα Βελγίου ως Διευθυντής Υπηρεσιών Διανομής της θυγατρικής εταιρίας "DOW BENELUX". Τον Απρίλιο του έτους 1992 επανήλθε στην Ελλάδα στην θέση του περιφερειακού Διευθυντή Έργων Υποδομής και Διακίνησης, θέση η οποία ήταν ανάλογη εκείνης που μέχρι τότε κατείχε, αφού είχε και πάλι περιφερειακή αρμοδιότητα (Ελλάδα και Μέση Ανατολή).
Τέλος, στις 31-3-1993, απεχώρησε οικειοθελώς και έλαβε, εκτός από τη νόμιμη αποζημίωση των 15.789.600 δρχ. και εξ ελευθεριότητος της αναιρεσίβλητης ακόμη 26.442.355 δρχ. (5.313.078 +21.129.277) συνολικά 42.231.955 δρχ., μετά δε τις νόμιμες κρατήσεις (253.392 τέλη χαρτοσήμου και 15.191.426 δρχ. παρακρατούμενος φόρος) καθαρό ποσό 26.787.137 δρχ.. Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε, κατ' αρχήν, ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος για σύνταξη με βάση τον βελγικό νόμο είναι μη νόμιμη, αφού την ένδικη εργασιακή σύμβαση συμφωνήθηκε να διέπει το ελληνικό εργατικό δίκαιο.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, στις 2-10-1990, όταν βρισκόταν στην Αμβέρσα Βελγίου εισήχθη στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Αμβέρσας, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 20-10-1990 και υποβλήθηκε σε σειρά νευρολογικών εξετάσεων και τέστ με διάγνωση "πιθανό μικροεγκεφαλικό" και στα τέλη Οκτωβρίου 1990 επανήλθε στην εργασία του.
Στη συνέχεια επισκεπτόταν περιοδικά το Νοσοκομείο U.Z.A. της Αμβέρσας όπου υποβαλλόταν σε συνήθεις εξετάσεις. Από τον Ιούνιο 1995 έως τον Αύγουστο 1996 δεν αντιμετώπισε κανένα ουσιαστικό πρόβλημα υγείας και οι εξετάσεις, στις οποίες υποβαλλόταν, ήταν αρνητικές. Στις 26-7-1996 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία και διαγνώστηκε ότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και τον Ιανουάριο 1997 το Υγειονομικό Συμβούλιο του ΤΣΜΕΔΕ ενέκρινε την αίτησή του για συνταξιοδότηση με ποσοστό αναπηρίας που υπερβαίνει το 67%.
Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη είχε πληροφορηθεί το είδος της ασθενείας του αναιρεσείοντος, όταν ακόμη αυτός εργαζόταν στο Βέλγιο, και ότι έδωσε εντολή στους ιατρούς της ασφαλιστικής εταιρίας ROYAL NEDERLANDEN να μη του αποκαλύψουν την ασθένειά του, και, ακόμη, ότι δια των νομίμων εκπροσώπων της προέβη σε μεθοδεύσεις για την αποπομπή του από την εργασία του.
Συνακόλουθα έκρινε, ότι και η περί χρηματικής ικανοποιήσεως αξίωση του αναιρεσείοντος είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, ελλείψει στοιχείων αδικοπραξίας. Και, μετά απόρριψη της εφέσεως του ενάγοντος, παραδοχή δε της εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση, που επιδίκασε το αναφερόμενο ποσό ως διαφορά αποζημιώσεως απολύσεως με βάση τη σύμβαση, ενώ τέτοια βάση δεν περιείχε η αγωγή.
Με τους πρώτο, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι 8 που αναφέρεται) του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι την ένδικη εργασιακή σύμβαση, κατά ρητό όρο αυτής, διέπει το ελληνικό δίκαιο, εσφαλμένα δεν υπήγαγε τις αναφερόμενες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις - που αυτός πρότεινε, με την έφεση και τις προτάσεις του, και απέδειξε, -στις εφαρμοστέες στην περίπτωσή του ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της Δ.Σ.
της Ρώμης (Ν. 1792/1988) και ειδικά στην ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 αυτής, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να εφαρμόσει, και αυτεπάγγελτα (άρθρο 337 Κ.Πολ.Δ.), το βελγικό δίκαιο, ως το πλέον αρμόζον στη σύμβαση, αφού βάσει ειδικής συμφωνίας με την εργοδότιδά του παρείχε τις υπηρεσίες του στο Βέλγιο και πληρωνόταν σε βελγικά φράγκα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, εκτός του ότι εξ αρχής ρητά επελέγη από τους συμβαλλομένους το ελληνικό δίκαιο για να διέπει τη σύμβαση, το δίκαιο αυτό θα ήταν εφαρμοστέο και στην περίπτωση που δεν είχε γίνει επιλογή, σύμφωνα με τα άρθρα 3,4 και 6 παρ. 1 και 2 της άνω Δ.Σ., αφού υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά η επίμαχη σύμβαση συνδεόταν στενότερα με την Ελλάδα, που είναι ο τόπος καταρτίσεώς της και ο συνήθης τόπος παροχής της εργασίας του αναιρεσείοντος, με δικαίωμα της εργοδότιδός του να τον αποσπάσει στην αλλοδαπή, καθώς και ο τόπος που βρισκόταν η εγκατάσταση που τον προσέλαβε.
Κατά συνέπεια τα δικαιώματά του από την καταγγελία της συμβάσεώς του καθορίζονταν από το ελληνικό εργατικό δίκαιο, που θα εφαρμοζόταν και αν ακόμη η καταγγελία γινόταν στο Βέλγιο. Εντεύθεν παρέπεται ότι ουδεμία ζημία υπέστη ο αναιρεσείων από το γεγονός ότι δεν καταγγέλθηκε η σύμβασή του στο Βέλγιο, με περαιτέρω συνέπεια να μη μπορεί να στοιχειοθετηθεί ελλείψει του στοιχείου της ζημίας αδικοπραξία.
Επομένως το Εφετείο που απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, σε ορθό κατέληξε αποτέλεσμα και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις. Εξάλλου, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον, παραδεκτώς προταθέντα, ουσιώδη ισχυρισμό του περί εικονικότητας της δηλώσεως οικειοθελούς αποχωρήσεως αυτού από την εργασία του, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα η προβλεπόμενη από το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο αποζημίωση απολύσεως.
Τέλος, με την ίδια αμέσως ανωτέρω αιτιολογία, οι τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 γ΄ του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, λόγοι της αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, αφού το αν η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ασθένειά του δεν ασκούσε επιρροή, διότι δεν θεμελιώνει (ελλείψει ζημίας) αδικοπραξία, ενώ και οι ισχυρισμοί ότι α) η αναιρεσίβλητη εξ αρχής γνώριζε την ασθένεια του αναιρεσείοντος (σκλήρυνση κατά πλάκας) και β) με παρεμβάσεις της τόσο στην εις Αμβέρσα Βελγίου εδρεύουσα (τότε) εργοδότριά του "DOW BENELYX " όσο και στους θεράποντες ιατρούς του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Αμβέρσας και τον οικογενειακό ιατρό Dr PHILIPSEN, απέτρεψε την ικανοποίηση αιτήματός του για χορήγηση σειράς εγγράφων σχετικών με την κατάσταση της υγείας και την πορεία της ασθενείας του, που θα αποδείκνυαν τα έγγραφα που δεν λήφθηκαν υπόψη, δεν ασκούσαν, για τον ίδιο λόγο, επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 7- 2003 αίτηση του .... , για αναίρεση της 5083/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ