Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal of document production request due to lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting a request for document production. The appellant argued the lower court failed to address the request and misapplied evidence rules, but the court found the First Instance Court provided extensive reasoning for rejecting the request as vague. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(12), 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court violated substantive law or failed to provide sufficient reasoning, but is inadmissible when the lower court correctly applied evidence rules and offered adequate justification for its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1474 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1474/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Γ.-Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικόλαου Αναγνωστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4069/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 439/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-12-2016 αίτησή του και τους από 21-3-2017 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αναιρεσίβλητη μετά του πληρεξουσίου της την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο; α) η επί παγία, ετήσια ή -μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών, εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου, β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) Η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη, μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και 2) η σύμβαση έμμισθης εντολής των δικηγόρων περί παροχής υπηρεσιών έναντι πάγιας αντιμισθίας,. είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ακόμη και αν συμφωνήθηκε ως ορισμένου χρόνου.
Ο εντολέας έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή απροειδοποίητα και αναιτιολόγητα καταβάλλοντας στο δικηγόρο την από την παρ. 1 του άρθρου 94 του ως άνω Κώδικα, προβλεπόμενη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, παρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της σύμβασης απαγορεύεται αν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 1636/2012, ΑΠ 115/2006).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 α', 92 παρ. 2 και 175 παρ. 1 του Δικηγορικού Κώδικα, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954, που εφαρμόζονται εν προκειμένω με βάση το χρόνο άσκησης της αγωγής, προκύπτει σαφώς ότι επιτρέπεται η πρόσληψη δικηγόρου από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως δικηγόρων, δηλαδή να παρέχουν έργα από τα οριζόμενα με το άρθρο 39 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1366/1983, και τα άρθρα 42 και 166 του Κώδικα αυτού, και η συμφωνία του για αμοιβή με πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το ελάχιστο όριο που καθορίζεται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης εκδιδόμενη κατά τους ορισμούς του εδαφίου α της παρ. 2 του άρθρου 92 αυτού.
Η σχέση που δημιουργείται με τη συμφωνία αυτή θεωρείται ως έμμισθη εντολή με περιεχόμενο την παροχή δικηγορικού έργου έναντι πάγιας περιοδικής αμοιβής. Η ανωτέρω σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία μπορεί να συναφθεί και μεταξύ δικηγόρων, του ενός ως εντολέως και του άλλου ως εντολοδόχου, της σύμβασης αυτής ρυθμιζόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92, 92Α του Δικηγ.
Κώδικα και των σε εκτέλεση του άρθρου 92 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εκδιδομένων Υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες καθορίζονται το ελάχιστο όριο αμοιβής αυτών (ΑΠ 1329/2001 ΑΠ 937/1990). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 διεθνούς σύμβασης για την προστασία του ημερομισθίου, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας του (ΑΠ 150/2005, ΑΠ 774/2003, ΑΠ 1455/2003).
Επομένως, έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίνονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο από νόμιμη υποχρέωση ή και οικειοθελώς, με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη να αποτελούν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, όπως το επίδομα παραγωγής και αυξημένης παραγωγικότητας, ποσοστό κλπ., για ποσοτική και ποιοτική απόδοση, εφόσον καταβάλλονται τακτικά, και ανεξάρτητα, σαν αντάλλαγμα (ΑΠ 150/2005 AΠ 130/1989).
Δικαιούνται επίσης οι ανωτέρω έμμισθοι δικηγόροι δώρα εορτών και επίδομα αδείας, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 ν. 4507/1966, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με άρθρο 2 του ΑΝ 539/1945 και άρθρ. 1 παρ. 2 19040/81 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας. Ειδικότερα στο άρθρο 1 παρ.2 και 3 της ανωτέρω ΥΑ 19:430/1930, ορίζεται ότι "όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται από τους πάσης (ρύσης εργοδότες τους:
α) Επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, β) Επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό, και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο. 2. Τα ανωτέρω - επιδόματα καταβάλλονται στο ακέραιο,, εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε ολόκληρη τη χρονική περίοδο, στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων από. 1η Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και του επιδόματος Πάσχα από. 1η Ιανουαρίου έως 30η Απριλίου κάθε έτους. 3.
Από τους ανωτέρω μισθωτούς, εκείνοι που η σχέση εργασίας τους με τον υπόχρεο, στην καταβολή του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, εργοδότη, δε διήρκεσε ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούνται: α) Σαν επίδομα εορτών Χριστουγέννων, ποσό ίσο με 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια, ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής, για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης τους, μέσα στις χρονικές περιόδους που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου και β) ως επίδομα εορτών Πάσχα ποσό ίσο με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής, για κάθε 8 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης.
Για χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ήμερου ή του 8ήμερου, αντίστοιχα, δικαιούνται ανάλογο κλάσμα". Εξάλλου, το επίδομα αδείας, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 3 § 16 του ν.δ. 4504/1966, καθορίζεται σε μισό μισθό για τους εργαζομένους που αμείβονται με μισθό και σε 13 ημερομίσθια για όσους εργαζομένους αμείβονται με ημερομίσθια.
Στην περίπτωση που δεν έχει συμπληρωθεί ο βασικός χρόνος της 12μηνης εργασιακής σχέσης οι αποδοχές αδείας για τους μισθωτούς πριν πάρουν την κανονική άδεια υπολογίζονται σε δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησής τους. Επίσης ανάλογο επίδομα αδείας καταβάλλεται σ'αυτούς. Περαιτέρω, στις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση, ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας (ΑΠ 183/2016).
Εξάλλου για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που- εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ, 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής τους, η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου για τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα αντιστοίχως, η τελευταία δε ημέρα του ημερολογιακού έτους, το αργότερο, για την χορήγηση της άδειας και για το επίδομα αδείας, η οποία και θεωρείται ως δήλη ημέρα, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να καθίσταται υπερήμερος ο εργοδότης και να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΑΠ 286/2013).
Ακολούθως, με τις διατάξεις, ειδικότερα, της παρ. 2 του άρθρου 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013 - ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013), που ισχύει από την 27.9.2013 (βλ. άρθρο 166 αυτού), ορίζεται ότι η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται, μεταξύ άλλων, με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο, ενώ με τις διατάξεις της παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση.
Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία..,Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα".
Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 46 του ιδίου Κώδικα "μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές, που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας". Για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την ως άνω αποζημίωση λαμβάνεται υπόψη παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετησίως ή μηνιαίως σταθερά και όχι τυχόν αυξομειούμενες κατά μήνα δαπάνες ή και αμοιβές κατά υπόθεση.
Ως τακτικές αποδοχές κατά τα άρθρα 648 επ. ΑΚ θεωρούνται ο μισθός (πάγια μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών. Αλλά και η οικειοθελής εκ μέρους του εργοδότη παροχή, η παροχή δηλ. εκτός του μισθού ιδιαίτερης αμοιβής στην οποία προβαίνει σύμφωνα με τα άρθρα 648, 649, 653 ΑΚ, 1 της Διεθνούς Σύμβασης 95 /1949 που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 και 119§2 της ΣυνθΕΟΚ, που επαναλαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί ν'απολήξει σε σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή της, με την έννοια του μισθού, που δε μπορεί να διακοπεί ελεύθερα από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός προέβη από την αρχή σε σχετική ρητή επιφύλαξη να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή ή αν η παροχή αυτή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας ή προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης που έπαυσαν να υπάρχουν ή να εξυπηρετούνται από τον μισθωτό, ο δε κατά τον τρόπο αυτόν προσδιοριζόμενος μισθός (με τον υπολογισμό και της οικειοθελούς παροχής) λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων ως άνω αποζημίωσης (ΑΠ 249/2012, ΑΠ 288/2015, 1239/2014 ΑΠ 1065/2011).
Επίσης στις μηνιαίες αποδοχές για τον καθορισμό της αποζημίωσης αυτής συνυπολογίζονται και τα επιδόματα εορτών, που δικαιούνται οι δικηγόροι βάσει του άρθρου 2 παρ. 1 της ΥΑ 19040/81 καθώς και το επίδομα αδείας, που δικαιούνται βάσει του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 4507/66 και συνεπώς το ποσό της αποζημίωσης. προσαυξάνεται κατά 1/6, όσο δηλαδή το πηλίκο διαίρεσης των 2 επί πλέον μισθών (1/2 για επίδομα Πάσχα συν 1 για επίδομα Χριστουγέννων συν 1/2 για επίδομα αδείας), δια των 12 μηνιαίων αντιμισθιών του έτους (ΑΠ 1250/2009).
Εξάλλου εκ του ότι ο δικηγόρος, στην περίπτωση που η σύμβαση παροχής των έμμισθων υπηρεσιών του λύνεται με καταγγελία του εντολέα του, δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές, που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας μέχρι την πλήρη, καταβολή της οφειλόμενης σε αυτόν αποζημίωσης, συνάγεται - ότι στην αμοιβή του αυτή δε συμπεριλαμβάνονται και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας του αντίστοιχου, δηλαδή του μέχρι, την καταβολή της προαναφερόμενης αποζημίωσης, χρονικού διαστήματος, αυτονόητο δε είναι ότι ο δικηγόρος δικαιούται παράλληλα να αξιώσει την καταβολή των δεδουλευμένων και οφειλομένων μέχρι την καταγγελία αντιμισθιών του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 §9 του Ν. 4114/1960, η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 13 του Ν. 1512/1985 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24§1 του Ν. 1868/1989, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που απασχολούν δικηγόρους που αμείβονται με πάγια αντιμισθία, έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν στο Ταμείο Νομικών εισφορά 3%, που υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο και η οποία αποδίδεται στο Ταμείο Νομικών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα από την ημερομηνία υποχρέωσης προς καταβολή από τον εντολέα.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρ. 24 του Ν. 1868/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 37§1 του Ν. 2145/1993, το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και. τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούν δικηγόρους με έμμισθη εντολή ορισμένου ή αορίστου χρόνου έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων και το ΚΕΑΔ ποσοστό 2/3 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολουμένων σε αυτούς δικηγόρων (η οποία αποδίδεται από τους φορείς στα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στον Ιανουάριο του επόμενου έτους στο οποίο αφορά η υποχρέωση καταβολής των εισφορών), η υποχρέωση δε καταβολής του ποσοστού αυτού ασφαλίστρων αρχίζει από 1.1.1993 και ισχύει και για τους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους στους ανωτέρω φορείς δικηγόρους, ενώ με το άρθρο 18§8 του Ν. 3232/2004 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παραπάνω εδαφίου ισχύουν και για τους από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένους δικηγόρους στους ανωτέρω φορείς (ΑΠ 1250/2009).
Τέλος, το δικαίωμα του δικηγόρου, που έχει προσληφθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες στον εντολέα του με πάγια αντιμισθία, να απαιτήσει, αντί της συμφωνημένης μικρότερης, την κατά το άρθρο 92Α του ν.δ.3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυε τον ένδικο χρόνο, μεγαλύτερη νόμιμη μηνιαία αμοιβή του, υπόκειται, παρόλο ότι πηγάζει από την πιο πάνω διάταξη δημόσιας τάξης, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η άσκηση του δικαιώματος θεωρείται ως καταχρηστική και όταν ο δικαιούχος δημιούργησε με τη συμπεριφορά του την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δε θα ασκήσει πλέον το δικαίωμα του, εις τρόπον ώστε η παρά ταύτα άσκηση του, - που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, επάγεται δε επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που. επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΟλΑΠ 2101/1984, ΑΠ. 38/2015, 207/2014).
Τέτοια περίπτωση καταχρηστικής άσκησης, υπάρχει όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη που προαναφέρθηκε, και την καθορίζει, μεγαλύτερη, ζητεί παρόλα αυτά, από τον εντολέα του (που αγνοεί το γεγονός αυτό και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του) και εισπράττει, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση, μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση της σύμβασης και δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε αφετέρου δε μία πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία (ΑΠ 1270/2015, ΑΠ 565/2004, ΑΠ 1040/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η ενάγουσα, απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, έχοντας λάβει άδεια άσκησης επαγγέλματος Δικηγόρου, κατόπιν εξετάσεων, το έτος 2004, όταν και εγγράφηκε στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με αριθμό μητρώου 26149 και ήδη από το έτος 2009 Δικηγόρος παρ' Εφέταις, συνήψε με την ανωτέρω ιδιότητά της περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου του έτους 2007 προφορικά με τον εναγόμενο, επίσης Δικηγόρο του ιδίου Δικηγορικού Συλλόγου, σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου από την 1η:9.2007, επί παγία αντιμισθία, που συμφωνήθηκε καταβλητέα στο τέλος εκάστου μηνός και ορίσθηκε αρχικά στο ποσό των 800 ευρώ, με αντικείμενο την παροχή στον εναγόμενο των νομικών υπηρεσιών της αποκλειστικά σε υποθέσεις που ανελάμβανε το επί της Ακτής Ποσειδώνος αριθμ.24 στον Πειραιά Αττικής δικηγορικό του γραφείο.
Κατ'εφαρμογήν των μεταξύ τους συμφωνηθέντων ο εναγόμενος απασχολούσε καθημερινά κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (πλην Σαββάτου και Κυριακής), και αρχικά από ώρα 9.00 έως ώρα 19.00 ημερησίως, ως δικηγόρο την ενάγουσα, η οποία και είχε επιφορτισθεί με την εκτέλεση των διαφόρων νομικών υπηρεσιών, που κάθε φορά της ανατίθεντο από τον ανωτέρω.
Ειδικότερα τα καθήκοντά της περιελάμβαναν τη μελέτη του συνόλου σχεδόν των υποθέσεων των φυσικών και νομικών προσώπων, που αναλάμβανε το δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, διά της αναζήτησης της κατά περίπτωση προσήκουσας νομοθεσίας και νομολογίας και την εισήγηση σ'αυτόν περί του προσφορότερου για τα συμφέροντα του εκάστοτε εντολέως του τρόπου νομικού χειρισμού τους, τη σύνταξη των δικογράφων, αλλά και όλων των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων των εκκρεμών υποθέσεων, την παράσταση της ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης φύσης αρχών για όσες εκ των υποθέσεων δεν παρίστατο ο ίδιος ο εναγόμενος, την επικοινωνία, με τους εντολείς τηλεφωνικά, αλλά και σε συναντήσεις μαζί τους στο χώρο του γραφείου του εναγομένου, για τη λήψη του ιστορικού της κάθε υπόθεσης, καθώς και για την ενημέρωση αυτών περί της πορείας των υποθέσεών τους και της τελικής έκβασης τους, την παροχή νομικών συμβουλών και κατευθύνσεων επί των ζητημάτων των εντολέων του γραφείου, που ετίθεντο υπόψη της, τον έλεγχο και τη διόρθωση απάντων των διαδικαστικών εγγράφων, που συντάσσοντο από τη γραμματέα του γραφείου, την παρακολούθηση, των δικασίμων, αλλά και της τήρησης των κάθε είδους προθεσμιών εκάστης υπόθεσης, και την οργάνωση του προγράμματος του ασκούμενου δικηγόρου, που απασχολείτο κάθε φορά στο γραφείο περί των επειγουσών εξωτερικών εργασιών, που έχρηζαν διεκπεραίωσης.
Ο ίδιος ο εναγόμενος είχε ως επί το πλείστον αναλάβει την παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων κατά την εκδίκαση στο ακροατήριο των υποθέσεων των εντολέων του και ασχολείτο αποκλειστικά με τις συμφωνίες περί των δικηγορικών αμοιβών του, αλλά και με τις διαπραγματεύσεις για τους εξώδικους συμβιβασμούς των υποθέσεων, που ανατίθεντο στο γραφείο του, ενώ παράλληλα είχε τη γενική διεύθυνση, έλεγχο και εποπτεία επί του συνόλου των υποθέσεων, τις οποίες αναλάμβανε, ήταν δε αυτός ο οποίος ελάμβανε τις τελικές αποφάσεις περί του χρονικού προγραμματισμού των υποθέσεων και του τρόπου του νομικού χειρισμού τους, κατόπιν σχετικής εισήγησης της ενάγουσας, ήλεγχε μάλιστα το περιεχόμενο όλων των δικογράφων, που συνέτασσε η ανωτέρω, και αφού προέβαινε στις κατά την κατά την κρίση του απαραίτητες διορθώσεις, έθετε επ'αυτών την υπογραφή του, πλην αυτών, κατά την εκδίκαση των οποίων παρίστατο η ίδια η ενάγουσα, τα οποία έφεραν τη δική της υπογραφή.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η πάγια αντιμισθία της ενάγουσας ανήλθε κατόπιν μεταγενέστερης συμφωνίας της με τον εναγόμενο από 1ης. 1.2008 στο ποσό των 900 ευρώ το μήνα, πλέον επιμισθίου (bonus), ως επιπρόσθετη μηνιαία παροχή (επίδομα) καλής απόδοσης κατά την παροχή των νομικών της υπηρεσιών στο γραφείο του, που καταβαλλόταν επίσης στο τέλος εκάστου μηνός.
Η ενάγουσα, η οποία κατά την πρόσληψή της ήταν ήδη έγγαμη και μητέρα ενός τέκνου, απασχολήθηκε ως δικηγόρος από τον εναγόμενο με τους προαναφερθέντες όρους και συνθήκες μέχρι και τις 30.6.2009, όταν και, ούσα στον 9ο μήνα της εγκυμοσύνης της στο δεύτερο τέκνο της, που γεννήθηκε στις 23.7.2009, διέκοψε την εργασία της στο ανωτέρω δικηγορικό γραφείο, στην οποία και επανήλθε την 1η. 10.2009 με μειωμένο, σε σχέση με το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ημερήσιο ωράριο, από ώρα 9.00 έως ώρα 17.00.
Μάλιστα μετά παρέλευση ενός έτους και δη από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2010 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων αύξηση του ποσού του επιμισθίου της ενάγουσας, το οποίο και ανήλθε στο ποσό των 400 ευρώ. Αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα παρείχε τις νομικές της υπηρεσίες στον εναγόμενο σε εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης έμμισθης εντολής μέχρι και τις 31.5.2011, όταν ο ανωτέρω προέβη σε καταγγελία της σύμβασής της αυτής, η οποία και έκτοτε λύθηκε.
Αποδείχθηκε δηλαδή ενόψει τούτων ότι καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα εργαζόταν, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, διεκπεραιώνοντας για λογαριασμό του εναγομένου δικηγορικές εργασίες, τις οποίες αυτός της ανέθετε και τις οποίες ανελάμβανε το δικηγορικό του γραφείο, αναλώνοντας τον εργάσιμο χρόνο της αποκλειστικά στην προάσπιση των συμφερόντων των πελατών του εναγομένου, που της απορροφούσαν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς της, μη αναλαμβάνοντας, επομένως, προσωπικές της υποθέσεις ελλείψει χρόνου προς τούτο.
Η παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας προς τον εναγόμενο γινόταν αποκλειστικά στο δικηγορικό γραφείο του τελευταίου, με τη χρήση της υποδομής και του εξοπλισμού που αυτό διέθετε, αλλά και με την αρωγή των λοιπών προσώπων, τα οποία επίσης εργάζονταν εκεί κατά περιόδους ως γραμματείς ή ασκούμενοι δικηγόροι, για την απαραίτητη προετοιμασία, ήτοι μελέτη φακέλων και σύνταξη δικογράφων και επικοινωνία με τους πελάτες, αλλά και δευτερευόντως εκτός του γραφείου με την απασχόλησή της σε παραστάσεις ενώπιον των δικαστικών ή άλλων αρχών και για τη διεκπεραίωση εξωτερικών εργασιών.
Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον η απασχόληση της ενάγουσας ως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής της δραστηριότητας και τελούσε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του ανωτέρω, ο οποίος παρείχε οδηγίες και κατευθύνσεις και είχε τον τελικό λόγο στο νομικό χειρισμό όλων των υποθέσεων, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πλήρη απασχόληση με πάγια μηνιαία αντιμισθία, που μπορεί να καταρτισθεί και μεταξύ δικηγόρων, του ενός ως εντολέως και του άλλου ως εντολοδόχου, της σύμβασης αυτής ρυθμιζομένης από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, και όχι αυτή της συνεργάτιδας δικηγόρου, ήτοι της συστεγαζομένης στο ίδιο γραφείο δικηγόρου, η οποία παρείχε μεν κάποιες νομικές υπηρεσίες στον εναγόμενο έναντι μηνιαίας αμοιβής κατ'αποκοπήν ανά υπόθεση, αλλά κατά βάση ασκούσε ελεύθερη δικηγορία, εξυπηρετώντας τις προσωπικές της υποθέσεις με την χρήση του γραφείου του εναγομένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος.
Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου περί των όρων και των συνθηκών της παροχής από πλευράς της ενάγουσας των νομικών της υπηρεσιών και του είδους της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης ως. έμμισθης εντολής δικηγόρου επιρρωνύεται ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς τών μαρτύρων της ενάγουσας Ε.
Σ., Ε. Φ., Μ. Κ., Μ. Π. και Θ. Χ., οι οποίες δε συνδέονται με φιλική ή συγγενική σχέση με την ανωτέρω και έχουν, ίδιαν αντίληψη περί των όσων ανέφεραν, καθώς, άπασες πτυχιούχοι Νομικής Σχολής, απασχολήθηκαν στο αυτό δικηγορικό γραφείο ως ασκούμενες δικηγόροι οι πρώτη και δεύτερη, ως δικηγόροι οι τρίτη και τέταρτη και ως γραμματέας η πέμπτη αντίστοιχα, κατά περιόδους, που εν πολλοίς συμπίπτουν με-το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο εργάσθηκε εκεί και η ίδια η .
ενάγουσα. Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου Ζ. Τ. και Μ. Τ., οι οποίες λόγω της στενής συγγενικής σχέσης αυτών με τον εναγόμενο (θυγατέρα και αδελφός του αντίστοιχα) δεν κρίνονται πειστικές και αντικειμενικές, ούτε από αυτήν του Μ.
Κ., ασκούμενου δικηγόρου στο αυτό δικηγορικό γραφείο, που δόθηκε το πρώτον στην παρούσα κατ'έφεση δίκη, ο οποίος αφενός μεν καταθέτει επί λέξει ότι "απ'όσο γνωρίζω , ο κ. Τ. την είχε προσλάβει αποκλειστικά και μόνο στη βάση της κατ'αποκοπή μηνιαίας προσφοράς εργασίας", προσθέτοντας όμως στη συνέχεια, ότι "είναι γνωστό πως χιλιάδες δικηγόροι δουλεύουν σε δικηγορικά γραφεία, χωρίς να παίρνουν ασφαλιστικές εισφορές και χωρίς επιδόματα".
Ούτε όμως η κρίση αυτή, ότι δηλαδή η ενάγουσα απασχολήθηκε από τον εναγόμενο στο δικηγορικό του γραφείο κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα ως έμμισθη δικηγόρος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, και όχι ως συνεργαζόμενη δικηγόρος με μηνιαία κατ'αποκοπήν. αμοιβή, κατά τον αρνητικό της αγωγής σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου, αναιρείται εκ του γεγονότος ότι η ανωτέρω δεν είχε γνωστοποιήσει την πρόσληψή της δυνάμει τέτοιας σύμβασης στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, όπως υποχρεούτο, παράλειψη, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης, αλλά επισύρει πειθαρχική ποινή (βλ σχετ.
ΑΠ 653/2003 Α'δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος), ούτε ανέφερε ότι απασχολείται ως έμμισθη δικηγόρος στις ετήσιες δηλώσεις, που υπέβαλλε στον εν λόγω Δικηγορικό Σύλλογο, ούτε και είχε ενημερώσει περί αυτού τα ασφαλιστικά της ταμεία. Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι η ενάγουσα υπέγραφε κάθε μήνα έντυπες αποδείξεις για το ποσό που ελάμβανε ως αμοιβή από τον εναγόμενο (στην αρχή 800 ευρώ και στη συνέχεια 900 ευρώ), καθώς για το ποσό που της καταβαλλόταν, ως επιμίσθιο - bonus - υπέγραφε ξεχωριστές χειρόγραφες αποδείξεις, στις οποίες (έντυπες αποδείξεις) αναφέρεται ρητά ότι το εκάστοτε ποσό εισπράττεται για "κατ'αποκοπήν προσφορά εργασίας" επιρρωνύει αντίθετη κρίση περί του είδους της σύμβασης, που κατήρτισε με τον εναγόμενο, διότι οι εν λόγω αποδείξεις συντάσσοντο από τον ανωτέρω και υπογράφοντο εξ ανάγκης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο από την ενάγουσα, η οποία δε αντιδρούσε στη διατύπωση αυτή, που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, προκειμένου να διατηρήσει την εργασιακή της θέση.
Σημειωτέον ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που διήρκεσε η εργασία της ενάγουσας στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, το οποίο ασχολείται ως επί το πλείστον με ναυτεργατικές υποθέσεις και υποθέσεις ιατρικής αμέλειας και διαθέτει μεγάλο αριθμό πελατών, με αποτέλεσμα να υπάρχει χρεία σε μόνιμη βάση και έτερου δικηγόρου προς αρωγή του εναγομένου, ήταν η -μοναδική έμπειρη δικηγόρος, που παρείχε σ'αυτόν αμιγώς νομικές υπηρεσίες (σύνταξη δικογράφων και παράσταση στα δικαστήρια), καθώς ναι μεν απασχολούντο εκεί κατά περιόδους και έτερα πρόσωπα, ασκούμενοι και νέοι δικηγόροι, στους οποίους όμως δεν ανατίθεντο τέτοια καθήκοντα, αλλά εξωτερικές εργασίες, ή εργασία γραφείου, όπως άλλωστε συνάγεται και εκ των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων της ενάγουσας.
Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα εδικαιούτο για το χρονικό αυτό διάστημα, κατά το οποίο εργάσθηκε ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής ως πάγια μηνιαία αμοιβή την κατώτατη, η οποία προβλεπόταν για τα έτη 2007 έως 2011 βάσει των Υπουργικών Αποφάσεων, που εκδόθηκαν σε εκτέλεση της διάταξης τον άρθρου 92 παρ.2 του τότε ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), διότι η πάγια μηνιαία αντιμισθία, που της καταβαλλόταν, υπολειπόταν της νόμιμης, καθώς επίσης και τις οφειλόμενες μηνιαίες αποδοχές της για• το διάστημα Ιούλιος έως και Σεπτέμβριος• του έτους 2009, όταν τελούσε σε νόμιμη άδεια τοκετού και λοχείας, και τα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), αλλά και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας για το μήνα Αύγουστο κάθε έτους του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, κατά τον οποίο το γραφείο του εναγομένου διέκοπτε πάντοτε τις εργασίες του και η ενάγουσα ελάμβανε άδεια, χωρίς όμως να της καταβάλλεται οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως αμοιβή για το μήνα αυτό, ή ως επίδομα.
Επιπροσθέτως ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της σύμβασής της, καθώς και τις μηνιαίες αποδοχές της μέχρι της πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης του ποσού της αποζημίωσης αυτής και περαιτέρω οφείλει στα ασφαλιστικά της ταμεία το ποσό, που αναλογεί στα 2/3 τού συνόλου των εισφορών της για την ανωτέρω χρονική περίοδο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης.
Ο εναγόμενος σε απόκρουση της αγωγής αυτής ισχυρίσθηκε κατ'ένσταση ότι το δικαίωμα της ενάγουσας προς διεκδίκηση των εν λόγω κονδυλίων ασκείται καταχρηστικά, καθώς η ανωτέρω επί μακρόν χρόνο και δη επί 4 έτη εισέπραττε αδιαμαρτύρητα και αναντίρρητα τα συμφωνηθέντα αμοιβή της και επιμίσθιο, και υπέγραφε κάθε μήνα στις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, χωρίς ουδέποτε να σημειώσει επ'αυτών οποιαδήποτε επιφύλαξη σχετικά με το ύψος των καταβληθέντων, και χωρίς να τον οχλήσει ποτέ, είτε προφορικά είτε εγγράφως διά εξωδίκου, αξιώνοντας την καταβολή των υψηλότερων νομίμων αποδοχών δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής, γνωστοποιώντας του ταυτόχρονα και το προβλεπόμενο στο νόμο ποσό αυτών, με αποτέλεσμα εκ της προαναφερθείσας συμπεριφοράς της να δημιουργηθεί σ'αυτόν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν της οφείλεται για τις υπηρεσίες που του προσέφερε άλλο ποσό πέραν του συμφωνηθέντος και ότι ουδέποτε θα επεδίωκε στο μέλλον την καταβολή του, αλλά και να παγιωθεί μία πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας, με την πληρωμή των αιτουμένων αγωγικών κνδυλίων, θα προκαλούσε στον ίδιο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία.
Πλην όμως εν προκειμένω η αξίωση της ενάγουσας περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγομένου να της καταβάλει τις οφειλόμενες διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών και των νομίμων ελάχιστων πάγιων μηνιαίων αμοιβών της ως έμμισθης δικηγόρου, τα δώρα εορτών, τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο διήρκεσε η απασχόλησή της στο δικηγορικό του γραφείο με την προεκτεθείσα ιδιότητα, καθώς και τις αναλογούσες σ'αυτόν ασφαλιστικές της εισφορές για το διάστημα αυτό, δεν ασκείται καταχρηστικά με την ένδικη αγωγή, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς η με τον τρόπο αυτό διεκδίκηση τους δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της αυτού.
Ειδικότερα εκ του γεγονότος ότι η ενάγουσα καθόλο το χρονικό διάστημα των σχεδόν 5 ετών, κατά το οποίο προσέφερε τις νομικές της υπηρεσίες στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε εγγράφως προς αυτόν, ει μη μόνον προφορικά, σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της Μ.
Π. και Ε. Φ., αλλά και με τα αναφερόμενα στο προσκομιζόμενο από την ενάγουσα από 9.9.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ιδίου του εναγομένου, το οποίο απεστάλη στην ενάγουσα και στο οποίο επί λέξει διαλαμβάνεται ότι "από την αρχή της προσλήψεώς σας είχατε αρνητική θέση για το γραφείο και σκεφτόσασταν απλά και μόνο πως θα διεκδικήσετε ποσά, τα οποία ουδέποτε συμφωνήσαμε...", περί του ύψους των μικρότερων ποσών που της καταβάλλοντο μηνιαίως σε σχέση με τη νόμιμη πάγια αντιμισθία της και περί της μη καταβολής των λοιπών παροχών, που εδικαιούτο, υπογράφοντας μάλιστα ανεπιφύλακτα κάθε μήνα στις σχετικές αποδείξεις, και τούτο προκειμένου να διατηρήσει την εργασιακή της θέση, φοβούμενη την απώλεια αυτής σε περίπτωση δυναμικότερης διεκδίκησης των οφειλομένων υπέρτερων αποδοχών της, λαμβανομένου υπόψη ότι τα εισοδήματα εκ της εργασίας της αυτής αποτελούσαν το μοναδικό μέσο προς εξασφάλιση των αναγκαίων για τη συνεισφορά της στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών και στη διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων της, ει μη μόνον χωρίς καθυστέρηση, αμέσως μετά τη λύση της σύμβασής της, και δη το πρώτον με την άσκηση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 28.7.2011, ήτοι εντός σχεδόν δύο μηνών από την καταγγελία της σύμβασής της από τον εναγόμενο στις 31.5.2011, (συνεπώς, δε συντρέχει περίπτωση μακροχρόνιας αδράνειας), ενόψει και του ότι κατά την πρόσληψή της, επιθυμώντας να ανεύρει βιοποριστική εργασία δεν ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να διαπραγματευθεί και να καθορίσει η ίδια τους όρους και τις συνθήκες παροχής των νομικών της υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ουσιαστικά να προσχωρήσει σε μία επαχθή σύμβαση, που προσβάλλει τα δικαιώματά της ως έμμισθης δικηγόρου, εν γνώσει της ότι λαμβάνει ως αμοιβή της ποσό μικρότερο του νομίμου, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση των αγωγικών αξιώσεων.
Ούτε βέβαια εκ της συμπεριφοράς της αυτής θα μπορούσε να δημιουργηθεί στον εναγόμενο η εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα δε δικαιούται άλλου ποσού πέραν του συμφωνηθέντος, ώστε να κρίνεται με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη επιβεβλημένη η θυσία των αγωγικών αξιώσεων, διότι, ναι μεν η ανωτέρω, αν και γνώριζε ότι οι νόμιμες αμοιβές της είναι υπέρτερες των συμφωνηθέντων, καθώς και ότι επιπροσθέτως δικαιούται δώρων εορτών και επιδομάτων και αποδοχών αδείας, εντούτοις προέβη στην κατάρτιση της σύμβασης αυτής και συνέχισε να εργάζεται στο γραφείο του επί σχεδόν πέντε έτη με τους όρους αυτούς για τους λόγους, που προεκτέθηκαν, ήτοι προς εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων για τη διαβίωση της ιδίας και της οικογένειάς της, χωρίς έγγραφη όχληση προς καταβολή των οφειλομένων, πλην όμως τέτοια γνώση είχε, ή πάντως όφειλε να έχει, και ο εναγόμενος, ως έμπειρος δικηγόρος και δε δικαιολογείται να αγνοεί τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής της δικηγόρου, που απασχολούσε, υποχρέωση του, ή να αναμένει σχετική ενημέρωση από την ενάγουσα περί του ύψους των νομίμων αποδοχών της, ως να ήταν ένας εντολέας που δε διαθέτει νομικές γνώσεις, ή να υπολαμβάνει καλόπιστα ότι ουδέν έτερο πέραν των συμφωνηθέντων οφείλει, καθώς οι διατάξεις περί των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής.
είναι αναγκαστικού δικαίου κατ δημόσιας τάξης. και ο εναγόμενος ήταν σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένος να καταβάλει στην ενάγουσα τις νόμιμες αμοιβές (αποδοχές) της, το ύψος των οποίων όφειλε, πολλώ δε μάλλον και λόγω της ιδιότητάς του, να ερευνήσει και να ανεύρει. Κατ'ακολουθίαν των .ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κατά παραδοχήν σχετικής ένστασης του εναγομένου, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω καταχρηστικής άσκησης ως προς τα κονδύλια των διαφορών μεταξύ των καταβληθεισών και των νομίμων παγίων μηνιαίων αντιμισθιών της ενάγουσας, των δώρων εορτών, των αποδοχών και των επιδομάτων αδείας, καθώς και των αναλογουσών στον εναγόμενο ασφαλιστικών της εισφορών για το χρονικό διάστημα, που απασχολήθηκε αυτή ως έμμισθη δικηγόρος στο δικηγορικό, του γραφείο, και περαιτέρω για τον υπολογισμό της οφειλομένης αποζημίωσης εκ της καταγγελίας της σύμβασης και της ποινής για το μέχρι την εξόφληση του ποσού αυτής χρονικό διάστημα έλαβε υπόψη του για τον ίδιο λόγο τις συμφωνηθείσες μικρότερες μηνιαίες αποδοχές που της καταβάλλοντα κατά το χρόνο της καταγγελίας και όχι τις υπέρτερες κατώτατες νόμιμες, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις, εκτίμησε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με το σχετικό λόγο της κρινόμενης έφεσής της.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η. έφεση αυτή και κατ'ουσίαν ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια και, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και κρατηθεί η υπόθεση, να Εικασθεί εξαρχής ως προς τα κεφάλαια αυτά η αγωγή (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ), η οποία είναι ορισμένη.
Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η ενάγουσα παρείχε τις νομικές της υπηρεσίες στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου ως έμμισθη δικηγόρος (από 1.9.20Θ7 έως 31.5.2011), η κατώτατη νόμιμη μηνιαία αντιμισθία της ανερχόταν δυνάμει των Υπουργικών Αποφάσεων, που εκδόθηκαν σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 92 παρ.2 του τότε ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), λαμβανομένων υπόψη και του ότι επρόκειτο περί Δικηγόρου παρ Έφέταις, έγγαμης με δύο ανήλικα τέκνα, και γνώστριας της χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή, στα κάτωθι αναφερόμενα ποσά:
Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2007 στο ποσό των 1.314 ευρώ, από 1.1.2008 έως 30.9.2008 στο ποσό των 1.340 ευρώ, από 1.10.2008 έως 31.12.2008 στο ποσό των 1.642 ευρώ, από 1.1.2009 έως 31.7.2009 στο ποσό των 1.642 ευρώ, από 1.8.2009 έως 31.12.2009 στο ποσό των 1.660 ευρώ, από 1.1.2010 έως 31.12.2010 στο ποσό των 1.660 ευρώ και από 1.1.2011 έως 31.5.2011 στο ποσό των 1.660 ευρώ.
Αποδείχθηκε επίσης ότι η πάγια αντιμισθία, την οποία κατέβαλε κάθε μήνα ο εναγόμενος καθ'όλο το επίδικο χρονικό διάστημα υπολειπόταν της ανωτέρω ελάχιστης νόμιμης αντιμισθίας που εδικαιούτο η ενάγουσα βάσει των εκάστοτε εκδιδομένων Υπουργικών αποφάσεων που καθόριζαν τα κατώτατα όρια αμοιβής, με αποτέλεσμα να προκύψουν οι κατωτέρω διαφορές παγίων μηνιαίων αντιμισθιών, ενώ δεν της καταβάλλοντο δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), αποδοχές και επίδομα αδείας για το μήνα Αύγουστο όλων αυτών των ετών, όταν ελάμβανε την άδεια αναψυχής της, ούτε όμως της καταβλήθηκε αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της σύμβασής της.
Σημειωτέον επίσης ότι για τον καθορισμό των ποσών, που δικαιούται η ενάγουσα από τη ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής, για δώρα εορτών, επιδόματα και αποδοχές αδείας και αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της σύμβασής της θα συνυπολογισθεί στις μηνιαίες αποδοχές της, το ποσό, που ελάμβανε κάθε μήνα από τον εναγόμενο ως επιμίσθιο (bonus) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 μέχρι 31.5.2011 (αρχικά 300 ευρώ και στη συνέχεια από 1.1.2010 και μέχρι τη λύση της σύμβασής της 400 ευρώ), όπως αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν, καθώς πρόκειται περί πρόσθετης παροχής, που καταβαλλόταν από τον εναγόμενο εκουσίως και οικειοθελώς, πλην όμως επί μεγάλο χρονικό διάστημα, τακτικά και ανελλιπώς, σταθερά, μόνιμα και ανεπιφύλακτα, ως αντάλλαγμα ουσιαστικά της προσφερόμενης εργασίας της, με πρόθεση αμφοτέρων των μερών να καταβάλλεται προς τούτο, και όχι από ελευθεριότητα, ενώ περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη συμφωνία τους για τη χορήγησή του ο εναγόμενος επεφύλαξε στον εαυτό του το δικαίωμα μονομερούς διακοπής του οποτεδήποτε και κατά την απόλυτη προαίρεσή του, και, συνεπώς, προσέλαβε το χαρακτήρα πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας και ενσωματώθηκε σ'αυτήν, καθώς κατέληξε σε σιωπηρή σύμβαση των διαδίκων για την καταβολή του ως αντιμισθίας, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, πλην όμως δε θα συνυπολογισθεί για, την εξεύρεση του ποσού της οφειλόμενης διαφοράς μεταξύ των καταβληθεισών και των νομίμων κατωτάτων παγίων αμοιβών της ενάγουσας, διότι σε περίπτωση καταβολής μισθού μικρότερου του νομίμου δεν είναι επιτρεπτός προς συμπλήρωση του ελλείποντος ο συμψηφισμός του ποσού που καταβάλλεται ως συμφωνημένη επιπλέον του μισθού πρόσθετη αμοιβή για - την παρεχόμενη εργασία (βλ.
σχετ. Εφθεσ 721/2003 Αρμ.2003.528, ΕφΘεσ 2455/1996 ΕεργΔ 1997.563), ενόψει και του ότι ναι μεν αποτελεί μισθό και κάθε πρόσθετη παροχή, η οποία χορηγείται στον εργαζόμενο τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του, υπερβαίνει όμως τα ελάχιστα όρια αυτού (βλ. σχετ. Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εφαρμογή, Νομολογία, Ερμηνεία, έκδοση 2007, σελ.510).
Αποδείχθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα: 1) Για το έτος 2007 και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα, από 1.9.2007 έως 31.12.2007, ήτοι συνολικά 122 ημερών.......
Επομένως, ενόψει τούτων, ο εναγόμενος για τα έτη αυτά οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για τις αιτίες που προεκτέθηκαν το συνολικό ποσό των 49.679 ευρώ (3.431,67 ευρώ + 10.068 ευρώ + 16:602 ευρώ + 13.340 ευρώ + 6.237,73 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για το κάθε επιμέρους κονδύλιο του ποσού αυτού κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος υποχρεούτο να καταβάλει απευθείας στα ασφαλιστικά ταμεία της ενάγουσας ποσό, που αναλογεί στα 2/3 των ασφαλιστικών της εισφορών για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, που την απασχόλησε ως δικηγόρο στο δικηγορικό - του γραφείο δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με αποτέλεσμα τα ταμεία και μόνο να δικαιούνται να το διεκδικήσουν σε περίπτωση μη απόδοσης, πλην όμως δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι η ενάγουσα έχει ήδη καταβάλει το ποσό των ανωτέρω εισφορών στα εν λόγω ταμεία, ώστε να διατηρεί απαίτηση ως προς αυτό σε βάρος του εναγομένου, του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, επομένως, απορριπτομένου ως αβασίμου.
Επίσης στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και εφόσον η ενάγουσα κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης της από τον εναγόμενο στις 31.5.2011 είχε συμπληρώσει από την 1η.9.2007 τέσσερα (4) έτη υπηρεσίας, δικαιούται την αποζημίωση που ορίζεται στο άρθρο 46 παρ. 3α περ. β' του ισχύοντος από 27.9.2013 νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη της παρούσας, αν, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο το Εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οφείλει τότε (το δευτεροβάθμιο δικαστήριο), συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της διάταξης του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο που ισχύει για το ίδιο θέμα κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης.
Συνεπώς, εφόσον εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά το κεφάλαιο της περί αποζημίωσης απόλυσης (ή καταγγελίας) κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της ενάγουσας πρέπει το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ερευνώντας κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς το αίτημά της περί καταβολής της εν λόγω αποζημίωσης, να εφαρμόσει τον ως άνω νέο Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) και συγκεκριμένα το άρθρο 46 παρ. 3α περ. β' αυτού, με βάση το οποίο η ενάγουσα δικαιούται, ως αποζημίωση τρεις (3) μηνιαίες παροχές. Για τον υπολογισμό δε του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα (άρθρο 46 παρ. 3α εδ. τελευταίο του Ν. 4194/2013). Οι νόμιμες πάγιες μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης, στο ποσό των 1.660 ευρώ, στις οποίες πρέπει να προστεθεί και το επιμίσθιο, ποσού 400 ευρώ, με αποτέλεσμα η πάγια μηνιαία αντιμισθία της κατά το χρόνο αυτό να διαμορφώνεται στο συνολικό ποσό των 2.060 ευρώ.
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση καταγγελίας το ποσό των 6.180 ευρώ (2.060 ευρώ Χ 3 μήνες) και επί πλέον προσαύξηση αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 1/6, δηλαδή προσαύξηση ποσού 1.030 ευρώ (6.180 ευρώ : 6). Επομένως, η αποζημίωση, την οποία δικαιούται να λάβει η ενάγουσα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ανέρχεται στο ποσό των 7.210 ευρώ (6.180 ευρώ + 1.030 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης, ήτοι από την Ιη.6.2011.
Επίσης, η ενάγουσα δικαιούται ως ποινή για τη μη καταβολή της αποζημίωσης αυτής από τον εναγόμενο τις πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες, που θα έπρεπε κατά νόμο να λαμβάνει κατά την ημέρα της καταγγελίας, ήτοι το ποσό των 2.060 ευρώ, χωρίς την προσαύξηση του 1/6, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, για το χρονικό διάστημα από 1.6.2011 έως 1.11.2011, ήτοι συνολικά το ποσό των 10.300 ευρώ (2.060 ευρώ Χ 5 μήνες), με το νόμιμο τόκο για το ποσό της πάγιας αμοιβής εκάστου μηνός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος από την πρώτη ημέρα του επομένου μηνός, καθώς και για την ίδια αιτία το ανωτέρω ποσό της πάγιας μηνιαίας αμοιβής της των 2.060 ευρώ και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του ποσού της αποζημίωσης αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 46 παρ.4 του Ν. 4194/2013, που εφαρμοστέος τυγχάνει εν προκειμένω.
Σημειωτέον ότι η ένσταση του εναγομένου περί συμψηφισμού στις απαιτήσεις της ενάγουσας του ποσού του επιμισθίου (bonus) πρέπει ν'απορριφθεί, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, ο ανωτέρω χορηγούσε το εν λόγω ποσό οικειοθελώς δυνάμει συμφωνίας τους, ως αντάλλαγμα των παρασχεθεισών στο δικηγορικό του γραφείο νομικών υπηρεσιών της αντιδίκου του, η οποία και εδικαιούτο να το λάβει, και, επομένως, δε διατηρεί απαίτηση σε βάρος της για την επιστροφή του.
Πρέπει, επομένως, ενόψει των ανωτέρω, να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 67.189 ευρώ (49.679 ευρώ + 7.210 ευρώ + 10.300 ευρώ), με το νόμιμα τόκο για το κάθε επιμέρους κονδύλιο του ποσού αυτού κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, καθώς και να της καταβάλει ως ποινή το ποσό των μηνιαίων αποδοχών της των 2.060 ευρώ του χρονικού διαστήματος από 1.12.2011 και στο εξής μέχρι την εξόφληση του ποσού της αποζημίωσης καταγγελίας της σύμβασής της......." Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δεχόμενο τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση της ενάγουσας αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τα κεφάλαια αυτής που αφορούν στα κονδύλια των διαφορών μεταξύ των καταβληθεισών και των νομίμων παγίων μηνιαίων αντιμισθιών της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) των επιδομάτων εορτών, των αποδοχών και επιδομάτων αδείας καθώς και των αναλογουσών στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) ασφαλιστικών εισφορών αυτής, της αποζημίωσης καταγγελίας της σύμβασής της και της ποινής λόγω μη καταβολής του ποσού της εν λόγω αποζημίωσης ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) τα ανωτέρω ποσά, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν στην εν μέρει ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, τέταρτος, όγδοος, ένατος λόγος αναιρέσεως και πρώτος, δεύτερος, τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πέμπτος κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, έβδομος, όγδοος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ένατος, δωδέκατος κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, δέκατος τέταρτος κατά το τρίτο σκέλος αυτού και δέκατος πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρον 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι οι 2ος κατά το δεύτερο σκέλος του, 3ος κατά το δεύτερο σκέλος του 5ος κατά το πρώτο σκέλος του, 6ος κατά το πρώτο σκέλος του, 7ος κατά το πρώτο σκέλος του, 10ος κατά το πρώτο σκέλος του, 11ος κατά το πρώτο σκέλος του, 12ος κατά το πρώτο σκέλος του και 16ος λόγοι του αναιρετηρίου, και 6ος κατά το πρώτο σκέλος του, 10ος, 11ος κατά το πρώτο σκέλος του πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις υπ'αριθ.1129/12-9-2014 και 1130/2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ.
Κ. και Ζ. Τ., οι οποίες όμως ρητώς αναφέρονται στο φύλλο 10 της προσβαλλόμενης, ότι δεν έλαβε υπ'όψιν, την υπ'αριθ.405/2007 εγκύκλιο του Ταμείου Νομικών, την υπ'αριθ.πρωτ.924/18-1-2013 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, την από 7-10-13 βεβαίωση του Δικηγ.Συλλόγου Αθηνών, την 112/2015 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, το από 27-5-2008 σημείωμα της "e themis" την 61/2014 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του.
Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) τις ρηθείσες ανωτέρω αποδείξεις σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ιδρυόμενος "Αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1295/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που λήφθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα εκτιμωμένων για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και οι αντίθετοι, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ 2ος κατά το δεύτερο σκέλος του, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 10ος, 11ος, 12ος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι του αναιρετηρίου και 4ος, 5ος, 6ος, 12ος, 13ος, 14ος κατά το πρώτο σκέλος των πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου τους, είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ,Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008).
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2011, 1643/2005).
Στην κρινομένη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τους 2ο, 3ο 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 10ο, 11ο, 12ο κατά το τρίτο σκέλος των λόγους της αιτήσεως και 5ο, 6ο, 11ο, 12ο κατά το πέμπτο, τρίτο, δεύτερο αντίστοιχα σκέλη αυτών πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων. Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος των, με το οποίο αποδίδεται η αναιρετική αυτή πλημμέλεια είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι, ουδόλως ο αναιρεσείων, προσδιορίζει στο αναιρετήριο (και) το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε στα συγκεκριμένα έγγραφα το Εφετείο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από την αντιπαραβολή των δύο κειμένων, δηλαδή του θεωρουμένου ως ορθού από τον αναιρεσείοντα και εκείνου που προσέδωσε σ' αυτά το Εφετείο, συγκρινομένων μεταξύ τους, να καθίσταται εμφανές το αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Περαιτέρω, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τους 3ο, 8ο και 15ο κατά το πρώτο σκέλος αυτών και 12ο κατά το τρίτο σκέλος αυτού πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την άνω αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημά του επίδειξη εγγράφων. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι δεδομένου ότι το Εφετείο με εκτενή μάλιστα αιτιολογία περιλαμβανόμενη στο όγδοο και ένατο φύλλο της προσβαλλόμενης απέρριψε το σχετικό αίτημά του ως αόριστο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον 5ο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα, την αποδεικτική δύναμη, την οποία έχουν εκ του Νόμου, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων.
Μετά απ' αυτά, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως άνω πρόσθετος λόγος του αναιρετηρίου είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμος. Ούτε άλλωστε, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι αυτή διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις και ο περί του αντιθέτου 14ος πρόσθετος κατά το δεύτερο σκέλος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά την προσήκουσα εκτίμηση τους, η εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (αρθ.176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.439/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ