Supreme Court allows restoration of case for one party but dismisses late requests from others regarding unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal by permitting the restoration of the case for one appellant while dismissing the requests of the other appellants. The appellants sought to restore the case to its pre-enforcement status to recover amounts they had voluntarily paid to the respondent company. The court accepted the request from one appellant who submitted proof of payment before the hearing, but rejected the requests from the other appellants because they were filed late relative to the hearing date.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 579 of the Code of Civil Procedure; The court may order restoration of the case to a previous state upon request, but such requests must be submitted before the hearing date to be admissible, otherwise they are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1474 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1474/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Μ. του Π., 2. Α. Μ. του Π., κατοίκων ... και 3. Π. Λ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολέρη.
Β. Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Ιωάννου.
Της αναιρεσίβλητης: 1.της Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ι. Κ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολέρη. .
Κοινοποιούμενη στους: 1.Χ. Μ. του Π., 2.Α. Μ. του Π., ... και 3. Π. Λ. του Π., κάτοικο ... .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιανουαρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως και την από 2 Οκτωβρίου 2003 ομοία της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2303/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6186/2006 μη οριστική, 7167/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 2236/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α2 Πολιτικό Τμήμα), η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (7167/2007) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3059/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 26 Ιουλίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε τις από 5 Οκτωβρίου 2012 και 7 Σεπτεμβρίου εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή των κρινόμενων αιτήσεων, όσον αφορά τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, με τα οποία απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντα για την επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της και την παραδοχή της αγωγής της πρώτης των αναιρεσίβλητων.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, ο πληρεξούσιος της αναιρεσεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (15-10-2012), συζητήθηκαν η από 26-7-2011 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Μ., καθώς υπό την ίδια ημερομηνία αίτηση αναιρέσεως των Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Λ. κατά της 3059/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552. 553,, 556, 558, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), επομένως πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Στην κρινόμενη υπόθεση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 2303/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν αντίθετες αγωγές των διαδίκων, για απαιτήσεις τους από σύμβαση έργου: 1) απορρίφθηκε η από την πρώτη των αναιρεσίβλητων αγωγή, για το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της, από την εκτέλεση της μετά των αναιρεσειόντων, σύμβασης έργου (εκτέλεση υδραυλικών εργασιών και εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης σε πολυόροφες οικοδομές των αναιρεσειόντων) και 2) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων:
α) για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας ποσού 71.900 ευρώ, λόγω της καθυστέρησης εκτελέσεως του έργου εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης-εργολάβου και 2) για τη ζημία, που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες-εργοδότες, λόγω της ανατιμήσεως κατά 20% τους κόστους των υλικών και των αμοιβών του εργατοτεχνικού προσωπικού, για τις εργασίες που δεν εκτέλεσε η εργολάβος και τις οποίες θα εκτελέσουν άλλοι τεχνίτες, ανερχομένης συνολικά της δαπάνης αυτής και αντίστοιχης ζημίας των αναιρεσίβλητων στο ποσό των 27.053,20 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν εφέσεις όλοι οι διάδικοι. Επί των εφέσεων αυτών το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 6186/2006 απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση περί μειώσεως της ποινικής ρήτρας, του πέμπτου λόγου της εφέσεως των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων), στη συνέχεια, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να εξετασθούν στο ακροατήριό του, οι εκ των διαδίκων Κ.
Μ. και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρίας, καθώς και οι μάρτυρες. που είχαν εξετασθεί στην πρωτόδικη δίκη. Μετά από κλήση των εναγόντων, έλαβε χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με όσα όρισε η πιο πάνω παρεμπίπτουσα απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια εκδόθηκε η 7167/2007 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: 1) όσον αφορά την πρώτη αγωγή, (με ενάγοντες τους αναιρεσείοντες), α) απέρριψε το λόγο εφέσεως τους για το αντίστοιχο κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή τους ως αόριστη για το κονδύλιο των 37.000 ευρώ, για τη δαπάνη αποκαταστάσεως των επικαλούμενων κακοτεχνιών β) έκρινε ως αόριστο το κονδύλιο της αγωγής των 74.613 ευρώ που αφορούσε την αποζημίωσή τους, από την ανατίμηση των υλικών που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση του έργου, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη για τα αντίστοιχα κεφάλαιά της, απέρριψε την αγωγή για το εν λόγω κονδύλιο ως αόριστη, γ) έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή, για το κονδύλιο των 113.444 ευρώ, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, η εναγομένη εργολήπτρια είχε λάβει, επιπλέον της δικαιούμενης αμοιβής, καταστάσα κατά τούτο αδικαιολογήτως πλουσιότερη, το οποίο είχε δεχτεί η πρωτοβάθμια απόφαση ως νόμιμο, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, για τις αντίστοιχες διατάξεις της, για το λόγο αυτό, το απέρριψε, και δ) δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή, για το κονδύλιο από την ποινική ρήτρα που κατάπεσε και υποχρέωσε τους εναγομένους να πληρώσουν συμμέτρως στους ενάγοντες, από την αιτία αυτή το ποσό των 13.274 ευρώ και 2) δέχτηκε την έφεση και την αγωγή της εργολήπτριας εταιρίας, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους με αυτήν (αναιρεσείοντες) να πληρώσουν στην ενάγουσα το ποσό των 135.260,45 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκε από τους εκκαλούντες- ενάγοντες της πρώτης αγωγής (ήδη αναιρεσείοντες), η από 18-12-2007 αίτηση αναίρεσης. Με την 2236/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8, 14 και 20 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος, με την απόφασή του αυτή, για καθένα των λόγων αυτών, δέχτηκε τα εξής: 1) ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων, όσον αφορά την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της ήταν νόμιμη, καθόσον στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε περιληφθεί όρος (αριθ. 6), τον οποίο επικαλούνταν στην αγωγή τους, και δεν τον έλαβε υπόψη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τον οποίο οι εργοδότριες μπορούσαν οποτεδήποτε να καταγγείλουν αζημίως τη σύμβαση, υποχρεούμενες (οι εργοδότριες), μόνο στην καταβολή της αμοιβής του εργολάβου, για το μέχρι της καταγγελίας έργο που εκτελέσθηκε, αφαιρουμένου του ποσού που αντιστοιχούσε στις τυχόν υπάρχουσες ελλείψεις και κακοτεχνίες του έργου. 2) ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και για το κονδύλιο, που απέρριψε, ως αόριστο το Εφετείο, (υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), για την ζημία των εργοδοτριών από τις δαπάνες που θα υποβάλλονταν οι τελευταίες (ύψους 74.613 ευρώ), λόγω της ανατίμησης των υλικών και της αμοιβής του εργατοτεχνικού προσωπικού, για την αποπεράτωση των ημιτελών εργασιών.
Ειδικότερα, όσον αφορά το λόγο αυτό δέχτηκε τα εξής: "Με τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα, έως την αποπεράτωση του έργου, να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Η καταγγελία ενεργεί για το μέλλον, με διαφύλαξη δηλαδή των μέχρι τότε δικαιωμάτων του δηλούντος, συνεπώς και εκείνων του προήλθαν από την υπερημερία του εργολάβου.
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 343 παρ. 1, 297, 298 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, για το ορισμένο της αγωγής που ασκεί ο εργοδότης προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της από υπαιτιότητα του εργολάβου καθυστερήσεως προς εκπλήρωση της βαρύνουσας αυτόν παροχής, κατά το χρονικό διάστημα προ της καταγγελίας, πρέπει, πλην των άλλων, να προσδιορίζεται η ζημία αυτού.
Αν δε η ζημία συνίσταται στο επιπλέον χρηματικό ποσό του θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο εργοδότης σε άλλον εργολάβο για την εκτέλεση του μη περατωθέντος μέρους του έργου, λόγω επελθούσας ανατιμήσεως των τιμών των υλικών και των ημερομισθίων κατά το χρόνο της υπερημερίας και μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως, αρκεί, για τον προσδιορισμό αυτής, να αναφέρεται το ποσοστό ανατιμήσεως σε σχέση με τις συμβατικές τιμές και το αντιστοιχούν σ` αυτό χρηματικό ποσό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της από 15-01-2003 αγωγής των αναιρεσειόντων προκύπτει, αυτοί ισχυρίσθηκαν ότι με την από 18-10-2002 εξώδικη καταγγελία, που επιδόθηκε στους εναγομένους την 21-10-2002, κατήγγειλαν την μεταξύ αυτών και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας καταρτιθείσα την 17-10-1998 σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέθεσαν στην τελευταία την κατασκευή των υδραυλικών εργασιών και εγκαταστάσεων, ως επίσης και των εγκαταστάσεων κεντρικής θερμάνσεως επί των αναφερομένων σ` αυτή (αγωγή) δέκα τριών πολυκατοικιών, υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στο υπογραφέν από 17-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Ότι βάσει του εν λόγω συμφωνητικού η εργολήπτρια εταιρία έπρεπε να περατώσει και παραδώσει το ανατεθέν σ` αυτή έργο εντός τριάντα δύο (32) μηνών από την ημέρα υπογραφής του, ήτοι μέχρι τις 17-6-2001. Ότι το έργο δεν παραδόθηκε κατά τον ως άνω συμφωνημένο χρόνο από υπαιτιότητα της εργολήπτριας, η οποία κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της βαρύνουσας αυτήν παροχής, ούτε είχε ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως.
Ότι η δαπάνη για τις αναφερόμενες λεπτομερώς στην αγωγή υπολειπόμενες εργασίες, με βάση τις συμβατικές τιμές, ανέρχεται στο ποσό των 248.710 ευρώ. Ότι η ανάθεση όμως του εναπομείναντος έργου σε άλλον εργολάβο θα πρέπει να γίνει με αύξηση τουλάχιστον 30% επί του πιο πάνω ποσού των 248.710 ευρώ, η οποία (αύξηση) αντιστοιχεί σε 74.613 ευρώ, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες τιμές σήμερα είναι μεγαλύτερες τουλάχιστον κατά 30% από ό,τι ήσαν κατά τον χρόνο υπογραφής της συμβάσεως και αυτό σε συνάρτηση με τη δυσκολία εξεύρεσης συνεργείου που θα αναλάβει το εγκαταλειμμένο ημιτελές έργο, με αποτέλεσμα να ζημιώνονται από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης εργολήπτριας εταιρίας κατά το ανωτέρω ποσό.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, εκτός των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σ` αυτούς για την παραπάνω αιτία το χρηματικό ποσό των 74.613 ευρώ. Με το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, αφού τα διαλαμβανόμενα σ` αυτή ως άνω περιστατικά επιτρέπουν στους μεν εναγομένους (αναιρεσιβλήτους) να αμυνθούν, στο δε ουσιαστικό δικαστήριο (Εφετείο) να διαγνώσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής".
και 3) ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έγγραφης, μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, αφού παρέλειψε να αναγνώσει ουσιώδες στοιχείο του εγγράφου αυτού, και ειδικότερα το ως άνω υπ' αριθ. 6ο όρο (με βάση τον οποίο η εργολάβος δεν εδικαιούτο αμοιβή για τις ελλείψεις και τις κακοτεχνίες του έργου), με αποτέλεσμα να απορρίψει το σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) των αναιρεσειόντων, ως εναγομένων στην αγωγή της αναιρεσίβλητης, για περιορισμό της αμοιβής της τελευταίας στο ποσό των 232.000 ευρώ.
Μετά την εν μέρει αναίρεση της πιο πάνω απόφασης, παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά τα αναφερόμενα πιο πάνω κεφάλαια (αντίστοιχα αιτήματα αγωγής και ένστασης των εργοδοτών), για τα οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (7167/2007), μετά την κατ' ουσίαν έρευνα αυτών:
Α) απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, για την ερειδομένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, Β) Δέχτηκε: 1) ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή αυτών, για την ανόρθωση της ζημίας τους, από την υπαίτια καθυστέρηση προς εκπλήρωση της βαρύνουσας την εργολάβο παροχής, λόγω της ανατιμήσεως των υλικών και αμοιβών του εργατοτεχνικού προσωπικού και 2) ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της εργολάβου.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, "ο εργοδότης έχει το δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της συμβάσεως, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περάτωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο εργοδότης υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότη, μπορούν να αφαιρεθούν τα άνω ποσά.
Η εν λόγω διάταξη, είναι ενδοτικού δικαίου, και δεν αποκλείει αντίθετες συμφωνίες των μερών, περιορίζουσες είτε το δικαίωμα καταγγελίας είτε το δικαίωμα του εργολάβου προς λήψη ολόκληρης της συμφωνημένης αμοιβής. Εφόσον αποδεικνύεται τέτοια συμφωνία, η επίκληση της οποίας, εκ μέρους του εργοδότη αποτελεί ένσταση στην απαίτηση του εργολάβου, στην απόληψη της αμοιβής του, σε περίπτωση καταγγελίας της εργολαβικής σύμβασης, δεν οφείλεται ολόκληρο το ποσό της υπολειπομένης αμοιβής αλλά εκείνο που αντιστοιχεί στις πράγματι, μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες.
Έτσι λοιπόν, δεν οφείλεται αμοιβή, για τις μη εκτελεσθείσες εργασίες ή εκτελεσθείσες πλημμελώς, που μπορεί να οφείλονται σε παραλείψεις του εργολάβου, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι ουσιώδεις ή επουσιώδεις, καθιστούν το έργο ελαττωματικό ή άχρηστο για το σκοπό που προορίζεται, (επιφυλασσομένων, υπέρ του εργοδότη των δικαιωμάτων του, για τις ελλείψεις αυτές, από τα άρθρα 688-690 ΑΚ), ή αν αυτές δεν εκτελέσθηκαν με υπόδειξη του εργοδότη.
Ούτε άλλωστε, σε περίπτωση παραδόσεως, κατά τμήματα του έργου, με ελλείψεις (μη εκτελεσθείσες εργασίες), ή κακοτεχνίες και καταβολής μέρους της αμοιβής του εργολάβου, εφόσον ο τελευταίος, δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει αντίθετη συμφωνία ή έγκριση των επί μέρους τμημάτων εκ μέρους του εργοδότη, δικαιούται στην απόληψη του υπολοίπου της αμοιβής του, μετά την καταγγελία της συμβάσεως, εφόσον αποδεικνύεται η συμφωνία που προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 700 ΑΚ καταγγελία ενεργεί για το μέλλον, με διαφύλαξη των μέχρι τότε δικαιωμάτων του καταγγείλαντος, συνεπώς και εκείνων που προήλθαν, από την υπερημερία του εργολάβου. Από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 343 παρ. 1, 297, 298 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της από υπαιτιότητας του εργολάβου καθυστερήσεως προς εκπλήρωση της παροχής, κατά το διάστημα προ της καταγγελίας.
Η ζημία του αυτή μπορεί να συνίσταται και στο επιπλέον ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει σε άλλον εργολάβο, για την εκτέλεση του μη αποπερατωθέντος έργου, λόγω της επελθούσας ανατίμησης των υλικών και των αμοιβών του εργατοτεχνικού προσωπικού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Η παραβίαση δηλ. του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Οι ενάγοντες (της πρώτης αγωγής- αναιρεσείοντες) είχαν στην συγκυριότητα τους ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια, του Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής, στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου αυτού, στο οικοδομικό τετράγωνο με αριθμούς 18-20-44-45, που περιβάλλεται από τις οδούς Αλεξάνδρου Φλέμιγκ, Κοτζιά, Νάξου και Μιχαήλ Σταυράκη, το οποίο έχει έκταση 24.322 τ.μ.
Στο ενιαίο αυτό οικόπεδο αποφασίστηκε η ανέγερση συγκροτήματος πολυωρόφων οικοδομών ενιαίων στατικά και λειτουργικά, κατά το σύστημα του Ν 3741/1929 ΚΑΙ του Ν.Δ. 1021/1971 και των άρθρων ιοο2,1117 του ΑΚ. αποτελούμενο από είκοσι (20) πολυκατοικίες (κτίρια 1 έως και 20). Τα κτίσματα αυτά ανεγέρθηκαν, δυνάμει της με αριθμό 4500/1990 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιά, καθώς και δυο ακόμη κτίρια καταστημάτων και κατοικιών - (κτίρια 21 και 22), τα οποία ανεγέρθηκαν, δυνάμει της με αριθμό 106/25-6-1996 αναθεωρήσεως της αρχικής ως άνω οικοδομικής άδειας.
Με το από 17-10-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ: α) του Κ. Μ., που ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων της πρώτης αγωγής, και β) της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", εκπροσωπούμενης από τον Ι. Κ., καταρτίσθηκε σύμβαση μισθώσεως έργου, με την οποία η δεύτερη ανέλαβε την εκτέλεση όλων των υδραυλικών εργασιών και εγκαταστάσεων, καθώς επίσης και των εγκαταστάσεων κεντρικής θερμάνσεως των υπό ανέγερση πολυκατοικιών επί του ως άνω οικοπέδου ( 1Ος Όρος της συμβάσεως).
Στο συμφωνητικό αυτό δεν αναφέρονται οι αριθμοί των κτιρίων(πολυκατοικιών), στα οποία θα γίνονταν οι εργασίες αυτές αφορούσαν δεκατρία (13) κτίρια, δηλαδή τα με αριθμούς 7, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19, και 20, όπως δεν αμφισβητείται από του διαδίκους. Η εκτέλεση του έργου θα γινόταν με υλικά της εργολήπτριας εταιρίας, εκτός από τα είδη υγιεινής τις μπαταρίες και τους θερμοσίφωνες, τα οποία θα της παρέδιδαν οι εργοδότες.
Σύμφωνα με τον 6ο όρο της ως άνω συμβάσεως, η εργολήπτρια ανέλαβε την υποχρέωση να αρχίσει την εκτέλεση του έργου εντός πέντε (5) ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού και να παραδώσει αυτό αποπερατωμένο μέσα σε τριάντα δύο (32) μήνες από την υπογραφή του συμφωνητικού, το δε έργο έπρεπε να εκτελεσθεί σύμφωνα, με τα κατασκευαστικά σχέδια όπως αυτά εκπονήθηκαν ή και θα αναθεωρούνταν και τροποποιούνταν από τους μελετητές και επιβλέποντες το έργο μηχανικούς.
Σε περίπτωση μη παραδόσεως του έργου εντός τον συμβατικού χρόνου συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα 50.000 δραχμών για κάθε ήμερα καθυστερήσεως, εκτός εάν προέκυπτε καθυστέρηση από υπαιτιότητα του εργοδότη, οπότε η προθεσμία παρατείνεται κατά τόσες ημέρες όσες διήρκεσε η καθυστέρηση. "Αν από υπαιτιότητα του εργολάβου, η καθυστέρηση υπερβεί τις δεκαπέντε(15) ημέρες, ο εργοδότης έχει δικαίωμα, χωρίς άλλη διαδικασία να καταγγείλει τη σύμβαση.
Επίσης, ο εργοδότης δικαιούται οποτεδήποτε (πχ κακοτεχνίες κλπ) να καταγγείλει αζημίως γι' αυτόν με απλό έγγραφό του την παρούσα σύμβαση και να συνεχίσει την εκτέλεση του έργου με άλλο εργολάβο υποχρεούμενος μόνο στην καταβολή της αμοιβής του εργολάβου για το μέχρι της καταγγελίας έργο που εκτελέσθηκε, αφαιρουμένου του ποσού που αντιστοιχεί σε τυχόν υπάρχουσες κακοτεχνίες", Ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρίας Ι.
Κ. ανέλαβε και ατομικά τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις της τελευταίας, ευθυνόμενος με αυτή εις ολόκληρο ως προτοφειλέτης (13ος όρος). Η εργολήπτρια, δυνάμει του 11ου όρου της συμβάσεως, ανέλαβε την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, αντί αμοιβής για πλήρη υδραυλική εγκατάσταση (υλικά και εργατικά) κάθε διαμερίσματος (λουτρό- κουζίνα) 170.000 δραχμές, κάθε W.C του υπογείου 60.000 δραχμές και για κάθε θερμίδα κεντρικής θέρμανσης (υλικά και εργατικά) 30 δραχμές.
Όπως αναφέρεται στον 11ο όρο του συμφωνητικού, η κάθε πολυκατοικία αποτελείται από υπόγειο με ένα ή δυο χώρους, κατά περίπτωση, και επτά ορόφους, ο καθένας των οποίων περιλαμβάνει έξι (6) διαμερίσματα και συνολικά 42 διαμερίσματα (δηλαδή 42 λουτρά-κουζίνες) και ένα ή δύο WC στο υπόγειο, ο δε λέβητας κάθε πολυκατοικίας είναι 180.000 θερμίδων και το κοστολόγιο για κάθε πολυκατοικία ανέρχεται για την υδραυλική εγκατάσταση σε 7.200.000 δραχμές, κατά στρογγυλοποίηση (δηλαδή 42 Χ 170.000 + 1,5 Χ 60.000 =7.230.000) και για την εγκατάσταση κεντρικής, θέρμανσης σε 5.400.000 δραχμές (δηλαδή 180.000 X 30 = 5.400.000);
δηλαδή συνολικό κόστος για κάθε πολυκατοικία 12.600.000 δραχμές. Με βάση αυτά και τον αριθμό των πολυκατοικιών, η συμφωνηθείσα αμοιβή νια την εκτέλεση του έργου ανέρχεται σε 163.800.000 δραχμές (δηλαδή 13 κτίρια Χ 12.600.000 δραχμές). Ως προς τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής της εργολήπτριας Εταιρείας με τον 9ο όρο του συμφωνητικού συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα "η πληρωμή του εργολάβου θα διενεργείται μετά το πέρας ολοκληρωμένων τμημάτων της Εργασίας και κατόπιν επιμετρήσεων που 9α φέρουν την απογραφή του εργοδότη ή του νομίμου εκπροσώπου του:
α) Μετά το πέρας της αγοράς και τοποθετήσεως όλων των σωληνώσεων της υδραυλικής εγκατάστασης πλήρως κάθε πολυκατοικίας, β) Μετά το πέρας της αγοράς και τοποθετήσεως όλων των σωληνώσεων της εγκατάστασης θέρμανσης πλήρως κάθε πολυκατοικίας γ) Μετά το πέρας της πλήρους ολοκλήρωσης της υδραυλικής εγκατάστασης (δίχτυο ύδρευσης, αποχετευτικό δίκτυο, ομβρίων κλπ), την τοποθέτηση των ειδών υγιεινής, τη σύνδεση του θερμοσίφωνα και γενικά την πλήρη ολοκλήρωση και λειτουργία κάθε πολυκατοικίας, δ) Μετά το πέρας της πλήρους ολοκλήρωσης της εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης, τη δοκιμή και λειτουργία αυτής της κάθε πολυκατοικίας.
Το υπόλοιπο θα πληρωθεί μετά τη λειτουργία κάθε πολυκατοικίας, οπότε και θα εκδοθεί τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο για το συνολικό ποσό της αμοιβής του". Επίσης, σύμφωνα με τον 12ο όρο της συμβάσεως, η εργολήπτρια Εταιρεία θα λάβει: α) μετά το πέρας της αγοράς και τοποθέτησης όλων των σωληνώσεων της υδραυλικής εγκατάστασης κάθε πολυκατοικίας, πλην της τοποθέτησης των ειδών υγιεινής και του θερμοσίφωνα, 4.600.000 δραχμές και β) μετά το πέρας της αγοράς και τοποθέτησης όλων των σωληνώσεων και της εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης κάθε πολυκατοικίας, εκτός από την τοποθέτηση των σωμάτων, 3,400.000 δραχμές, ενώ για το υπόλοιπο ποσό η εργολήπτρια θα λάβει "δύο διαμερίσματα από τα προς πώληση των υπαρχόντων περαιωμένων ή υπό κατασκευή πολυκατοικιών με τιμές (αναλόγως διαμερίσματος και ορόφου) ίσες ή ανάλογες με την τιμή του διαμερίσματος που παίρνει ο ηλεκτρολόγος Α.
Χ. στις ίδιες πολυκατοικίες με τον ίδιο τρόπο (μορφή αντιπαροχής). Η διαφορά τιμής ανά όροφο είναι 5.000 δρχ./ τ.μ". Η εργολήπτρια εταιρία, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, εγκαταστάθηκε αμέσως στο έργο και άρχισε τις εργασίες. Στο ως άνω συμφωνητικό δεν αναφέρεται το στάδιο των εργασιών, στο οποίο βρισκόταν οι δεκατρείς (13) πολυκατοικίες κατά την υπογραφή αυτού.
Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις έξι (6) πρώτες από αυτές είχαν τελειώσει οι πλινθοδομές και οι υπόλοιπες επτά (7) βρισκόταν στο στάδιο των πλινθοδομών. Με βάση τους ως άνω συμβατικούς όρους η πληρωμή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνεται κατά στάδιο εργασίας και μετά .από επιμέτρηση. Μέχρι το τέλος του έτους 1999 οι ενάγοντες εργοδότες, όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες σχετικές αποδείξεις πληρωμής, κατέβαλαν στην πρώτη εναγομένη εργολήπτρια εταιρία:
ι) έναντι λογαριασμού υδραυλικών εργασιών και υλικών στις οικοδομές Φλέμιγκ και Σταυράκη στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, το ποσό των 8.280.000 δραχμών κατά την 10.12.1998 το ποσό των 8.280.000 δραχμών, κατά την 2-3-1999 το ποσό των 8.280.000 δραχμών, κατά την 12-3-1999 το ποσό των 2.500.000 δραχμών κατά την 6-4-1999, το ποσό των 5.780.000 δραχμών κατά την 19-4-1999 το ποσό των 8.280.000 δραχμών, κατά την 28-5-1999 το ποσό των 8.280.000 δραχμών, κατά την 4-8-1999 και το ποσό των 4.140.000 δραχμών κατά την 25-10.1999, και 2) έναντι λογαριασμού εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης (εργασία και υλικά) στις οικοδομές Φλέμιγκ και Σταυράκη στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, 3.060.000 δραχμές κατά την 12.3-1999, 3.060.000 δραχμές κατά την 19-4-1999, 6.120.000 δραχμές κατά την 28.5.1999, 6.120.000 δραχμές κατά την 15-9-1,999, 6.120.000 δραχμές κατά την 23-9-999, 6.120.000 δραχμές κατά την 25.10.1999, 1.000.000δραχμές κατά την 24.12.1999, και 8.180.000 δραχμές κατά την 30-12.1999.
Ενόψει του ότι τα κτίρια (πολυκατοικίες) ήταν δεκατρείς (13), διακρινόμενες με νούμερα που προαναφέρθηκαν, στις εν λόγω αποδείξεις πληρωμής δεν αναφέρεται το νούμερό του ή των κτιρίων που αφορά η κάθε απόδειξη, ούτε συνάγεται από την εκτίμηση του υπόλοιπου αποδεικτικού υλικού ποια ή ποιες πολυκατοικίες αφορούσε η κάθε καταβολή.
Επίσης οι εργοδότες παρέδωσαν στην εργολήπτρια τις με αριθμούς ..., ..., και ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνίες εκδόσεως 23-4-1999, 4-6-1999 και 29-10-1999, αντίστοιχα ποσού 4.340.000, 10.000.000 και 9770.000 δραχμών, πληρωτέες σε διαταγή της εργολήπτριας με χρέωση του λογαριασμού που ο πρώτος τηρούσε στην εν λόγω Τράπεζα, στην οποία εμφανίστηκαν και πληρώθηκα Επομένως, μέχρι τέλος του 1999- οι ενάγοντες εργοδότες κατέβαλαν στην εργολήπτρια εταιρία ως αμοιβή (σε μετρητά και εξοφληθείσες επιταγές) συνολικά 117.710.000 δραχμές..
Έκτοτε η εργολήπτρια εταιρεία δεν έλαβε κάποιο ποσό έναντι του υπολοίπου της αμοιβής της μολονότι συνέχισε την εκτέλεση των εργασιών, υποβαλλόμενη σε δαπάνες αγοράς των υλικών, που είχε συμβατική υποχρέωση να αγοράσει. Έτσι, για τα υλικά που αγόρασε για τις ανάγκες του έργου, κατά το χρονικό διάστημα από 14-4-2000 έως 31-12-2001, δαπάνησε συνολικά 20.953.581 δραχμές (ή 61.492,53 ευρώ), όπως προκύπτει από τα τιμολόγια πωλήσεως- δελτία αποστολής, που παραδεκτά προσάγονται στην κατ' έφεση δίκη, δεδομένου ότι δεν συντρέχει, ως αιτία της βραδείας επικλήσεως και προσκομιδής τους, πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια των διαδίκων τα οποία έχουν εκδοθεί στο όνομα του Κ.
Μ., δεδομένου ότι με τον 9° όρο της συμβάσεως προβλέπεται η δυνατότητα εκδόσεως των τιμολογίων αγοράς των υλικών απευθείας στο όνομα του εργοδότη, χωρίς επιβάρυνση του τελευταίου με ΦΠΑ, και εντός του χρονικού αυτού διαστήματος γινόταν και σταδιακή παράδοση κτιρίων, μερικά από τα διαμερίσματα των οποίων είχαν πωληθεί σε τρίτους και παραδόθηκαν έτοιμα προς οίκηση, ενώ άλλα πωλήθηκαν στη συνέχεια προς υποψήφιους αγοραστές.
Περαιτέρω, η εκτέλεση του έργου, ενώ άρχισε ομαλά και παρά την καθυστέρηση στη συνέχιση των εργασιών και ιδίως στο τελευταίο στάδιο, διότι έπρεπε να προηγηθούν προηγούμενα στάδια εργασιών από συνεργεία, από τον Απρίλιο του έτους 2000, άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα στην εξέλιξη των σχέσεων των διαδίκων μερών.
Μάλιστα, οι ενάγοντες, πέραν των προαναφερόμενων καταβολών, μέχρι την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, περί της οποίας γίνεται λόγος κατωτέρω, δεν κατέβαλαν και αρνούνται να καταβάλουν στην εργολήπτρια το υπόλοιπο της αμοιβής της με τη δικαιολογία ότι οι προαναφερόμενες καταβολές υπερκάλυπταν την αξία του έργου, που συνολικά είχε εκτελέσει αυτή και ότι ο σχετικός όρος που προέβλεπε την καταβολή της αμοιβής κατά στάδια εργασιών και μετά από σχετική επιμέτρηση ουδέποτε τηρήθηκε.
Είναι γεγονός ότι πρόκειται νια τεράστιο έργο (συγκρότημα 13 πολυκατοικιών), όπου εργάζονταν παράλληλα πολλά και διαφορετικά συνεργεία και με τον 6° όρο της συμβάσεως είχε προβλεφθεί η υποχρέωση της εργολήπτριας να ακολουθεί τις υποδείξεις του εργοδότη και των επιβλεπόντων μηχανικών σχετικά με το ποιο στάδιο εργασιών θα προηγείται και σε ποια πολυκατοικία και ως εκ τούτου εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να τηρηθεί επακριβώς ο ως άνω όρος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι από την πλευρά τους οι εργοδότες δεν παρακολουθούσαν την εξέλιξη των εργασιών δια των επιβλεπόντων μηχανικών τους και δεν επιμετρούσαν, έστω και κατά προσέγγιση, τις εργασίες που είχαν εκτελεστεί, κάθε φορά που θα διενεργούσαν τις πληρωμές τους. Οι ως άνω ενάγοντες εργοδότες παρακολουθούσαν τις εργασίες και στα πλαίσια των συμβατικών δεσμεύσεων και μετά από σχετική, έστω και προφορική, έγκριση του αρμοδίου μηχανικού γίνονταν οι πληρωμές και αυτό δεν παρακάμπτεται με την αιτιολογία που έδωσε ο πρώτος ενάγων Κ.
Μ., εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ότι έδινε χρήματα, επειδή του ζητούσε ο Ι. Κ. λέγοντας ότι θα τα βρούνε και συγκεκριμένα κατέθεσε "Μου έλεγε δώσε μου και θα τα βρούμε και το έκανα". Άλλωστε, ο ως άνω ενάγων είναι πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα και έμπειρος κατασκευαστής και δεν δικαιολογείται τόσο μεγάλη απόκλιση στις πληρωμές του σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες.
Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι και το γεγονός ότι εξέδιδε χωριστές αποδείξεις για τις εργασίες, που αφορούσαν τα υδραυλικά και χωριστές αποδείξεις γι' αυτές που αφορούσαν την κεντρική θέρμανση, ενώ αν πράγματι διενεργούσε τις πληρωμές, όπως ισχυρίζεται, δεν δικαιολογείται η διάκριση αυτή. Βέβαια, με βάση τον 9ο όρο της σύμβασης, οι πληρωμές θα διενεργούνταν μετά το πέρας των ολοκληρωμένων τμημάτων εργασίας και κατόπιν επιμετρήσεων που θα φέρουν την υπογραφή του εργοδότη ή του νομίμου εκπροσώπου του, ενώ έγγραφες επιμετρήσεις δεν προσκομίζονται, πλην όμως από μόνο το γεγονός αυτό δεν συνάγεται ότι δεν υπήρχε έλεγχος σχετικά με την πρόοδο των εργασιών και τη διενέργεια των πληρωμών.
Είναι γεγονός ότι με βάση τον 12ο όρο της συμβάσεως η εργολήπτρια εταιρία θα ελάμβανε για κάθε πολυκατοικία 4.600.000 δρχ. μετά το πέρας της αγοράς και τοποθετήσεως όλων των σωληνώσεων της υδραυλικής εγκαταστάσεως, της τοποθετήσεως των ειδών υγιεινής και της συνδέσεως των θερμοσιφώνων, και 3.400.000 δραχμές μετά το πέρας της αγοράς και τοποθετήσεως όλων των σωληνώσεων και της εγκαταστάσεως κεντρικής θερμάνσεως, πλην της τοποθετήσεως των σωμάτων καλοριφέρ, για δε το υπόλοιπο της αμοιβής συμφώνησαν να λάβει δύο διαμερίσματα.
Οι καταβολές που έγιναν καλύπτουν τα προβλεπόμενα από τον ως άνω συμβατικό όρο ποσά, πλην όμως, ενόψει του ότι η συμφωνία για την μεταβίβαση ως αμοιβή ακινήτου, δεν είναι έγκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος τύπος (συμβολαιογραφικό προσύμφωνο), οι εργοδότες υποχρεούνται να καταβάλουν την συμφωνηθείσα αμοιβή των 12.600.000 δραχμών για κάθε πολυκατοικία.
Όπως εκτέθηκε παραπάνω, οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις είχαν οξυνθεί, οι δε ενάγοντες κατά την 10.1.2002 επέδωσαν στους εναγομένους την από 3-1-2002 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση τους, με την οποία διαμαρτύρονταν για αντισυμβατική συμπεριφορά και στην ενέργεια αυτή προέβησαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, αμέσως μόλις διαπίστωσαν ότι το έργο είχε πλήθος ελλείψεων και ελαττωμάτων Επίσης, στη τεχνική έκθεση- πραγματογνωμοσύνη, που ενσωματώνεται στην αγωγή, οι συντάξαντες μηχανικοί, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας Δ.
Μ., που ήταν επιβλέπων μηχανικός του έργου, αναφέρουν ότι "οι ελλείψεις και παραλείψεις σε σχέση με τα συμφωνηθέντα, καθώς και οι υπάρχουσες κακοτεχνίες είναι εμφανείς δια γυμνού οφθαλμού και η αποκατάσταση τους είναι προαπαιτούμενη για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων και την αποδεκτή επίλυση των λειτουργικών αναγκών των ενοίκων".
Όμως, οι ενάγοντες εργοδότες δεν παρέχουν επαρκή εξήγηση γιατί, αφού ήταν τόσο εμφανείς οι ελλείψεις και κακοτεχνίες, διαπιστώθηκαν με τέτοια καθυστέρηση, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι ο ως άνω μάρτυρας ήταν και επιβλέπων μηχανικός του έργου και παρακολουθούσε τις .εργασίες. Οι ενάγοντες εργοδότες, με την ως άνω από 3-1-2002 εξώδικη δήλωση τους, πέραν των διαμαρτυριών που αφορούν την από 17-9-1998 σύμβαση, με την οποία οι τρεις πρώτοι ενάγοντες είχαν αναθέσει στην εναγομένη εταιρία την εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εργασιών σε τέσσερις (4) υπό ανέγερση πολυκατοικίες τους (δηλαδή στα κτίρια 7, 8, 11 και 12 επί της οδού Σταυράκη 26, 26α, 28 και 18α, αντίστοιχα), αναφέρουν, μεταξύ των άλλων, ότι, ενώ αυτοί ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, η εναγομένη από υπαιτιότητά της δεν είχε ολοκληρώσει το αναληφθέν έργο, ότι το μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο είχε ελαττώματα και ελλείψεις, ότι χρησιμοποιούσε ακατάρτιστο και άπειρο προσωπικό, ότι προκλήθηκαν ζημίες σε διαμερίσματα λόγω των ελαττωματικών υδραυλικών εγκαταστάσεων και δικτύων κεντρικής θέρμανσης και την καλούσαν:
α) να προβεί στην απομάκρυνση του άπειρου εργατοτεχνικού προσωπικού και στην πρόσληψη προσωπικού καταρτισμένου και πεπειραμένου, β) να τους επιδείξει την ορισθείσα ημέρα και το ημερολόγιο του απασχολουμένου στο εργοτάξιο προσωπικού και να τους παραδώσει τις βεβαιώσεις που υπεγράφησαν σχετικά με την ορθότητα επικολλήσεως των ενσήμων, γ) να προβεί εντός πέντε ημερών από την κοινοποίηση αυτής στην ολοκλήρωση των υδραυλικών εγκαταστάσεων και του δικτύου θέρμανσης στις έξι (6) αναφερόμενες πολυκατοικίες, οι οποίες δη κατοικούνταν, ώστε να λειτουργούν πλήρως και σύμφωνα με τις συμβάσεις (σημειώνεται ότι πρόκειται για τα κτίρια των οδών Σταυράκη 26, 26α, 2.8, 28α, Φλέμιγκ 16β και 16γ, δηλαδή τα κτίρια 7, 8, 11, 12, 9 και 10 αντίστοιχα), δ) να προβεί μέχρι 15-1-2002 στην αποκατάσταση όλων των ζημιών, που προκλήθηκαν στα διαμερίσματα και στους κοινόχρηστους χώρους εξαιτίας των ελαττωματικών υδραυλικών εγκαταστάσεων και δικτύων κεντρικής θέρμανσης, καθώς και των κακότεχνων ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και ε) να εκτελέσει έντεχνα, εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση αυτής, όλες τις συμφωνηθείσες εργασίες, όπως αυτές αναφέρονται στα από 17-9-1998 και 17-10-1998 ιδιωτικά συμφωνητικά.
Ο εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρείας Ι. Κ., εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με το εν λόγω κρίσιμο σημείο, κατέθεσε τα εξής "Δεν ήθελα να έρθω σε ρήξη με τον Μ.. Θα μου μεταβίβαζε και την αποθήκη που μου είχε παραχωρήσει. Είχα τελειώσει το 99% του έργου ... . Με την προϋπόθεση ότι θα μου έκανε συμβόλαιο για τις αποθήκες δεν μου όφειλε, αλλά δεν τις μεταβίβασε τελικά".
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες εργοδότες επέδωσαν κατά την 21.10.2002, σε αμφοτέρους τους εναγομένους την από 18-10- 2002 εξώδικη καταγγελία- πρόσκληση- δήλωση και διαμαρτυρία, στην οποία ανέφεραν ότι η εργολήπτρια εταιρία δεν είχε προβεί στην αποκατάσταση των κακοτεχνιών και ζημιών των διαμερισμάτων και σε όλα όσα ζητήθηκαν με την άνω εξώδικη δήλωση και εκφράζονται παράπονα για κακοτεχνίες από αγοραστές των διαμερισμάτων, αναφέροντας συγκεκριμένα τον αγοραστή του Γ-4 διαμερίσματος στο κτίριο τι.
Ε. Κ., ότι διαμαρτυρήθηκε με την από 5-8-2002 εξώδικη δήλωσή του, ότι οι πρίζες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, γιατί βρίσκονται πίσω από τα σώματα θέρμανσης και ότι η υδραυλική εγκατάσταση έχει διαρροές στο λουτρό και στο σαλόνι, με συνέπεια το φούσκωμα πλακιδίων του σαλονιού και τεσσάρων θυρών και με την πρόσθετη επισήμανση ότι "εκτός αυτού του διαμερίσματος στο σύνολο σχεδόν των υπολοίπων έχει παρατηρηθεί πλήθος κακοτεχνιών, ελαττωμάτων και παραλείψεων, που έχουν μειώσει σημαντικά την αξία των διαμερισμάτων και επιπλέον έχουν προκαλέσει και πλήθος άλλων ζημιών, τις οποίες και πρέπει να αποκαταστήσουμε, για να μπορέσουμε να πωλήσουμε τα διαμερίσματα μας και για τις οποίες εσείς είστε υπεύθυνοι", κατήγγειλαν την ένδικη από 17.10.1998 εργολαβική σύμβαση (αλλά και την προηγηθείσα από 17-9-1998 για τις ηλεκτρολογικές εργασίες) και δήλωσαν ότι δεν αποδέχονται το έργο που έχει κατασκευασθεί μέχρι τότε "λόγω των απαραδέκτων κακοτεχνιών και ελαττωματικών υλικών" που χρησιμοποιήθηκαν.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ως άνω εξώδικη δήλωση του Ε. Κ., που αγόρασε την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία, δυνάμει του .../2002 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Βούρβαχη, γίνεται λόγος, εκτός των όσων αναφέρουν πιο πάνω οι ενάγοντες, και για ελλείψεις και ελαττώματα όπως:
Τμήμα της βεράντας έμπροσθεν του υπνοδωματίου είναι ασοβάτιστο, το σιδερένιο κιγκλίδωμα της βεράντας δεν είναι σταθερά συνδεδεμένο με τη βάση του και τα πλακάκια σε όλους τους χώρους είναι διαλογής με ρωγμές, φθορές και σκαμμένα. Σημειώνεται πάντως ότι παρόμοιες, με αυτές των διαδίκων, έριδες ανέκυψαν και σε σχέση με την εργολήπτρια εταιρία με την επωνυμία "Γ.Ε.Α.Κ.Ο.
Ε.Π.Ε. ΓΕΝΙΚΑ! ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΔΕΛΦΩΝ Μ. Κ.", που είχε αναλάβει, δυνάμει του από 25-8-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών στις υπό ανέγερση πολυκατοικίες των εναγόντων. Η τελευταία, σε απάντηση της από 25.6. 2002 εξώδικης διαμαρτυρίας των εναγόντων κατ' αυτής για παραβάσεις του ως άνω (από 25-8-1998) συμφωνητικού και αντισυμβατική συμπεριφορά της κατά την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών, επέδωσε, κατά την 1-8-2002, στους ενάγοντες την από 25-7-2002 εξώδικη διαμαρτυρία της, με την οποία, εκτός των άλλων, αφού ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των ξυλουργικών εργασιών πέραν των συμβατικών προθεσμιών δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, ότι είχε εκτελέσει και παραδώσει το 99% του έργου και ότι παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα, διαμαρτυρήθηκε για μη καταβολή οφειλόμενης αμοιβής, αρνήθηκε ότι το εκτελεσθέν έργο είχε ελλείψεις και κακοτεχνίες και απέδωσε την αποστολή της εξώδικης δηλώσεως των εναγόντων στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τις εκ της συμβάσεως αναληφθείσες υποχρεώσεις τους.
Με βάση όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω προκύπτουν με σαφήνεια τα ακόλουθα: Ο συμβατικός χρόνος παράδοσης του έργου ορίστηκε σε για 32 μήνες από την υπογραφή της συμβάσεως, δηλαδή μέχρι 17-6-2001. Οι υδραυλικές εργασίες και οι εργασίες κεντρικής θέρμανσης επί των 7, 8, 9, 10, 11 και 12 κτιρίων εκτελέστηκαν από την εργολήπτρια εταιρία και παραδόθηκαν εντός του συμβατικού χρόνου και μόνο ορισμένες ελλείψεις παρουσίαζαν τα κτίρια αυτά, όπως η μη ολοκλήρωση της υδραυλικής και αποχετευτικής εγκατάστασης στα WC των υπογείων, η μη σύνδεση ορισμένων θερμοσιφώνων (διότι δεν είχαν παραδοθεί από τους εργοδότες, οι οποίοι βαρύνονταν με την αγορά τους) και η μη τοποθέτηση βρύσης στην παροχή του πλυντηρίου, πλην όμως οι ως άνω ελλείψεις δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων ως κατοικιών και των υπογείων χώρων ως αποθηκών.
Όσον αφορά τη μη τοποθέτηση βρύσης στη βεράντα κάθε διαμερίσματος και την τοποθέτηση δύο διακοπτών παροχής νερού σε κάθε διαμέρισμα αντί για πέντε που είχαν συμφωνηθεί, αυτό έγινε κατ' απαίτηση των εργοδοτών, η οποία έγινε δεκτή, τροποποιηθέντος έτσι του σχετικού συμβατικού όρου και σε κάθε περίπτωση οι ελλείψεις αυτές δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων και συνεπώς δεν καθιστούν τις πολυκατοικίες αυτές μη περατωμένες και το έργο ανεκτέλεστο, υπό την έννοια ότι δεν έχουν εκτελεσθεί οι συμφωνημένες εργασίες, οι δε εργοδότες, οι οποίοι είχαν στη σφαίρα της εξουσίας τους όλα τα διαμερίσματα, αφενός παρέδωσαν τα ήδη πωληθέντα στους αγοραστές και αφετέρου προέβαιναν σε πωλήσεις διαμερισμάτων των κτιρίων αυτών.
Εξάλλου, οι επικαλούμενες με την πρώτη αγωγή κακοτεχνίες σε 44 συνολικά διαμερίσματα των άνω πολυκατοικιών, συνιστάμενες κακότεχνη σύνδεση μπαταριών των λουτρών ορισμένων διαμερισμάτων, σε κακότεχνη ένωση σωλήνων ύδρευσης και στην απόφραξη ή θραύση κάποιου σωλήνα, οι οποίες από την περιγραφή τους είναι επουσιώδεις, δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων ως κατοικιών, αφού αρκετά εξ αυτών (δεν προέκυψε ο ακριβής αριθμός) άρχισαν να κατοικούνται αφότου παραδόθηκαν.
Πρέπει να σημειωθεί, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν βαρύνεται με ελαττώματα ή ελλείψεις, η ανυπαρξία των οποίων δεν αποτελεί προϋπόθεση της εκτελέσεως ή περατώσεως του, η δε παράδοση μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο. Σημειώνεται μεν ότι με τον 9° όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού, είχε συμφωνηθεί παράδοση του έργου θα αποδεικνύεται εγγράφως, υποχρεουμένου του εργοδότη εντός 20 ημερών από της προσκλήσεως του εργολάβου να το παραλάβει διατυπώνοντας τις τυχόν αντιρρήσεις του μέσα σε 20 ημέρες από την παραλαβή της προσκλήσεως.
Όμως, η σύνταξη του εγγράφου δεν αποτελεί το μοναδικό τρόπο παράδοσης και παραλαβής του εκτελεσθέντος έργου, ούτε και το μόνο αποδεικτικό μέσο της παράδοσης και παραλαβής αυτού. Άλλωστε, οι ενάγοντες στην αγωγή τους, επικαλούμενοι κακοτεχνίες των διαμερισμάτων, ισχυρίζονται κατά λέξη τα εξής "οι αντίδικοι ούτε το έργο που είχαν αναλάβει περαίωσαν, ούτε προέβησαν στην αποκατάσταση των κακοτεχνιών και ζημιών των διαμερισμάτων, με αποτέλεσμα η κατάσταση στα διαμερίσματα να επιδεινωθεί και ως εκ τούτου εκτός των άλλων, πολλοί από τους αγοραστές αυτών των διαμερισμάτων να μας διαμαρτύρονται και να ζητούν την αποκατάσταση των ζημιών και κακοτεχνιών", πράγμα που σημαίνει ότι τα πωληθέντα, τουλάχιστον, διαμερίσματα παραλήφθηκαν και παραδόθηκαν στους αγοραστές και συνεπώς η αντίστοιχη πολυκατοικία είχε και ύδρευση και αποχέτευση και κεντρική θέρμανση.
Ακόμη, ο μάρτυρας των εναγόντων εργοδοτών στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αναφέρει ότι "Τα ελαττώματα φάνηκαν όταν κατοικήθηκαν τα διαμερίσματα. Μας προσέφερε έξι (6) πολυκατοικίες και δεν παρελήφθησαν", πράγμα που σημαίνει ότι το έργο που αφορά τις πολυκατοικίες αυτές περατώθηκε, έστω και αν βαρύνεται με ελλείψεις ή ελαττώματα Επίσης, ο πρώτος ενάγων, εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ανέφερε "Τα κτίρια 7, 8, 9, 10, 11, 12, ήταν πιο προχωρημένα τα υπόλοιπα 7 είχαν σπουδαίες ελλείψεις που δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν", ενώ ο προαναφερόμενος μάρτυρας, που είναι και συντάκτης της αποτελούσας σώμα της ένδικης αγωγής τεχνικής εκθέσεως- πραγματογνωμοσύνης, μολονότι στην τελευταία αναφέρει κατά λέξη ότι "το αναληφθέν έργο" και στα 13 κτίρια είναι ημιτελές, τεχνικώς απαράδεκτο, λειτουργικώς λίαν προβληματικό και είναι αδύνατον να λειτουργήσουν οι πολυκατοικίες εάν δεν επανακατασκευασθούν μεγάλα τμήματα των πιο πάνω εγκαταστάσεων", στην κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αναφέρει ότι "θεωρητικά το έργο είχε τελειώσει θέλανε μόνο πινελιές να μπουν".
Ενδεικτικά, σημειώνεται ότι στο νόμιμα προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους εναγόμενους με αριθμό .../17-9-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Βούρβαχη, δυνάμει του οποίου ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στη Ρ. Ρ. τη με στοιχεία Β-12 οριζόντια ιδιοκτησία του 2ου υπέρ το ισόγειου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού Σταυράκη αρ. 26 ή κτίριο 7, αναφέρεται ότι ο πρώτος συμβαλλόμενος μεταβίβασε στη δεύτερη την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία με όλα τα παραρτήματα, συστατικά της και την εξ αδιαίρετου αναλογία της στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας αυτής (κτίριο 7) όπως αυτή τελείως έχει αποπερατωθεί από τον εργολήπτη, πράγμα που σημαίνει ότι οι εργασίες στην εν λόγω πολυκατοικία είχαν περατωθεί πριν την υπογραφή του συμβολαίου.
Επίσης, η ίδια αναφορά γίνεται και στο με αριθμό .../14-1-2004 συμβόλαιο της ίδιας Συμβολαιογράφου ((Ειρήνης Βούρβαχη), που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκε, λόγω πωλήσεως, στην Ε. Π. η υπό στοιχεία Α-5 οριζόντια ιδιοκτησία του 1ου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού Φλέμιγκ 16β ή κτίριο 9.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν ούτε επικαλούνται έστω και ένα συμβόλαιο πωλήσεως από το οποίο να προκύπτει ότι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου πώλησαν διαμέρισμα των πολυκατοικιών αυτών ημιτελές ή έτοιμο αλλά σε μη αποπερατωμένη πολύ κατοικία, αφού εντός των ετών 2001 και 2002 πωλήθηκαν πολλά διαμερίσματα;
όπως προκύπτει και από τις καταθέσεις του μαρτυρά τους και του πρώτου ενάγοντος. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι και το γεγονός ότι οι ενάγοντες, ενώ διατείνονται ότι το έργο που παραδόθηκε από την εναγομένη εταιρία "είναι το 55% του συνολικού, σε σχέση με αυτό που είχε συμφωνηθεί" (σελίδα 2η της από 13.3.2007 προσθήκης-αντίκρουσης των προτάσεων τους), δεν επικαλούνται και πολύ περισσότερα δεν αποδεικνύουν εάν, πότε και σε ποιο εργολάβο ανατέθηκε η εκτέλεση υπολειπόμενων εργασιών.
Ενόψει αυτών, αφού οι άνω πολυκατοικίες περατώθηκαν μέσα στην προθεσμία που συμφωνήθηκε, και οι ενάγοντες εργοδότες δεν μπορούν να επικαλεσθούν, εξαιτίας ελαττωμάτων ή ελλείψεων που δεν αναιρούν χρήση τους, υπερημερία της εργολήπτριας ως προς την παράδοση των πιο πάνω πολυκατοικιών (ΑΠ 660/1991 ΕΕΝ 1992, 370).
Όσον αφορά τις λοιπές πολυκατοικίες, στις τρεις (3) από αυτές οι εργασίες περατώθηκαν μέχρι τέλος του έτους 2001, ενώ στις άλλες τέσσερις (4) απέμειναν και μετά ανεκτέλεστες ουσιώδεις εργασίες, περί των οποίων γίνεται λόγος κατωτέρω. Η καθυστέρηση, όμως, εκτελέσεως των συμβατικών εργασιών στις πολυκατοικίες αυτές από την εκπνοή του συμφωνηθέντος χρόνου μέχρι το τέλος του έτους 2001 δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εργολήπτριας εταιρίας, αλλά σε γεγονός για το τ οποίο η τελευταία δεν υπέχει ευθύνη και ως εκ τούτου δεν κατέστη υπερήμερη περί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της μέχρι τέλος του έτους 2001.
Ειδικότερα, οι ως άνω επτά πολυκατοικίες κατά την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως έργου βρίσκονταν στο στάδιο των πλινθοδομών (τούβλων). Για να ξεκινήσει τις εργασίες στις πολυκατοικίες αυτές η πρώτη εναγομένη θα έπρεπε να προηγηθεί το κτίσιμο των τούβλων ώστε αυτή να προβεί στο σκάψιμο των τοίχων και του δαπέδου για το πέρασμα των σωληνώσεων, στη συνέχεια να επακολουθήσουν οι εργασίες επιχρισμάτων και τοποθετήσεως πλακιδίων για τη συνέχιση των εργασιών της και τέλος να προηγηθούν οι εργασίες βαφής, ώστε στο τελευταίο στάδιο να τοποθετηθούν τα είδη υγιεινής και τα σώματα καλοριφέρ, ενώ οι εργοδότες είχαν συμβατική υποχρέωση να παραδώσουν στην εργολήπτρια τα είδη υγιεινής, τις μπαταρίες και τους θερμοσίφωνες.
Επειδή, όμως το έργο ήταν τεράστιο, παρουσιάστηκαν προβλήματα και καθυστερήσεις στην εξέλιξη των εργασιών των συνεργείων που έπρεπε να προηγηθούν, τα οποία είχαν επιπτώσεις και στην πρόοδο των εργασιών της πρώτης εναγομένης Βέβαια, ο μάρτυρας των εναγόντων, εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατέθεσε ότι "Όλα τα άλλα συνεργεία δούλευαν ρολόι", πλην όμως η κατάθεση του αυτή αναιρείται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από την προαναφερόμενη, με ημερομηνία 25-7-2002, εξώδικη διαμαρτυρία- δήλωση της εταιρίας που είχε αναλάβει τις ξυλουργικές εργασίες, στην οποία αυτή κάνει λόγο ότι η καθυστέρηση εκτελέσεως των εργασιών της πέραν των συμβατικών προθεσμιών σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, αλλά σε καθυστερήσεις εκ μέρους άλλων υπεργολάβων.
Συγκεκριμένα, εκτός των άλλων, αναφέρει ότι στα κτίρια 14 έως και 20 ο σοβατζής σταμάτησε να τραβάει οδηγούς, πελέκησε όλα τα στηρίγματα που αυτή είχε τοποθετήσει, με αποτέλεσμα να φύγουν όλες οι κάσες στα ανωτέρω κτίρια και ότι τα συνεργεία της αναγκάστηκαν να επανατοποθετήσουν τις κάσες. Από αυτό προκύπτει καθυστέρηση στις εργασίες επιχρισμάτων, οι οποίες έπρεπε να προηγηθούν, ώστε να συνεχίσει η πρώτη εναγομένη εργολήπτρια τις εργασίες της στα κτίρια αυτά.
Επίσης, στην ως άνω εξώδικη αναφέρεται ότι "Στις 17-12-1999 παραδώσαμε το κτίριο 8 αντιμετωπίζοντας όμως πολλές κακοτεχνίες στα δάπεδα, με, συνέπεια καθυστέρηση στην τοποθέτηση και επιβάρυνση ημερομισθίων. Όπως πολύ χαλά γνωρίζετε, σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα εσείς είχατε ολοκληρώσει τα δάπεδα σε ένα.
μόνο κτίριο, προϋπόθεση απαραίτητη για να ξεκινήσουν τις εργασίες τα. συνεργεία μας και για το λόγο αυτό έπειτα από δικές μας πιέσεις αποφασίσατε να διώξετε τον Έλληνα εργολάβο, που ήταν υπεύθυνος για την καθυστέρηση και να προσλάβετε Αλβανό, ο οποίος προέβη σε νέες καθυστερήσεις και πλημμελείς κατασκευές, με αποτέλεσμα να αντικατασταθεί με τη σειρά του από Πολωνό και να εμφανίζονται οι κακοτεχνίες αυτών ως κακοτεχνίες δικές μας, αφού ως γνωστόν οι πόρτες τοποθετούνται με βάση και το δάπεδο", ενώ σε άλλο σημείο αυτής αναφέρεται ότι "Οι πόρτες τοποθετήθηκαν στα κτίρια 14-15-16-17-15-19-20 και παραδόθηκαν κατά την 21-2-2001, ενώ οι κουζίνες στα ίδια κτίρια είχα ήδη τοποθετηθεί και παραδοθεί κατά την 13.12.2000".
Επίσης, αφού επικαλέστηκε ότι εκτέλεσε και παρέδωσε το 99% του έργου, αναφέρει στην πιο πάνω εξώδικη διαμαρτυρία, κατά λέξη, ότι "Η συμπεριφορά σας δείχνει ότι προσπαθείτε να αποφύγετε την τήρηση των υποχρεώσεων σας απέναντι μας και συγκεκριμένα της αμοιβής που υπολείπεται καθώς και του παρακρατηθέντος ποσοστού 10% εφευρίσκοντας προφάσεις και δικαιολογίες".
Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, η καθυστέρηση της πρώτης εναγομένης να αποπερατώσει τις εργασίες στις επτά ως άνω πολυκατοικίες από τη συμφωνημένη ημέρα (17-6-2001) μέχρι τέλος του έτους 2001 δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, αλλά στις προαναφερόμενες καθυστερήσεις των συνεργείων που είχαν αναλάβει κυρίως τα επιχρίσματα, τα πλακάκια και την κατασκευή των δαπέδων, οι οποίες επέφεραν συνολική καθυστέρηση κατά. 6 μήνες και 13 των συνεργείων της πρώτης εναγομένης, και συνεπώς είναι εν μέρει βάσιμη η ένσταση των εναγομένων, που προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με το σχετικό λόγο της εφέσεως τους περί ελλείψεως υπαιτιότητας για την καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής.
Έτσι μέχρι το τέλος του 2001 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες σε τρεις (3) από τις επτά πιο πάνω πολυκατοικίες και μόνο ορισμένες ελλείψεις παρουσίαζαν τα κτίρια αυτά όπως η μη ολοκλήρωση της υδραυλικής και αποχετευτικής εγκατάστασης στα WC των υπογείων, σε πολλά διαμερίσματα δεν είχε γίνει σύνδεση του θερμοσίφωνα, διότι δεν είχαν παραδοθεί από τους εργοδότες οι οποίοι βαρύνονταν με την αγορά τους, δεν τοποθετήθηκαν βρύσες στις παροχές πλυντηρίου, πλην όμως οι ως άνω ελλείψεις δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων ως κατοικιών και τη χρήση των υπογείων ως αποθηκών.
Αναφορικά δε με τη μη τοποθέτηση βρύσης στη βεράντα κάθε διαμερίσματος και την τοποθέτηση δυο διακοπτών παροχής νερού σε κάθε διαμέρισμα αντί για πέντε που είχαν συμφωνηθεί αυτό όπως εκτέθηκε έγινε κατ' απαίτηση των εργοδοτών η οποία έγινε δεκτή τροποποιηθέντος έτσι του σχετικού συμβατικού όρου και σε κάθε περίπτωση, οι ελλείψεις αυτές δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων και συνεπώς δεν καθιστούν τις πολυκατοικίες αυτές μη περατωμένες, υπό την έννοια ότι δεν έχουν εκτελεσθεί οι συμφωνημένες εργασίες και επομένως, αναφορικά με αυτές, δεν κατέπεσε σε βάρος της εργολήπτριας η ποινική ρήτρα που συμφωνήθηκε, αφού τέλος του έτους 2001, περατώθηκαν και προσφέρθηκαν προς παράδοση.
Όμως, η πρώτη εναγομένη εργολήπτρια εταιρεία δεν εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση να ολοκληρώσει τις εργασίες στις λοιπές τέσσερις (4) πολυκατοικίες, αφού από 1.1.2002 μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως (21.10.2002), πέραν από τις ίδιες ως άνω επουσιώδεις ελλείψεις, δεν προέβη στη συναρμολόγηση των λεβήτων, στην τοποθέτηση των δεξαμενών του πετρελαίου θέρμανσης και στη σύνδεση ταυ λέβητα με την κεντρική στήλη θέρμανσης κάθε πολυκατοικίας, καθώς και στις σχετικές εργασίες για τη σύνδεση με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, οι δε ελλείψεις αυτές είναι ουσιώδεις δεδομένου ότι χωρίς τα λεβητοστάσια και τις δεξαμενές πετρελαίου δεν μπορεί να λειτουργήσει το σύστημα κεντρικής θέρμανσης στις τέσσερις πολυκατοικίες, ούτε να κατοικηθούν χωρίς νερό και θέρμανση.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής δικαιούνται αποζημίωση που περιλαμβάνει την επιπρόσθετη δαπάνη ολοκληρώσεως κατασκευής του έργου. Ειδικότερα, η δαπάνη για τις υπολειπόμενες εργασίες του έργου : α) Για την κατασκευή και τοποθέτηση 4 δεξαμενών πετρελαίου διαστάσεων 1,25 Χ 1,25 Χ 2,50 ανέρχεται σε (4 Χ 850 ευρώ)= 3.400 ευρώ και β) για την σύνδεση λεβήτων με την κεντρική στήλη θέρμανσης κάθε πολυκατοικίας ανέρχεται σε ( 4 Χ 300 ευρώ) = 1200 ευρώ και γ) για εργασίες σύνδεσης κάθε πολυκατοικίας με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ ανέρχεται σε (4 Χ 200) = 800 ευρώ.
Δηλαδή για τις παραπάνω εργασίες απαιτείται συνολικά το ποσό των (3.400 +1.200 + 800) = 5.400 ευρώ. Η ανάθεση όμως του εναπομείναντος έργου σε άλλον εργολάβο απαιτεί κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής αύξηση τουλάχιστον 20% επί ως άνω ποσού των 5.400 ευρώ, η οποία (αύξηση) αντιστοιχεί σε 1080 ευρώ, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες τιμές κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ήταν μεγαλύτερες τουλάχιστον κατά 20% από ότι ήταν κατά τον χρόνο υπογραφής της συμβάσεως και αυτό σε συνάρτηση με τη δυσκολία εξεύρεσης συνεργείου, με αποτέλεσμα να ζημιώνονται από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης εργολήπτριας εταιρίας κατά το ανωτέρω ποσό των 1080 ευρώ.
Επομένως, οι ενάγοντες εργοδότες δικαιούνται το ποσό 1080 ευρώ ως αποζημίωση για την επιπρόσθετη δαπάνη ολοκληρώσεως του έργου και όχι το ποσό των 74.613 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με την αγωγή τους. Όσον αφορά τις επουσιώδεις ελλείψεις στις τρεις (3) από τις ως άνω πολυκατοικίες δεν αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά σε ποιο ακριβώς κτίριο και διαμέρισμα αφορούν και συνεπώς δεν αποδείχθηκε η δαπάνη των υπολειπομένων εργασιών.
Επομένως, ως προς τις ελλείψεις αυτές δεν μπορεί να καθορισθεί η αποζημίωση για την επιπρόσθετη δαπάνη ολοκληρώσεως και κατ' ακολουθία κατά τούτο η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Ενόψει αυτών, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, οφείλεται στους ενάγοντες εργοδότες: α) 1080 ευρώ, ως αποζημίωση για την επιπρόσθετη δαπάνη ολοκληρώσεως του έργου και β) ως ποινική ρήτρα για την καθυστέρηση παραδόσεως των τεσσάρων κτιρίων το ποσό των 15.385 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστερήσεως (δηλαδή 50.000:13 = 3.846,15 Χ 4 = 15.385 δρχ.) και συνολικά το ποσό των 4.523.190 δραχμών (15.385 δρχ Χ 294 ημέρες), που αντιστοιχεί σε 13.274.22 ευρώ.
Για την καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως και της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ευθύνεται και ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, βάσει του 13ου όρου της συμβάσεως, ανέλαβε ατομικά και εις ολόκληρον με την εργολήπτρια εταιρία τις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις της τελευταίας. Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε, οι ενάγοντες κατέβαλαν στην εργολήπτρια εταιρία ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 117.710.000 δραχμών και συνεπώς οφείλουν το υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής, που ανέρχεται σε 46.090.000 δραχμές (δηλ. 163.800.000 -117.710.000 = 46.090.000 δραχμές), που αντιστοιχεί σε 135.260.45 ευρώ.
Σημειώνεται ότι η εργολήπτρια εταιρεία δικαιούται ολόκληρη την παραπάνω συμφωνημένη αμοιβή γιατί αυτή, μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως (21.10.2002) είχε ολοκληρώσει το έργο και το ύψος της παραπάνω αμοιβής αντιστοιχεί στο εκτελεσθέν έργο. Σημειώνεται, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ότι οι ελλείψεις που αναφέρονται πιο πάνω, των οποίων το ύψος δεν είναι άλλωστε σημαντικό και η δαπάνη αποκαταστάσεως είναι πολύ μικρή σε σχέση με το ύψος του συνολικού έργου, δεν ασκούν επιρροή .
αφού το έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν βαρύνεται με ελαττώματα ή ελλείψεις, η ανυπαρξία των οποίων δεν αποτελεί προϋπόθεση της εκτελέσεως ή περατώσεως του. Επομένως, ο αγωγικός ισχυρισμός των εργοδοτών ότι η εργολήπτρια εταιρεία δεν δικαιούται ολόκληρη την συμφωνημένη αμοιβή της και ότι αυτή έλαβε επιπλέον της δικαιούμενης αμοιβής, αφού η αξία του έργου που εκτέλεσε μέχρι τη καταγγελία της συμβάσεως υπολείπεται της ληφθείσας εργολαβικής αμοιβής, καταστάσα αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ποσό των 113.444 ευρώ είναι ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς η ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του: 1) απέρριψε την αγωγή της εργολήπτριας εταιρία ως αβάσιμη στην ουσίαν της, 2) δέχτηκε εν μέρει την αγωγή των εργοδοτών : α) κατά το κεφάλαιο της ως άνω αποζημίωσης, που αφορά την επιπρόσθετη δαπάνη για την αποκατάσταση των ελλείψεων, επιδικάζοντας σ' αυτούς το ποσό των 27.053 ευρώ και β) κατά το κεφάλαιο της ποινικής ρήτρας, επιδικάζοντας σ' αυτούς ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα, για το χρονικό διάστημα των 490 ημερών το ποσό των 71.900 ευρώ, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους περί αυτών λόγους των εφέσεων.
Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, πρέπει οι εφέσεις να γίνουν δεκτές ως και κατ' ουσία βάσιμες και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και ερευνηθεί (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει: α) να γίνει δεκτή η από 15-1-2003 αγωγή κατά ένα μέρος της ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας σε ολόκληρο, να καταβάλουν στους ενάγοντες συμμέτρως για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των (1080+13.274.22) = 14.354,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) να γίνει δεκτή η από 2-10-2003 αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν συμμέτρως στην ενάγουσα το ποσό των 135.260,45 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Συνοψίζοντας το Εφετείο δέχτηκε ότι: Α) μέχρι την εκπνοή του εκ της συμβάσεως προβλεπομένου χρόνου παράδοσης του έργου, είχαν παραδοθεί έξι (6) από τις δέκα (13) πολυκατοικίες, στις οποίες είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη να εκτελέσει τις εργασίες για την εγκατάσταση κεντρικής θερμάνσεως και υδραυλικών, που όμως δεν είχαν εκτελεσθεί όλες οι συμφωνηθείσες εργασίες και συγκεκριμένα:1)δεν είχαν ολοκληρωθεί:
α) η υδραυλική και αποχετευτική εγκατάσταση σε 26 WC των υπογείων, β) η σύνδεση των θερμοσιφώνων, και 2) δεν είχαν τοποθετηθεί: α) δεύτερη βρύση πλυντηρίου, βρύση στις βεράντες και τρεις (3) διακόπτες παροχής νερού σε κάθε διαμέρισμα, Β) μέχρι το τέλος του 2001 ότι είχαν αποπερατωθεί τρεις (3) ακόμη από τις 13 πολυκατοικίες με τις ίδιες ως άνω ελλείψεις (μη σύνδεση αποχέτευσης των WC στα υπόγεια, μη τοποθέτηση δεύτερης βρύσης πλυντηρίου, βρύσης στη βεράντα, τριών (3) διακοπτών παροχής νερού για κάθε διαμέρισμα και σύνδεση θερμοσιφώνων) και Γ) ότι μέχρι την καταγγελία δεν είχε ολοκληρώσει στις λοιπές τέσσερις πολυκατοικίες, εκτός από τις ίδιες πιο πάνω επουσιώδεις εργασίες και εκείνες για τη συναρμολόγηση των λεβήτων, την τοποθέτηση των δεξαμενών πετρελαίου, τη σύνδεση του λέβητα με την κεντρική στήλη θέρμανσης κάθε πολυκατοικίας, ενώ δεν είχε προβεί και στις σχετικές εργασίες για τη σύνδεση με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, τις ελλείψεις δε αυτές (που έχουν σχέση σε μη εκτελεσθείσες εργασίες), θεώρησε ουσιώδεις, κοστολογώντας μάλιστα αυτές, καθώς και ότι η δαπάνη για την εκτέλεση αυτών θα είναι αυξημένη κατά 20%, από την συμφωνηθείσα, και ότι η αυξημένη αυτή δαπάνη ανέρχεται συνολικά στο ποσό 1080 ευρώ, ενώ για τις τρεις πολυκατοικίες δέχτηκε ότι δεν αποδεικνύεται σε ποια διαμερίσματα αφορούν οι ελλείψεις αυτές, στη συνέχεια δε με το επιχείρημα ότι οι ελλείψεις αυτές (μη εκτελεσθείσες εργασίες), δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων ως κατοικιών και το έργο μη περατωμένο, υπό την έννοια ότι δεν είχα εκτελεσθεί όλες οι συμφωνηθείσες εργασίες, κατέληξε: 1) να επιδικάσει το σύνολο του υπολοίπου της συμφωνημένης αμοιβής δεχθέν κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, 2) να απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων- εργοδοτών και συγκυρίων του οικοπέδου για την βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και 3) να δεχθεί ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των τελευταίων, μόνο για την αυξημένη δαπάνη της εκτελέσεως των μη εκτελεσθέντων ουσιωδών εργασιών των τελευταίων τεσσάρων πολυκατοικιών, ενώ απέρριψε το κονδύλιο της επιπρόσθετης δαπάνης για τα υπόλοιπα τρία (3) κτίρια, που παραδόθηκαν εκπροσθέσμως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 700, 343, 297, 298 ΑΚ, υπό την έννοια δεν τις εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να τις εφαρμόσει. Τούτο διότι: 1) Αν και δέχεται ότι σε όλα τα παραδοθέντα μέχρι τη συμβατική προθεσμία κτίρια, καθώς και εκείνα τα οποία φέρονται να παραδόθηκαν μετά την εκπνοή της συμβατικής προθεσμίας και μέχρι την καταγγελία, δεν είχαν εκτελεσθεί όλες οι συμφωνηθείσες εργασίες τις οποίες και αναφέρει αναλυτικά στο αποδεικτικό του πόρισμα, στη συνέχεια αν και έχει διαπιστώσει την ύπαρξη του πιο πάνω συμβατικού όρου (βλ.
σελ. 12 της προσβαλλόμενης απόφασης), για μείωση της οφειλομένης αμοιβής, αντί την αξία αυτών (η οποία προσδιοριζόταν στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφερόταν στο αποδεικτικό του πόρισμα), να αφαιρέσει από την οφειλομένη υπόλοιπη αμοιβή της εργολήπτριας εταιρίας, εντούτοις θεωρώντας ότι αυτές (μη εκτελεσθείσες εργασίες) δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων ως κατοικιών και συνακόλουθα ότι το έργο δεν ήταν ανεκτέλεστο και μη περατωμένο, στη συνέχεια προχώρησε στην επιδίκαση του συνόλου της υπόλοιπης οφειλόμενης αμοιβής.
Οι αιτιολογίες, όμως "... οι ελλείψεις δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων ως κατοικιών και συνακόλουθα το έργο δεν ήταν ανεκτέλεστο ...", συνδέονται αιτιωδώς, με τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 688-690 ΑΚ δικαιώματα για τα οποία δεν γίνεται λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι προβλήθηκαν από τους εργοδότες, όχι όμως και με τον προβληθέντα ισχυρισμό περί συμβατικής πρόβλεψης για μείωση της αμοιβής, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ουσιώδεις ή επουσιώδεις ελλείψεις. 2) Αν και δέχεται εκπρόθεσμη εκτέλεση εργασιών και σε άλλες από τις τέσσερεις πολυκατοικίες δεν προβαίνει στην επιδίκαση αποζημίωσης, για την αποκατάσταση της ζημίας των εργοδοτών από την ανατίμηση των υλικών και της αμοιβής του εργατοτεχνικού προσωπικού. 3) αν και δέχεται, ότι κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλόμενων δεν εκτελέσθηκαν, ορισμένες εργασίες, (όπως η τοποθέτηση διακοπτών πλυντηρίου, βρυσών στις βεράντες κ.α.), για τις οποίες, ενόψει της συμφωνίας των διαδίκων, δεν οφείλεται αμοιβή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εντούτοις δεν προβαίνει στην αντίστοιχη μείωση της οφειλόμενης αμοιβής στην εργολάβο, αλλά επιδικάζει το συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής, ενώ δέχεται ότι δεν είχε καταβληθεί στην εργολήπτρια πλέον των εργασιών που εκτέλεσε, Επομένως είναι βάσιμες, οι περιεχόμενες επί μέρους αιτιάσεις, στους 1ο, 2ο, 4ο, 5ο, και 6ο λόγους, ερειδόμενες κατ' εκτίμηση του δικογράφου στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Πρέπει λοιπόν να αναιρεθεί στο σύνολό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
4. Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ1 ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποιά έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποιά είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Εφόσον λοιπόν στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου, που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασης του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα, μετά από κλήση του επιμελέστερου ων διαδίκων. Τέλος η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ., αν προαποδεικνύεται εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' όρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής κλπ., διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση και όχι επομένως και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής, τα οποία οφείλονται από τον καθού η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής αλλά από το νόμο (932 ΚΠολΔ).
Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η ως άνω αίτηση επαναφοράς ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στις περιορισπκώς αναφερόμενες στο άρθρ. 570§1 ΚΠολΔ περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προτάσεις στον Άρειο Πάγο πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όμως, εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται τελικώς με τις προτάσεις, πρέπει αυτές να έχουν κατατεθεί οπωσδήποτε μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται (ΟλΑΠ 13/2004).
Στη προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις του, που κατέθεσαν στις 14-9-2012 ο Κ. Μ. και στις 18-10-2012 οι λοιποί, υπέβαλαν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησαν να τους αποδοθούν τα αναφερόμενα σε αυτές (προτάσεις) ποσά τα οποία κατέβαλαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη εκουσίως, σύμφωνα με όσα επέτασσε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Η αίτηση όσον αφορά, τους Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Λ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού υποβλήθηκε εκπρόθεσμα. Τούτο διότι, η συζήτηση της υπόθεσης, έλαβε χώρα στις 15-10-2012 και οι προτάσεις τους με τις οποίες, υποβάλλουν το σχετικό αίτημα, κατατέθηκαν στην Γραμματεία του δικαστηρίου αυτού στις 18-10-2012. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τον Κ.
Μ., η αίτηση αυτή είναι νόμιμη. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τον αναιρεσείοντα αυτόν απόδειξη (από 21-1-2011), που υπογράφεται από τους πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι κατέβαλε σ' αυτόν (πληρεξούσιο) το ποσό των 37.400 ευρώ, για την εξόφληση των επιδικασθέντων με την αναιρούμενη απόφαση κεφαλαίου, τόκων και δικαστικών εξόδων.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον Κ. Μ. το άνω ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3059/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς, την υποβληθείσα εκ μέρους των αναιρεσειόντων Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Λ..
Δέχεται την αίτηση του αναιρεσείοντος Κ. Μ., για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει την πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει αναιρεσείοντα Κ. Μ., το ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων (37.400) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής.
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για τον Κ. Μ., καθώς και για 'τους λοιπούς, συμμέτρως, το ίδιο ποσό (3.000 ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Kαι
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ