1474/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1474/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως από τον τρίτο . Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 & 1, 3 & 1, 5 και 13 του ν. 3743/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του Εισ.
Full text
Απόφαση 1474 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1474/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Π. του Χ. και της Χ., κατοίκου ..., 2. Α. Ζ. του Γ. και Μ. και 3. Γ. Π. του Α. και Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι 2ος, 3ος ως κληρονόμοι της Μ. θυγ. Χ. και Χ. Π., οι οποίοι ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καββάγια, οι δε 2ος, 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Σ.-Ι. Π., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 428/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2010 αίτησή τους και με τους από 28-12-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 31-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δευτέρου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο αυτών μέρος και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως (ΟλΑΠ 509/1968, 246/1970).
Το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως και αν παραλείψει να το πράξει υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ. Εάν δε το δικαστήριο μετά την διάγνωση κενού ή αμφιβολίας ως προς τις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων προσφύγει στις διατάξεις αυτές, αλλά με την ερμηνεία παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες, πρόκειται για θέμα νομικό και η κρίση του ελέγχεται αναιρετικώς.
Η δε έννοια της δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου της δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναζητεί την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων με ερμηνεία του περιεχομένου των δηλώσεων τους, χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως την κρίση του από τους κανόνες της λογικής και της εμπειρίας, προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας, εφόσον αυτά τείνουν στην διασάφηση της εννοίας της.
Η κάθε μία από τις προαναφερόμενες διατάξεις, συμπληρώνει την άλλη στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως. Και η μεν πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη διάταξη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως από τον τρίτο . Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 & 1, 3 & 1, 5 και 13 του ν. 3743/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του Εισ.
Αυτού νόμου, συνάγεται, ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως , κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση , μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατ' ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, οι πρωτότοιχοι, οι αυλές κ.λ.π..
Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών γίνεται είτε με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών , κατά τά τα άρθρα 4 & 1 , 5 και 13 του ανωτέρω νόμου 3743/1929. Εάν τούτο δεν γίνει, εάν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτε από την εν λόγω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις.
Στην τελευταία περίπτωση κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινοχρήστου και κοινοκτήτου, είναι ο κατά την φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την από αυτούς κοινή χρήση. Τα δε κοινόχρηστα και κοινόκτητα πράγματα πολυωρόφου οικοδομής, επί της οποίας έχει συσταθεί οριζόντιος ιδιοκτησία, είναι ανεπίδεκτα νομής χρησικτησίας, αφού έχουν τον χαρακτήρα των συστατικών, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 953 και 954 του ΑΚ, της όλης οικοδομής, επί των οποίων απαγορεύεται η σύσταση χωριστών εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
Εξ' άλλου , στο άρθρο 1001 εδ. α' ΑΚ ορίζεται, ότι η κυριότητα επί ακινήτου εκτείνεται, εφ' όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στον χώρο επάνω και κάτω από το έδαφος. Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002, και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929, 1 και 2 του ν.δ. 1024/1971 προκύπτει, ότι, εκτός από τις περιπτώσεις συστάσεως οροφοκτησίας με βάση την διάταξη του άρθρου 480Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν, 1562/1985 ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνον με δικαιοπραξία του κυρίου ή όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή, είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Επί ήδη όμως συνεστημένης ιδιοκτησίς, οριζοντίως ή καθέτως διηρημένης, είναι δυνατή η κτήση κυριότητος κατά τρόπο πρωτότυπο, ήτοι με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, επί διαμερίσματος ή ορόφου, υπό τις ουσιαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 1041 και 1045 του ΑΚ. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 ,1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου πρέπει ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και η σχετική συμφωνία ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται η κυριότητα να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί, και ότι δια την επ' αυτού κτήση της κυριότητος με τακτική μεν χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση επί του πράγματος με διάνοια κυρίου, ήτοι νομή αυτού, με καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή.
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου. Τα κοινόχρηστα δε και κοινόκτητα πράγματα της οικοδομής, όπως ελέχθη, επί της οποίας έχει συσταθεί οριζόντιος ιδιοκτησία, είναι ανεπίδεκτα νομής χρησικτησίας από ένα εκ των συγκυρίων, ώστε αυτός να αποκτήσει αποκλειστική κυριότητα επ' αυτών, καταργούμενης έτσι της αναγκαστικής συγκυριότητος επ' αυτών από τους λοιπούς ιδιοκτήτες των οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Τέλος, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη θέση "..." εντός του οικισμού ... ευρίσκεται ένα οικόπεδο εκτάσεως 120 τμ, το οποίο συνορεύει βορείως με δρόμο, νοτίως με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.
Ε. Π., ανατολικώς με ιδιοκτησία Μ. Π. και δυτικώς με ιδιοκτησία Ι. Α.. Επί του άνω οικοπέδου υφίστανται παλαιά κτίσματα και ειδικότερα ημιυπόγειο, εμβαδού 38,76 τ.μ, ανώγειο δωμάτιο πάνω από το ημιυπόγειο, εμβαδού 23,18 τμ, ενιαίος χώρος οικίας ανωγείου, εμβαδού 50,97 τ.μ. Τα άνω δύο κτίσματα ευρίσκονται στο• ίδιο οριζόντιο επίπεδο και λόγω του επικλινούς εδάφους και της υψομετρικής διαφοράς λογίζονται ισόγεια και όχι όροφος.
Βόρεια της ανώγειας οικίας ευρίσκεται παλαιός στάβλος, εμβαδού 15,68 τ.μ, που σήμερα έχει διαμορφωθεί σε τουαλέτα και μεταξύ του στάβλου και της οικίας υφίσταται αυλή επιφανείας 16,23 τ.μ. Όλο το ως άνω ακίνητο ανήκε στον Ε. Π. του Γ., απώτερο δικαιοπάροχο και πάππο των διαδίκων. Το έτος 1942 ο Ε. Π. δυνάμει του υπ' αρ. .../1942 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τζερμιάδων Γεωργίου Παπαδάκη, που έχει νομίμως μεταγραφεί στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου, στον τόμο 68 με αυξ.
Αριθμό ..., μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον υιό του, πατέρα της εναγομένης Μ. Π., το ημιυπόγειο, εμβαδού 38,86 τ.μ, με την υποχρέωση ο δωρεοδόχος "να ανοίξει θύραν εκ του νοτίου μέρους". Στη συνέχεια ο ίδιος ως άνω Ε. Π., δυνάμει του υπ' αρ. .../8-6-1942 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί στα ως άνω βιβλία Μεταγραφών, στον τόμο 68 με αυξ.
Αριθμό ..., μεταβίβασε λόγω δωρεάς στη θυγατέρα του, μητέρα του πρώτου ενάγοντος και μάμμη των λοιπών εναγόντων, Χ. Ε. Π., α) "το ήμισυ αδιανεμήτως ενός ισογείου μονοδωμάτου μαγαζιού μετά αυλής και κηπουλίου (που δεν είναι επίδικο) και β) "μόνον το ανώγειον (οικίας αποτελουμένης εξ ενός ημιυπογείου και ενός ανωγείου) με πλησιαστάς Ι.
Α., Ν. Γ. Π. και τον ίδιον τον δωρητήν, αξίας δραχμών 15.000 ... λόγω μεριδίου". Από το περιεχόμενο όμως του υπ' αρ. .../1942 δωρητηρίου συμβολαίου, προκύπτει αμφιβολία και ασάφεια σε σχέση με την έκταση του δικαιώματος κυριότητας επί του ανωγείου αρχικώς μεν της δωρεοδόχου, ακολούθως των εναγόντων κληρονόμων της, δηλαδή εάν το δικαίωμα αυτό αφορά το ανώγειο ως μια και μόνο οριζόντια-ιδιοκτησία, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ή μόνο το δώμα του ανωγείου, εμβαδού 23,18 τμ, το οποίο ευρίσκεται ακριβώς επάνω από το ημιυπόγειο, όπως υποστηρίζει η εναγομένη, ζήτημα κρίσιμο για τον καθορισμό των ποσοστών συγκυριότητας των διαδίκων στο ανώγειο, στο έδαφος και όλα τα κοινόχρηστα ή κοινόκτητα μέρη του ακινήτου και επομένως για την έκταση της παραδοχής της αγωγής.
Λόγω της άνω διαπιστωθείσας ασάφειας το Δικαστήριο πρέπει, προσφεύγοντας στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ να ερμηνεύσει την αληθή βούληση του δωρητή Ε. Π. λαμβάνοντας υπόψιν, στην ερμηνεία του, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης και τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος.
Ειδικότερα καταφαίνεται ότι ο δωρητής προέβη στη σύναψη των προαναφερθέντων δωρητηρίων συμβολαίων το έτος 1942, κατά τη διάρκεια εμπόλεμης περιόδου με εξαιρετικά δυσμενείς οικονομικοκοινωνικές συνθήκες, όπου η ανάγκη στέγασης των τέκνων αποτελούσε πρωταρχικό μέλημα των γονέων, δεδομένου ότι οι περισσότερες οικογένειες ήταν πολυμελείς και ως εκ τούτου οι δυνατότητες αποκαταστάσεως ιδιαίτερα δυσχερείς.
Ο ως άνω δωρητής εκτός των άλλων δωρεοδόχων (Μ. και Χ.) είχε ακόμη δύο θυγατέρες, την Χ. και την Ελπίδα. Στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τα τέκνα του προέβη στις άνω δωρεές. Με το υπό ερμηνεία υπ'αρ. .../1942 δωρητήριο συμβόλαιο ο Ε. Π. μεταβίβασε λόγω δωρεάς στη θυγατέρα του Χ. το ανώγειο μόνο της οικίας που περιγράφεται εις αυτό, το οποίο (ανώγειο) προσδιορίζει κατά τα όρια του αναγράφοντας ότι αυτό έχει πλησιαστές Ι.
Α., Ν. Π. και τον ίδιο τον δωρητή. Με δεδομένο ότι ως πλησιαστής ορίζεται ο ίδιος ο δωρητής και όχι ο κοινοτικός δρόμος, ο οποίος συνορεύει βόρεια του όλου οικοπέδου και λαμβανομένου υπόψιν ότι ο ίδιος ο δωρητής εξακολουθεί να διαμένει στον ενιαίο χώρο της οικίας χρησιμοποιώντας το στάβλο και την αυλή, καταδεικνύεται ότι ο άνω δωρητής μεταβίβασε στην άνω θυγατέρα του μόνο το δωμάτιο του ανωγείου 23,18 τ.μ.
το οποίο ευρίσκεται πάνω από το ημιυπόγειο, που διέθετε εξωτερική σκάλα, χωρίς τον ενιαίο χώρο με τα συνεχόμενα στάβλο και αυλή. Εξάλλου δεν είναι νοητό ο άνω δωρητής να μεταβιβάζει όλο το ακίνητο, πλην του ημιυπογείου σε μία θυγατέρα του και ο ίδιος να κατοικεί στον στάβλο επιφανείας 15,68μ. αποκλείοντας τις λοιπές θυγατέρες του από το περιουσιακό τους μερίδιο στο ακίνητο αυτό, εφόσον δεν αποδείχθηκε, αλλά ούτε και υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός από τους διάδικους ότι συνέτρεχε λόγος αποκληρώσεως ή κάποιος λόγος αποκλεισμού των υπολοίπων τέκνων του από το συγκεκριμένο ακίνητο.
Όσον αφορά δε την αξία του δωρηθέντος ανωγείου (15.000 δραχμών) συγκριτικά με αυτή του ημιυπογείου (5.000 δραχμών) που δωρήθηκε στον Μ. Π., σαφώς το ανώγειο δωμάτιο υπερτερεί ως προς το τελευταίο και δικαιολογείται η διαφορά των 10.000 δραχμών, αφού το ημιυπόγειο υστερούσε ως κτίσμα, ήταν χώρος χωρίς φωτισμό και κλειστό και δωρήθηκε με την υποχρέωση του δωρεοδόχου να ανοίξει θύρα προς το νότιο μέρος.
Η άνω δε αξία των 15.000 δραχμών σε καμμία περίπτωση δεν αντιστοιχεί στην αξία του δωματίου τούτου μετά της λοιπής οικίας του ανωγείου, η οποία λόγω θέσεως και της επιφανείας της είχε σαφώς μεγαλύτερη αξία από το προαναφερόμενο ποσό. Άλλωστε με το υπό ερμηνεία δωρητήριο συμβόλαιο δωρίζεται από τον άνω δωρητή πατέρα της στην Χ.
Π. και το ήμισυ εξ αδιαιρέτου "μονοδωματίου μαγαζιού", που δεν είναι επίδικο. Ενδεικτικό είναι ότι ο δωρητής και πάλι κατατμεί σε χωριστές ιδιοκτησίες και το "μονοδωμάτιο μαγαζί" εμβαδού συνολικού 20 τμ, προκειμένου να το διανείμει εξ ημισείας στα τέκνα του Μ. και Χ.. Η αξία δε του ημίσεως που δωρίζεται στη Χ. - αλλά και στον αδελφό της Μ. - εκτιμάται στο ποσό των 15.000 δραχμών.
Συνεπώς αν γίνει δεκτό ότι με το υπό ερμηνεία συμβόλαιο δωρίσθηκε στην άνω δωρεοδόχο ολόκληρο το ακίνητο του ανωγείου των 110 τμ, τότε προκύπτει το παράδοξο συμπέρασμα να ταυτίζεται η αξία του ακινήτου των 110 τ.μ (15.000 δρχ.) με εκείνη του ακινήτου των 10 τ.μ (15.000 δρχ.) που δωρίζονται με το ίδιο συμβόλαιο, πράγμα που θα ήταν ευθέως αντικείμενο στους κανόνες της λογικής.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθησαν σαφώς συνάγεται ότι η βούληση του δωρητή Ε. Π. ήταν, με το υπ' αρ. .../1942 συμβόλαιο, να μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στη θυγατέρα του Χ. μόνο το ανώγειο δωμάτιο, που ευρίσκεται επάνω από το ημιυπόγειο, επιφανείας 23,18 τ.μ και μάλιστα λόγω μεριδίου, υπό την έννοια ότι η μεταβίβαση αυτή αποτελεί το μερίδιο της στην πατρική περιουσία, σημείωση η οποία δεν αναφέρεται στη δωρεά με το υπ' αρ. .../1942 δωρητήριο συμβόλαιο του ημιυπογείου προς τον Μ.
Π., πατέρα της εναγομένης. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο Ε. Π. απεβίωσε την 23-6-1942. Μετά το θάνατο αυτού η Χ. Π. κατοίκησε για μικρό διάστημα στην Κερά και ακολούθως, μετά το γάμο της, το έτος 1943 με τον Χ. Π., αυτή εγκαταστάθηκε με το σύζυγο της στο χωριό του ..., όπου γεννήθηκαν και τα τέκνα της. Το έτος 1953 αυτή μετοίκησε με τα τέκνα της στον ..., όπου διέμενε αρχικά σε κατοικία που της είχε παραχωρήσει άνευ μισθώματος ο Ε.
Δ., θείος των διαδίκων (βλ. επιστολές) και μετέπειτα από το έτος 1967 και μέχρι του θανάτου της, την 6-10-1980, διέμενε σε μισθωμένη οικία στην ίδια περιοχή. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το έτος 1944 τα υπόλοιπα τέκνα του Ε. Π., ο Μ. Π., πατέρας της εναγομένης, η Χ. Ε. Π. και ο Ε. Μ. του Γ. και Ε., τέκνο της αποβιώσασας Ε. Ε. Π. εκπροσωπούμενος λόγω της ανηλικότητας του από τον πατέρα του, απέκτησαν και με άτυπη διανομή διένειμαν μεταξύ τους, κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, τον ισόγειο χώρο επιφανείας 50,97 τμ.
με τον παλαιό σταύλο επιφανείας 15,68 τ.μ και την αυλή, επιφανείας 16,23 τμ, της άνω οικίας, χωρίς να συμπεριληφθεί στη διανομή και το δώμα επιφανείας 23,18 τ.μ. που είχε δωρηθεί στη Χ. Π.. Εκτοτε αυτοί ασκούσαν από κοινού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του άνω ακινήτου πράξεις νομής και κατοχής, εν γνώσει της Χ.
Π. συζ. Χ. Π., με διάνοια συγκυρίων. Ειδικότερα αυτοί χρησιμοποιούσαν τους άνω χώρους ως δικαιούνται κατά αραιά χρονικά διαστήματα, δεδομένου ότι καθένας τους στεγάσθηκε σε διαφορετική κατοικία εντός του ανωτέρω οικισμού, ενώ παράλληλα επέβλεπαν αδιαλλείπτως αυτό δια τακτικών επισκέψεων, αφού στο μεταξύ εγκαταλείφθηκε η χρήση του λόγω παλαιότητας, αφού αυτό είχε ημιερειπωθεί (βλ.
από 30-10-1987 και με αρ. 324/87 δήλωση φόρου κληρονομιάς, όπου οι κληρονόμοι της Χ. Π. αναφέρουν το επίδικο ως ημιερειπωμένο και στην οποία (δήλωση) πρέπει να αναφερθεί ότι αναφέρουν ως κληρονομιαίο ακίνητο και το ημιυπόγειο που είχε δωρηθεί στον πατέρα της εναγομένης Μ. Π.). Την νομή και κατοχή των ανωτέρω διάνοια συγκυρίων συνέχισαν με τον ίδιο τρόπο και οι διάδοχοι αυτών.
Ειδικότερα η εναγομένη από το έτος 1965, όταν απόκτησε από τον δικαιοπάροχο πατέρα της το μερίδιο του στο επίδικο ασκούσε με τον ίδιο τρόπο και με διάνοια συγκυρίας τις πράξεις συννομής και κατοχής, επ'αυτού. Επίσης και οι λοιποί Ε. Μ. του Γ. και Ε. και οι Ε. Δ. και Θ. Δ. ως κληρονόμοι (σύζυγος και τέκνο) της αποβιώσασας το έτος 1994 Χ.
Ε. Π. συνέχισαν με τον ίδιο τρόπο τη συννομή και κατοχή με διάνοια συγκυρίων στο επίδικο ακίνητο, αποδεχόμενοι την κληρονομιά της τελευταίας με την υπ' αρ. .../1995 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Φωτοκώστα - Πυλαρινού που έχει νομίμως μεταγραφεί στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου στον τόμο 644 και με αυξ.
Αριθμό ... . Το έτος 1995, ο Ε. Μ. του Γ. και της Ε. και ο Ε. Δ. και Θ. Δ. με τα υπ' αρ. .../1995, και .../1995 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Τζερμιάδων Λασιθίου Εμ. Καμπάνη - Τσαγκαράκη, που έχουν νομίμως μεταγραφεί στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου στον τομ. 644 και με αυξ. Αριθμούς ..., ..., μετεβίβασαν στην εναγομένη λόγω πωλήσεως τα μερίδιά τους, δηλαδή τα 2/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, η οποία κατέστη αποκλειστική κυρία αυτού.
Το έτος 1995, τα τέκνα της Χ. Π. - Π., Ε. Π., Κ. Π. και Μ. Π. του Χ. κατέλαβαν αυθαίρετα το επίδικο ακίνητο ισχυριζόμενοι ότι ανήκει εις αυτούς ως κληρονομιά από την μητέρα τους Χ. Π. - Π. και προέβησαν σε εργασίες επισκευής της ερειπωμένης οικίας, ενώ η Μ. Π. - μητέρα του δευτέρου και τρίτου του εναγόντων , εγκαταστάθηκε στο άνω επίδικο.
Η εναγομένη άσκησε την υπ' αρ. 195/1996 διεκδικητική αγωγή κατ' αυτών απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χερσονήσου παραιτηθείσα του δικογράφου στη συνέχεια ως προς την Μ. Π., διότι ήταν ασθενής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 138/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χερσονήσου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το αίτημα αναγνωρίσεως της κυριότητας της τότε ενάγουσας και της απόδοσης του επιδίκου τμήματος της ανώγειας οικίας ως χωριστής ιδιοκτησίας και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή αναγνωρίζοντας αυτήν ως συγκυρία κατά ποσοστόν 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του αύλειου χώρου, του παλαιού σταύλου και του ευρυτέρου οικοπέδου επί του οποίου υφίστανται τα επίδικα κτίσματα και υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδώσουν εις αυτήν τα άνω ακίνητα κατά τα ως άνω ποσοστά συγκυριότητας.
Κατά της άνω αποφάσεως η τότε ενάγουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 127/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη και με την οποία απόφαση, η τότε ενάγουσα και εναγομένη αναγνωρίσθηκε κυρία του ισόγειου χώρου του ανωγείου, επιφανείας 50,97 τ.μ, του παλαιού σταύλου επιφανείας 15,68 τμ.
και της αυλής επιφανείας 16,23 τ.μ. και διατάχθηκε η απόδοση τους εις αυτήν. Η απόφαση αυτή εκτελέσθηκε δυνάμει της υπ' αρ. 877/2004 εκθέσεως αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου .... Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι η τότε ενάγουσα είχε παραιτηθεί του δικογράφου ως προς την Μ.
Π. - μητέρα του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, και επομένως η αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτήν, εν τούτοις κατά της άνω αποφάσεως φέρεται ότι ασκήθηκε έφεση και από αυτήν με χρονολογία από 17-9-2001, για τη συζήτηση της οποίας αυτή φέρεται ότι παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο της 8-1-2003, ενώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, αυτή είχε αποβιώσει την 23- 12-1996.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθησαν αποδείχθηκε ότι ουδόλως συντρέχουν ή συνέτρεξαν στο πρόσωπο της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων Χ. Π. - Π. και των τέκνων της ως και των διαδόχων αυτών τα απαιτούμενα στοιχεία που θεμελιώνουν κατά νόμο δικαίωμα κυριότητας δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας του ενιαίου ανωγείου χώρου επιφανείας 50,97 τμ., του στάβλου επιφανείας 15,68 τ.μ και της αυλής επιφανείας 16,23 τμ, δεδομένου, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι τόσο η ίδια όσο και τέκνα της και οι διάδοχοι αυτών ουδέποτε άσκησαν με διάνοια κυρίου πράξεις νομής και κατοχής στα άνω επίδικα, τα οποία ήταν ακατοίκητα και περιστατικά επισκέπτοντο αυτά οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης και η ίδια στα πλαίσια της άσκησης των προεκτεθέντων κληρονομικών δικαιωμάτων τους.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγόντων περί εκμισθώσεως των άνω επιδίκων σε τρίτους από την Χ. Π. - Π., ο ισχυρισμός των αυτός αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρας των Α. Α., κατά την οποία, αυτή καταθέτει "... πριν πεθάνει το 1980 η Χ. όλο το σπίτι το είχε νοικιάσει στον Ν. Π.. Μετά το θάνατο του το χρησιμοποιούσε η γυναίκα του Μ.
και πάλι το ενοίκιο το έπαιρνε η Χ.". Πλην όμως όπως προκύπτει από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ν. Π., αυτός απεβίωσε την 16-12-1986, ενώ η Χ. Π. είχε αποβιώσει ήδη από το έτος 1980, οπότε είναι προφανές ότι δεν ήταν δυνατόν να συμβάλλεται ως εκμισθώτρια και να εισπράττει μίσθωμα. Επίσης ο ισχυρισμός αυτός αναιρείται και από την κατάθεση της Μ.
Π., στα πλαίσια σχετικής ποινικής δίκης, η οποία, στην από 16-9-1996 κατάθεση της ανέφερε "ότι 10 χρόνια είχα νοικιάσει εγώ ως αποθήκη και πλήρωνα στη μητέρα του μηνυτή (Ε. Π.) Χ. ..." πλην όμως και πάλι αυτή ήταν αδύνατον να εισπράττει μισθώματα (η Χ. Π.), αφού είχε αποβιώσει από το έτος 1980. Τέλος αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα, τόσο της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων, όσο και των εναγόντων στο ανώγειο δωμάτιο, επιφανείας 23,18 τ.μ, αντίθετα για το κτίσμα αυτό η εναγομένης τις προτάσεις της πανηγυρικά αναγνωρίζει αυτούς αδιαφιλονίκητους κυρίους αυτού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε ως εν μέρει την υπό κρίση αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όπως βασίμως υποστηρίζει η εναγομένη - εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της, η οποία για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν.
Αντίθετα όλοι οι λοιποί λόγοι της εφέσεις των εναγόντων - εκκαλούντων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέα, ως αβάσιμοι.". Ακολούθως, κατόπιν εξαφανίσεως της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, εδέχθη ότι αποκλειστικός κύριος και επί του επιδίκου αυλείου χώρου, εμβαδού 16 τ.μ. ευρισκομένου εντός του οικοπέδου , επί του οποίου υφίσταται οικοδομή υπαχθείσα, κατά τις σχετικές παραδοχές, στις διατάξεις του ν. 3743/1929, είναι ο αναιρεσίβλητος, κύριος διηρημένης ιδιοκτησίας επί της εν λόγω οικοδομής.
Στην εν λόγω δε δικαιοδοτική κρίση οδηγήθηκε κατόπιν ερμηνείας του υπ' αριθμ. .../1942 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τζερμιάδων Γεωργίου Παπαδάκη, διά του οποίου ο κοινός απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Ε. Π. μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο διακεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία της άνω οικοδομής.
Με την κρίση του όμως αυτή εσφαλμένως εφήρμοσε και ερμήνευσε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις του ν. 3743/1929 και 173, 200 και 1117 ΑΚ, όσον αφορά τον αύλειο χώρο της οικοδομής. Τούτο δε διότι η διά της ερμηνευτικής οδού κατάφαση ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε, κατά παράγωγο τρόπο, αποκλειστικά κύριος και της αυλής , επί της οποίας, όμως, υφίσταται αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συγχρήσεως όλων των κυρίων των ορόφων ή διαμερισμάτων ορόφων, αντίκειται όχι μόνο στις άνω διατάξεις που θεσπίζουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συγχρήσεως όλων των κυρίων ορόφων ή διαμερισμάτων ορόφων, αλλά και στις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις, κατά τις οποίες ο ακάλυπτος χώρος της αυλής συναρτάται με την εν γένει λειτουργικότητα των διακεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Επίσης, κρίνοντας, με επάλληλη αιτιολογία, καταφατικώς περί της κτήσεως κυριότητος από τον αναιρεσίβλητο επί του ιδίου αυλείου χώρου και δια χρησικτησίας, εσφαλμένως εφήρμοσε και ερμήνευσε τις περί χρησικτησίας άνω διατάξεις, αφού ο επίδικος αυτός χώρος, ως κοινόχρηστος, είναι ανεπίδεκτος νομής χρησικτησίας.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, κατά το πρώτο αυτών μέρος, του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Περαιτέρω , όσον αφορά την με πρωτότυπο τρόπο κτήση της κυριότητος από τον αναιρεσίβλητο επί της επιδίκου οριζοντίου ιδιοκτησίας των 50,97 τ.μ., το Εφετείο δεν έσφαλε, στερώντας την απόφαση του νομίμου βάσεως, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού με τις αμέσως πιο πάνω πλήρεις και σαφείς παραδοχές του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως κυριότητος από τον αναιρεσίβλητο επί της επιδίκου οριζοντίου ιδιοκτησίας των 50,97 τ.μ.
με παράγωγο τρόπο από πρόσωπο που απέκτησε πρωτοτύπως την επ' αυτής κυριότητα δι εκτάκτου χρησικτησίας, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των περί χρησικτησίας διατάξεων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ερευνώμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
II. Επειδή, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτών μέρος, καθώς και με τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ιδίων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων του ν. 3743/1929, 173, 200 και 1117 του ΑΚ, όσον αφορά την κρίση του Εφετείου περί της προς τον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου μεταβιβάσεως της άνω επιδίκου οριζοντίου ιδιοκτησίας των 50,97 τ.μ.
με το υπ' αριθμ. .../1942 δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Τζερμιάδων Γεωργίου Παπαδάκη. Η αιτίαση όμως αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται και ως τοιαύτη είναι απορριπτέα, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εστήριξε την δικαιοδοτική του κρίση ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου κατέστη κύριος της εν λόγω ιδιοκτησίας και κατά τρόπο πρωτότυπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία.
Η επάλληλη αυτή αιτιολογία, ως προς την οποία, όμως, ο αμέσως ανωτέρω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ απερρίφθη ως αβάσιμος, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει και ειδικότερα ως προς τον επίδικο αύλειο χώρο των 16 τ.
μ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, συμφωνά με το άρθρο 580 & 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από τον νόμο 4055/2012, αφού η υπόθεση συζητήθηκε στις 8-2-2012, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου (2-4-2012, Ολ.ΑΠ 4/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Αναιρεί την 428/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναίρεσε ιόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ