Legislator Case Law & Legislation
1474/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, citing inadmissible grounds and lack of legal interest.

Case Number 1474/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the termination of a fixed-term employment contract. The appellant argued that the lower court erred in law by accepting economic reasons as valid grounds for termination and failed to consider specific Supreme Court precedent, but the Court found these grounds inadmissible under the Civil Procedure Code. Ultimately, the Court ruled that the appellant lacked a legal interest to challenge the final judgment because the lower court's rejection of the claim was substantively identical to a legal rejection, offering no benefit to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on non-consideration of precedent is inadmissible, and a lack of legal interest exists when the substantive outcome remains unchanged despite procedural errors.

Keywords

AI generated
fixed-term contract termination economic reasons for dismissal inadmissible appeal grounds lack of legal interest substantive vs procedural error Code of Civil Procedure labor law precedent

Cited Legislation

AI generated
Article 260 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 116 paragraph 1b of Law 4842/2021
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11g of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1474 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1474/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ... Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Groupama Φοίνιξ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η υπό κρίση από 14 Δεκεμβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 9994/1140/14-12-2022 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 212/14-1-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών της οποίας αρχική δικάσιμος ορίστηκε η 17η-10-2023, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών και προσδιορίστηκε οίκοθεν με την από 18-10-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β αυτού), για την παρούσα δικάσιμο της 30ης Ιανουαρίου 2024, εγγραφείσα στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η εγγραφή δε της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών-περιουσιακών διαφορών με αριθμό 212/14-1-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο, αφού δίκασε την από 29-1-2020 με αριθμό κατάθεσης 8752/618/2020 έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας και τους από 10-11-2021 (αρ.

καταθ. 8891/930/12-11-2021) δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους έφεσης αυτής κατά της με αριθμό 290/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία επί της από 27-4-2017 με αριθμό κατάθεσης 530546/888/2017 αγωγής της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, και με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και κατά την επικουρική ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε τυπικά την έφεση, εξαφάνισε τη με αριθμό 290/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, έκρινε ότι αυτή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 14-12-2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 14-1-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 32 του Οργανισμού Προσωπικού της Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών "Ο ΦΟΙΝΙΞ", που καταρτίστηκε με την από 6 Μαρτίου 1978 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3239/1955 και του Ν.Δ/τος 3789/1957 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος Δεύτερο) με αριθμό 269/28-3-1978 με την υπ` αριθμ.12891/2451/της 22/28-3-1978 απόφαση του Υπουργού Εργασίας: "1.

Ανώτατον όριον ηλικίας του Προσωπικού της Εταιρίας ορίζεται το 65ον έτος δια τους άρρενας και το 60ον δια τας θήλεις υπαλλήλους. 2. Οι κατά την διάρκειαν του έτους συμπληρούντες το 65ον έτος της ηλικίας εκ του άρρενος προσωπικού και 60ον εκ του θήλεος, αποχωρούσι της ενεργού υπηρεσίας από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους, λυομένης αυτοδικαίως την ημερομηνίαν ταύτην της συμβάσεως εργασίας[...]".

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, αφού τάσσεται, κατά τα ανωτέρω, όριο ηλικίας, είναι ορισμένου χρόνου (Ολ ΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 6/1989). Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012", η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α 38), ορίσθηκε ότι "1.

Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2.

Από την 14-2-2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων, κανονισμών εργασίας, οργανισμών προσωπικού και αποφάσεων διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται.

Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)".

Με το άρθρο 6 της εν λόγω Π.Υ.Σ. ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (28-2-2012), εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ., καταργήθηκαν από τις 14-2-2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία.

Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα, δηλαδή, αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολούμενων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παρ.2 του άρθρου 5 της ανωτέρω Π.Υ.Σ.

είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ.1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ο,τιδήποτε παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου.

Καταργούνται, δηλαδή, οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., που αναφέρεται στην κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, μη περιοριζόμενη στη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου των συμβάσεων με χρόνο λήξης σε συγκεκριμένο όριο ηλικίας του μισθωτού ή στη συνταξιοδότηση αυτού, δεν έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση της σχετικής ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθόσον η κατάργηση των κανονιστικών όρων εργασίας, που ορίζουν ως προς την απόλυση συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζόμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαφορετικές προϋποθέσεις, σε σχέση με αυτές που προβλέπουν ο Ν. 2112/1920 και η κοινή εργατική νομοθεσία, λόγω ενσωματωμένων σε αυτές ρητρών μονιμότητας, προκύπτει από τις σχετικές με το εξεταζόμενο ζήτημα ρυθμίσεις, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού Ν. 4046/2012, και συγκεκριμένα στις σχετικές ρήτρες της παραγράφου 29 του Κεφαλαίου Ε του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και της παραγράφου 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, οι οποίες έχουν αυτήν ακριβώς την έννοια, όπως αυτή συνάγεται από την γενικότητα της διατύπωσης αυτών ["αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις", "καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας..."] και αυτήν ακριβώς την έννοια αποδίδει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ..

Η αναφορά στις παραπάνω ρυθμίσεις στη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που λήγουν με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του μισθωτού ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την οποία μετατροπή προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 5 της εν λόγω Π.Υ.Σ., αφορά την πλέον συνήθη περίπτωση κανονισμών εργασίας ή οργανισμών προσωπικού που τις προβλέπουν και, κατά την αληθή έννοια των παραπάνω ρυθμίσεων, δεν περιορίζεται μόνον σε αυτές.

Όμως η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του εξουσιοδοτούντος Ν. 4046/2012, η οποία ορίζει ότι "οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε "Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις" παράγραφος 28 και 29 του "Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής" και στο κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ανάπτυξης" παράγραφος 4.1 "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής[...] συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής.

Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου", σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ρυθμίσεις των μνημονίων για τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας δεν εξειδικεύει, αν ως σχετικές ρήτρες μονιμότητας νοούνται εκείνες που προβλέπονται σε τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, ή σε συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς επιχειρήσεων ή οργανισμούς προσωπικού ή σε αποφάσεις διοικήσεων επιχειρήσεων και κατά συνέπεια τα ειδικότερα αυτά θέματα καταλήφθηκε να ρυθμισθούν με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ.

β' του Συντάγματος. Επομένως, α) εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, οι ρυθμίσεις των μνημονίων που διαλαμβάνονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 συνιστούν διατάξεις τυπικού νόμου και ρυθμίζουν με υψηλό βαθμό νοηματικής πληρότητας συγκεκριμένα ζητήματα εργασιακών σχέσεων και συλλογικής αυτονομίας περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάργησης των ρητρών μονιμότητας, η παρεχομένη με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο έχουσα προφανώς την έννοια, ότι αυτό καλείται να ρυθμίσει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής των παραπάνω ρυθμίσεων, είναι επιτρεπτή, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και εγκύρως παρέχεται σε διοικητικό όργανο, διαφορετικό από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και β) η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ.

που αφορά τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, δεν έχει τεθεί καθ' υπέρβαση της χορηγηθείσας από τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 νομοθετικής εξουσιοδότησης, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που διέπονται από κανονισμό που θεσπίζει όριο ηλικίας αποχώρησης του μισθωτού ή την προϋπόθεση συνταξιοδότησης ως λόγο λήξης αυτών (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 37, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1864/2022,ΑΠ 140/2020,ΑΠ 392/2020).

Εξ αυτών παρέπεται ότι, μετά την κατάργηση της ρήτρας μονιμότητας με την ανωτέρω Π.Υ.Σ., δεν υφίσταται μονιμότητα του προσωπικού της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία έχει πλέον τη δυνατότητα να προβεί σε καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού της, τηρώντας απλώς τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, η καταγγελία των σχετικών συμβάσεων παραμένει εκ του νόμου αναιτιώδης και δεν απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου (ΑΠ 678/2023, ΑΠ906/2022, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1889/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2022, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 109/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός από τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποφάσεων ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, που προσκομίζονται ως νομολογία, αναφορικά με τη νομική τους παραδοχή για ορισμένο νομικό ζήτημα (ΑΠ 720/2022, ΑΠ 809/2019, ΑΠ 1937/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007, ΑΠ 435/2024, ΑΠ 2062/2022, ΑΠ 987/2022), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 2062/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 540/2017). Ως αιτιολογικό κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 32/2002, ΑΠ 435/2024, ΑΠ 655/2023, ΑΠ 2062/2022, ΑΠ 1259/2020).

Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 2062/2022, ΑΠ 272/2019, ΑΠ 1259/2020).

Αν η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις αιτιολογίες της κρίνεται κατά περίπτωση (ΑΠ 987/2022). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου(ΑΠ 57/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ1082/2018).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου(άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα με την από 27-4-2017 και με αριθμ. κατάθ. 530546/888/2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι την 1η Ιουλίου 1981 προσλήφθηκε από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να παρέχει σε αυτήν τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος.

Ότι η ως άνω σύμβαση εργασίας της ήταν ορισμένου χρόνου, ενόψει του ότι από τον Οργανισμό Προσωπικού της εργοδότριάς της προβλεπόταν η λύση αυτής (σύμβασης) με την συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της και την πλήρωση των όρων συνταξιοδότησής της. Ότι εξελίχθηκε ιεραρχικά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α` και παρείχε ευδόκιμα τις υπηρεσίες της μέχρι τις 3-2-2017, οπότε η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.

Ότι η εν λόγω καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβασής της είναι άκυρη, καθόσον έλαβε χώρα χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου, ενώ επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι συνδεόταν με την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον έλαβε χώρα από ταπεινά κίνητρα και υπό συνθήκες που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς της, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής εκτιθέμενα.

Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε, μετά την εν μέρει παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, α)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 35.592,64 ευρώ για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας που αφορούν το χρονικό διάστημα από τις 3-2-2017 έως τις 3-10-2021 με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα οπότε κάθε μηνιαίος μισθός κατέστη απαιτητός, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της με τους ίδιους όρους που ίσχυαν και πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας της καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 290/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και κατά την επικουρική ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η ενάγουσα-εκκαλούσα άσκησε την από 29-1-2020 με αριθμ.

καταθ. 8752/618/2020 έφεσή της και τους από 10-11-2021 με αριθ. καταθ. 8891/930/12-11-2021 πρόσθετους λόγους έφεσης και επ' αυτών εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 212/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή, έκρινε ότι αυτή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της και την απέρριψε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι "[... Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα [ήδη αναιρεσείουσα], με τον α` λόγο της ασκηθείσας έφεσής της, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αυτής (εκκαλούσας) είχε καταστεί αορίστου χρόνου, δυνάμει του άρθρου 5 παρ.2 της ΠΥΣ υπ` αριθμ 6/2012.

Δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της ΠΥΣ υπ` αριθμ 6/2012 επεκτείνει την κατάργηση της ρήτρας που υποκρύπτει μονιμότητα, ήτοι του όρου ότι η σύμβαση εργασίας της εκκαλούσας θα λύνεται αυτοδίκαια με την συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας και την καθιστά αορίστου χρόνου, καθ` υπέρβαση της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης και την καθιστά ανίσχυρη,[...] η εν λόγω σύμβαση εργασίας της εκκαλούσας ουδέποτε μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, αντιθέτως παρέμεινε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας της εκκαλούσας είχε μετατραπεί, δυνάμει του άρθρου 5 παρ.2 της υπ` αριθμ 6/2012 ΠΥΣ, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο[...]", δέχθηκε περαιτέρω, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΦΟΙΝΙΞ -ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και της ενάγουσας[ήδη αναιρεσείουσας] στις 1/7/1981, προσλήφθηκε η τελευταία από την ανωτέρω ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία προκειμένου να εργαστεί ως ασφαλιστική υπάλληλος με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Από το κείμενο της προαναφερόμενης σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, καθώς και από το άρθρο 32 παρ.1 και 2 του Οργανισμού Προσωπικού της ως άνω εργοδότριας εταιρείας, ο οποίος περιέχεται στην από 6/3/1978 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Περί του Οργανισμού του Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρείας ο ΦΟΙΝΙΞ", δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ με αριθμό 269/28-3-1978, τεύχος δεύτερο, με την υπ` αριθμ. 12891/2451/22-3-1978 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προβλεπόταν ως ανώτατο όριο ηλικίας του προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας το 65ο έτος για τους άντρες και το 60ο έτος για τις γυναίκες, όπως η ενάγουσα, και ότι η ενάγουσα που εργάζεται στην ως άνω εργοδότρια εταιρεία και συμπληρώνει το 60ο έτος της ηλικίας της κατά την διάρκεια του έτους, αποχωρεί από την ενεργό υπηρεσία από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, λύεται δε αυτοδίκαια την ανωτέρω ημερομηνία η σύμβαση εργασίας της, καθιστώντας αυτή σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου,[...].

Το έτος 2002 η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία συγχώνευσε διά απορροφήσεως την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", δυνάμει της υπ'αριθμ. .../2002 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ο. σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 2, 69, 77 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" και του ν. 2166/1993.

Η ανωτέρω συγχώνευση εγκρίθηκε δυνάμει της υπ` αριθμ. ...-2002 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ 6351/1-7-2002). Η εταιρεία που προέκυψε από την συγχώνευση συνιστά την εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη], η επωνυμία της οποίας μέχρι την 17/9/2007 ήταν "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και εν συνεχεία έλαβε τη σημερινή επωνυμία της, ήτοι "GRΟUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως αναγράφεται στο ΦΕΚ τ.

ΑΕ και ΕΠΕ 10687/17-9-2007. Μετά την προαναφερόμενη συγχώνευση η εναγόμενη εταιρεία εξομοιώθηκε με οιονεί καθολική διάδοχο της "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και η ενάγουσα εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης. Από της προσλήψεώς της στην εναγόμενη εταιρεία η ενάγουσα εργάστηκε στις κεντρικές υπηρεσίες της εναγόμενης, αρχικά στον κλάδο Ασφάλισης Αυτοκινήτων, ακολούθως στον κλάδο Πυρός και εν συνεχεία στον τομέα Δημοσίων Σχέσεων[...].

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι την 3/2/2017 η εναγόμενη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, καταβάλλοντας σ` αυτή την νόμιμη οφειλόμενη αποζημίωση. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας οφείλεται στο γεγονός ότι το αντικείμενο της εργασίας της, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εξέλιπε από τον Τομέα Marketing και δεν υπήρχε άλλη θέση στο οργανόγραμμα της εναγόμενης εταιρείας, ώστε να μετακινηθεί η ενάγουσα και να προσφέρει τις υπηρεσίες της.Το αντικείμενο της εργασίας της ενάγουσας μεταφέρθηκε και διαμοιράστηκε σε άλλες διοικητικές μονάδες της εναγόμενης εταιρείας, στα πλαίσια προσφορότερης οργάνωσης και λειτουργίας αυτής[...].

Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα μετακίνησης της ενάγουσας είτε στο τμήμα call-center, είτε στο Τμήμα Επικοινωνίας της εναγόμενης εταιρείας[...].

Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της οφείλεται στην ανταγωνιστική διάθεση και σε λόγους εμπάθειας του ανωτέρω Διευθυντή και Προϊσταμένου της Ι. Μ. προς το πρόσωπό της[...].

Εξάλλου, δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο προϊστάμενος αυτής Ι. Μ. ενεργούσε με ανταγωνιστική διάθεση απέναντι της, χωρίς να επιδεικνύει διάθεση συνεργασίας με αυτή (ενάγουσα) και ότι επιδίωκε την υπηρεσιακή απαξίωσή της, παρακωλύοντας την ομαλή άσκηση των καθηκόντων της. Τούτο ενισχύεται ιδίως από το γεγονός ότι ουδέποτε η ενάγουσα εξέφρασε οποιαδήποτε διαμαρτυρία για τις ενέργειες του ανωτέρω Προϊσταμένου της, είτε προς τον Προϊστάμενο του τελευταίου, Διευθυντή Εμπορικής Διεύθυνσης Χ.

Κ., είτε προς το Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγόμενης εταιρείας. Προς επίρρωση των ανωτέρω, στην επιχείρηση της εναγόμενης λειτουργούσε επιχειρησιακό σωματείο, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την συλλογική προστασία και προαγωγή των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των μελών του- εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγόμενης.

Πλην όμως, ούτε στο ανωτέρω σωματείο προσέφυγε η ενάγουσα, ώστε να επιδιωχθεί η συνδρομή του στην διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων της, όπως εύλογα θα έπραττε, εάν οι ανωτέρω ισχυρισμοί της ήταν βάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι δεν ήταν δυνατή και η μετακίνηση της ενάγουσας στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών (call center).

Και τούτο διότι δεν υφίστατο ανάγκη προσλήψεων ή και κάλυψης κάποιας θέσης εργασίας στο εν λόγω τμήμα, καθόσον ο ανωτέρω τομέας ήταν επαρκώς στελεχωμένος σύμφωνα με τις πρακτικές της εναγόμενης εταιρείας και δεν υπήρχε κενή θέση, την οποία μπορούσε να καλύψει η ενάγουσα[...]. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεδομένου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν οφείλεται σε λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπό της εκ μέρους του Προϊσταμένου της Ι.

Μ., ούτε του Εμπορικού Διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας Χ. Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά στην μεταφορά και ανάθεση του αντικειμένου της εργασίας της σε άλλα τμήματα της εναγόμενης εταιρείας, στα οποία δεν υφίστατο θέση εργασίας ή αντικείμενο απασχόλησης για την ενάγουσα, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη[...]".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε πως η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, και παρέμεινε ορισμένου χρόνου, η δε καταγγελία αυτής (ήταν) έγκυρη, διότι έγινε με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου και όχι καταχρηστικά.

Περαιτέρω δε, αφού δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε τη αγωγή, την έκρινε νόμιμη κατά την κύρια βάση της, που στηριζόταν στην ύπαρξη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και την απέρριψε στο σύνολό της στην ουσία. Με βάση όμως τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η κύρια βάση αυτής, η οποία θεμελιώνεται στην μεταξύ της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας και της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, λόγω της στον Οργανισμό της τελευταίας πρόβλεψης λύσης αυτής με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας των γυναικών-εργαζόμενων, όπως η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα και με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της εκ μέρους της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ακυρότητας της καταγγελίας της προαναφερθείσας σύμβασης εργασίας, λόγω της μη συνδρομής σπουδαίου λόγου, είναι μη νόμιμη.

Και τούτο γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, κατά το χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας (3-2-2017) ίσχυαν οι προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, που εκδόθηκε εντός του πλαισίου της, κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 παρασχεθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, δυνάμει των οποίων μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου οι συμβάσεις των εργαζόμενων για τις οποίες υπήρχε πρόβλεψη λήξης τους με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και παράλληλα καταργήθηκαν οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας που προβλέπονται από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ο,τιδήποτε παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

Συνεπώς αφού, μετά την κατάργηση της προβλεπόμενης από τον Οργανισμό του προσωπικού της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας ρήτρας μονιμότητας, δεν απαιτείτο για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, αλλά για την καταγγελία αυτής εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Ν. 2112/1920, δηλαδή ο έγγραφος τύπος και η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, οι οποίες, κατά τα προαναφερθέντα, εφαρμόσθηκαν.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής κατ' ουσία, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνισταμένη στην κατ' ουσία απόρριψη αυτής, κατέληξε σε ορθό απορριπτικό διατακτικό. Συνακόλουθα, αφού η ένδικη αγωγή είναι, κατά την κύρια βάση της μη νόμιμη λόγω του ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και επομένως για την καταγγελία της δεν απαιτείτο η ύπαρξη σπουδαίου λόγου:

Α) οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και οι δεύτερος και τρίτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος αυτών με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί πως υπήρχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669,672,656 α', 281,174 και 180 του ΑΚ, πρέπει, κατ' άρθρο 578 του ΚΠολΔ, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της, καθόσον η απόρριψη στη προκειμένη περίπτωση από δευτεροβάθμιο δικαστήριο της κύριας βάσης της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης αντί της απόρριψης αυτής ως νόμω αβάσιμης δεν είναι δυσμενέστερη για την αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω ο πρώτος λόγος, κατά το σκέλος αυτού, αληθώς από τον αριθμό 11γ' του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου που εσφαλμένα αναφέρεται στην αναίρεση, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την παρατιθέμενη νομολογία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου τα πραγματικά περιστατικά που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι συνιστούν σπουδαίο λόγο(οικονομοτεχνικοί λόγοι) για την έγκυρη καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται από τη μη λήψη υπόψη της νομολογίας (ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων) επί νομικών ζητημάτων και σε κάθε περίπτωση, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ως αβάσιμος.

Επίσης, οι δεύτερος και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτούς προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα έκρινε πως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας ότι ο προϊστάμενός της Ι. Μ. και ο απώτερος προϊστάμενος αυτής εμπορικός διευθυντής της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης Χ.

Κ. ενεργούσαν ανταγωνιστικά προς το πρόσωπό της και ως εκ τούτου είναι άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παραστάθηκε προσηκόντως κατά την παρούσα συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2022 με αριθμό καταθ. 9994/1140/14-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ 212/14-1-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ