Legislator Case Law & Legislation
1474/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against seizure sale ranking, ruling the law was wrongly applied regarding mortgage conversion.

Case Number 1474/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the bank's seizure sale objection. The bank argued the court erred in applying Article 977 of the Civil Procedure Code by ranking its claim at two-thirds of the auction proceeds without converting its security interest into a mortgage prior to the sale. The court agreed, finding that the lower court violated substantive law by requiring more elements than the statute mandates for such ranking.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 977(1) of the Civil Procedure Code; The court must not apply substantive law rules requiring specific conditions for ranking claims in seizure sales if those conditions were not met by the facts.

Keywords

AI generated
seizure sale ranking security interest conversion substantive law violation appeal admissibility mortgage priority

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 977(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1474 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1474/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Α. Β.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτρη Νταφούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών, και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ) Λειβαδειάς. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-01-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2002 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αυγέρης ανέγνωσε την από 13-9-2021 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 13/2002 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατικής έδρας Λιβαδειάς), που απέρριψε κατ` ουσία την από 24.9.2001 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 29/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία έγινε δεκτή η από 19.1.2000 ανακοπή του αναιρεσίβλητου, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1258/2020).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 1272, 1276, 1277, 1279, 1318 αρ.3 ΑΚ, 976, 977 παρ.1 εδ.β', 978, 1005 παρ.3, 1007 παρ.1 ΚΠολΔ και 41 ΕισΝΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 977, 978 ΚΠολΔ ίσχυαν πριν τροποποιηθούν από το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, προκύπτει ότι η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προς απόκτηση υποθήκης, η οποία μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζόμενης απαίτησης και τη νομότυπη τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα εγγραφής της προσημείωσης και επάγεται από τότε όλες τις έννομες συνέπειές της.

Αν πριν την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη λάβει χώρα αναγκαστικός πλειστηριασμός του βαρυνόμενου ακινήτου, με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση των υποθηκών και των προσημειώσεων που υπάρχουν στο ακίνητο και συνεπώς καθίσταται αδύνατη η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, ο δε υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος, την εξάλειψη της προσημείωσης.

Ωστόσο, ο προσημειούχος δανειστής δεν αποστερείται του δικαιώματός του από την εγγραφή προσημείωσης, πλην, όμως, στον πίνακα κατάταξης που συντάσσεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, η απαίτησή του που είναι ασφαλισμένη με την προσημείωση και έχει αναγγελθεί νόμιμα, κατατάσσεται τυχαία, με μόνη την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασής της και λαμβάνει αυτή την τάξη και τη σειρά την οποία θα λάμβανε εάν αντί της προσημείωσης είχε εγγραφεί υπέρ αυτής από την αρχή υποθήκη, δηλαδή αυτή προηγείται άλλων απαιτήσεων, για την εξασφάλιση των οποίων έχουν εγγραφεί μεταγενέστερα προσημειώσεις ή υποθήκες. (ΑΠ 1229/2008, ΑΠ 539/2006, ΑΠ 125/2006, ΑΠ 158/2002).

Ειδικότερα, το μέρος του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκε τυχαία ο δανειστής θα διατεθεί κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 978 παρ.2 ΚΠολΔ, τον οποίο ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να προβλέψει στον πίνακά του και να προβεί σε επικουρική κατάταξη (ΑΠ 539/2006), δηλαδή για την περίπτωση που θα ματαιωθεί η ικανοποίηση του προσημειούχου δανειστή, ο οποίος έχει καταταγεί τυχαία, οπότε καθορίζεται ο τρόπος διανομής του ποσού που αναλογεί στην απαίτηση αυτή.

Κατά συνέπεια, εφόσον πληρωθεί η ανωτέρω αίρεση μπορεί ο δικαιούχος να εισπράξει την απαίτηση από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σύμφωνα με το άρθρο 975 και 980 ΚΠολΔ (ΑΠ 1229/2008), αφού η πλήρωση της αίρεσης και η οριστική προνομιακή ικανοποίηση της απαίτησης δεν εμποδίζονται από την περάτωση της εκτέλεσης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 975, 976, 977 παρ.1 και 1007 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτου ή κινητού πράγματος, αν συντρέχουν προνομιακές απαιτήσεις από τις αναφερόμενες στο άρθρο 975 ΚΠολΔ, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται κατά την παρ.5 αυτού και οι απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρους, που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάστηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο, με απαιτήσεις που είναι ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη και δεν επαρκεί το πλειστηρίασμα, ικανοποιούνται οι προνομιακές απαιτήσεις έως το ένα τρίτο (1/3) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, τα δε δύο τρίτα (2/3) αυτού διατίθενται για την ικανοποίηση των ενεχυρούχων ή ενυπόθηκων απαιτήσεων (ΑΠ 492/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Ι. και Λ. Τ. Ε., που συγχωνεύθηκε στην εγκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) με τις από 11.4.2000 και 18.4.2000 αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων τους, με επίσπευσή της κατασχέθηκε αναγκαστικά ακίνητο του οφειλέτη της Γ.

Κ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δήμου … προς ικανοποίηση απαίτησή της κατ' αυτού ποσού 54.703.628 δραχμών, προς εξασφάλιση της οποίας είχε γράψει προσημείωση υποθήκης στις 27.4.1998 σε βάρος του ακινήτου αυτού. Στις 22.9.1999, με την 5599/22.9.1999 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβ/φου Αράχωβας εκπλειστηριάστηκε το παραπάνω ακίνητο και κατακυρώθηκε στον τελευταίο υπερθεματιστή Β.

Κ. αντί πλειστηριάσματος 12.500.000 δραχμών. Στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο συμβ/φο Μαρία Μόσχου αναγγέλθηκαν οι πιστωτές μεταξύ των οποίων και το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσίβλητο) με την υπ' αριθμ 15273/1999 αναγγελία του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Λιβαδειάς για τη ληξιπρόθεσμη απαίτησή του κατά του οφειλέτη Γ.

Κ., συνολικού ποσού 13.301.894 δραχμών. Με τον υπ' αριθ 5683/1999 προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης της συμβ/φου από το πλειστηριάσμα των 12.500.000 δραχμών προαφαιρέθηκε για έξοδα εκτέλεσης το ποσό των 749.000 δραχμών. Στο υπόλοιπο ποσό των 11.751.000 δραχμών κατατάχθηκαν: α) η καθ' ης η ανακοπή επισπεύδουσα "Ι. και Λ. Τ. Ε." στα 2/3 του πλειστηριάσματος, δηλαδή για το ποσό των 7.834.000 δραχμών ως δανειστής με ειδικό προνόμιο (προσημείωση υποθήκης) και β) το Ελληνικό Δημόσιο στο υπόλοιπο ποσό των 3.917.000 δραχμών ως δανειστής με γενικό προνόμιο.

Με τον πίνακα κατάταξης έγινε δεκτό ότι η επισπεύδουσα είχε γράψει στο ακίνητο που εκπλειστηριάστηκε προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της απαίτησής της. ¨Όμως η προσημείωση υποθήκης δεν τράπηκε σε υποθήκη μέχρι τον πλειστηριασμό και την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή. Κατά συνέπεια είναι εσφαλμένη κατ' εφαρμογή του άρθρου 977 παρ.1 ΚΠολΔ η κατάταξή της, στα 2/3 του πλειστηριάσματος, αφού η απαίτησή της δεν είχε ειδικό προνόμιο.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο έκανε δεκτή την ανακοπή του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, μεταρρύθμισε τον προαναφερόμενο πίνακα κατάταξης, απέβαλε από αυτόν την αναιρεσείουσα προσημειούχο δανείστρια για το ποσό των 7.834.000 δραχμών και κατέταξε το αναιρεσίβλητο ως γενικό προνομιούχο δανειστή στο σύνολο του πλειστηριάσματος που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, δηλαδή στο ποσό των 11.751.000 δραχμών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχτεί ότι για την κατάταξη της αναιρεσείουσας προσημειούχου δανείστριας στα 2/3 του εκπλειστηριάσματος έπρεπε να είχε προηγηθεί η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες σε περίπτωση που χωρήσει αναγκαστικός πλειστηριασμός του βαρυνόμενου ακινήτου πριν την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, ο προσημειούχος πιστωτής κατατάσσεται στο πλειστηρίασμα τυχαία υπό την εκτιθείσα έννοια, αξιώνοντας έτσι για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως ο μοναδικός από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης είναι βάσιμος. και πρέπει. να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Λαμίας, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειούμενης, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ.19 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987 και αριθ.2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20.1.1993) (ΑΠ 16/2020, ΑΠ 343/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 13/2002 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατικής έδρας Λιβαδειάς).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ