Supreme Court dismisses appeal against bank promotion decision, upholding administrative discretion in internal personnel selections.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against the First Instance Court's rejection of an internal promotion claim. The bank argued that the promotion process violated a 1997 operational circular requiring public announcements for director positions, while the opposing party contended the specific appointment lacked such procedural safeguards. The court ruled that the circular did not apply to internal promotions of directors in provincial branches, thereby validating the bank's discretionary selection process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 100, 102, 103, 104 of the Agricultural Bank of Greece Organization Law; The Supreme Court held that internal promotions to director positions in provincial branches are subject to administrative discretion and do not require the public announcement procedures mandated for general vacancies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1474 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1474/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα. Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιανουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8838/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 6-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος και να γίνει δεκτός ο δεύτερος, κατ΄ αμφότερα τα σκέλη του καθένας αντιστοίχως, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 εδ. α'- γ', 102, 103, 104 παρ.1 εδ. α' ,106 παρ.3 εδ .α' και 107 του ισχύ νόμου έχοντος Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. με ν.δ. 213/1973, ΦΕΚ Α' 270 /1973 ) συνάγεται ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του Υποδιευθυντή και του Διευθυντή γίνονται, κατ' απόλυτη εκλογή, από το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) της Τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.
Το συμβούλιο αποφαίνεται , με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101-104 του Οργανισμού της ΑΤΕ και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά, προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά την κρίση του συμβουλίου, χρήσιμο για την αξιολόγηση των κρινόμενων στοιχείο.
Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται οι υπάλληλοι εκείνοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα, τόσο τη γενική (ΓΥΑ -χρόνος προσλήψεως ), όσο και την ειδική (ΕΥΑ-κατεχόμενου βαθμού), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.
Η κρίση του ΔΣ ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνο ως προς τη νομιμότητά της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο έλεγχος της συμμόρφωσής του προς τις επιταγές του άρθ. 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε άσκηση δικαιώματος, είτε τούτο απορρέει από το δημόσιο είτε από το ιδιωτικό δίκαιο. Έτσι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβάλλεται στη δικαστική κρίση αποδειχθεί ότι το ΔΣ της ΑΤΕ παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλό της ο οποίος καταφανώς υπερείχε άλλου συναδέλφου του - πού κατά τις ίδιες κρίσεις προήχθη- και έπρεπε, σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, να προαχθεί, υπερβαίνοντας έτσι προφανώς τα όρια πού το άρθρο 281 ΑΚ επιβάλλει στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων, την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματός του, ως συλλογικού οργάνου κρίσεως, η απόφασή του είναι αντίθετη με το νόμο (το άρθρ. 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (άρθρ. 174, 180 ΑΚ) και θα αναγνωριστεί δικαστικώς ότι ο υπάλληλος έπρεπε να προαχθεί.
Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : Ο ενάγων – αναιρεσίβλητος, ήδη συνταξιούχος, προσελήφθη από την εναγομένη- αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 12-7-1977, ως υπάλληλος, με το βαθμό του Λογιστή Β΄, στις 12-7-1979 μετατάχθηκε στον κλάδο των Γεωργοοικονομολόγων και ακολούθως προήχθη, κατ' απόλυτη εκλογή, από 12-7-1985 στο βαθμό του Γεωργοοικονομολόγου Α΄ (αντίστοιχο του Τμηματάρχη Α΄) και από 19-12-1990 (δυνάμει της 1280/1993 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών) στο βαθμό του Υποδιευθυντή, στον οποίο συμπλήρωσε ενός έτους ευδόκιμη υπηρεσία στις 19-12-1991.
Έκτοτε είχε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή. Από την πρόσληψή του ως άνω, και μετά επταετή προϋπηρεσία στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (η οποία αναγνωρίστηκε από την αναιρεσίβλητη), άσκησε επιτυχώς υπεύθυνα καθήκοντα : 1.Αναπληρωτή Πρϊσταμένου Τμήματος Γεωργοοικονομικών Μελετών της Δ/νσεως Μελετών και Προγραμματισμού από 21-6-1983 μέχρι 13-5-1984, 2.
Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Αγροτικής Παραγωγής καιΤεχνολογίας της ίδιας Δ/νσεως από 14-5-1984 μέχρι 13-1984, 3. Προϊσταμένου του αυτού Τμήματος από 7-1-1985 μέχρι 8-12-1993, 4. Προέδρου στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού, με απόσπαση, από 9-12-1993 μέχρι 29-8-1994, 5. Υποδιευθυντή – Συμβούλου Διοικήσεως στη Διεύθυνση Προσωπικού, από 6-6-1994 μέχρι 22-11-1995, ενώ συνεχιζόταν η απόσπασή του στον Εθν.
Οργανισμό Καπνού που διεκόπη στις 29-8-1994, 6. Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Δ/νσεως Μελετών και Προγραμματισμού από 23-11-1995 μέχρι 2-10-2000 και 7. Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Δ/νσεως Συμβουλευτικών Υπηρεσιών για θέματα για θέματα της Υποδ/νσεως Οικονομικών Αναλύσεων από 3-10-2000 μέχρι 30-4-2002 (όταν παραιτήθηκε για συνταξιοδότηση).
Είναι από το έτος 1968 πτυχιούχος της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, στην οποία φοίτησε ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ.. Το έτος 1975, με υποτροφία του Εθν. Οργανισμού Καπνού, μετεκπεδεύεται σε θέματα Γεωργικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο DAVIS CALIFORNIA και ύστερα από σπουδές δύο ετών απέκτησε MASTER OF SCIENCE Γεωργικής Οικονομίας.
Το έτος 1987 απέκτησε δίπλωμα (με «άριστα») Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, εργάστηκε δε ως εξωτερικός καθηγητής Πανεπιστημίου στο Ινστιτούτο Χανίων, για παρακολούθηση και κατάρτιση μεταπτυχιακών μελετών διαφόρων επιστημόνων. Γνωρίζει άριστα την αγγλική και σχετικά καλά τη γαλλική. Σε όλα τα Φύλλα Ποιότητας (Φ.Π.) της Υπηρεσιακής του Μονάδας, μέχρι και τον βαθμό του Γεωργοοικονομολόγου Α΄, χαρακτηρίζεται «άριστος» (μονάδες 389 μέχρι 394).
Ειδικά στο Φ.Π. του έτους 1990 αναφέρεται ότι «έχει γνώση του αντικειμένου του, μεγάλη εργατικότητα και όλα τα προσόντα του καλού ερευνητή». Έχει παρακολουθήσει τρία (3), αναφερόμενα, επιμορφωτικά σμινάρια. Συμμετείχε σε πολλές Εθνικές Επιτροπές, Αποστολές και Ομάδες Εργασίας, ως εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, και σε Επιτροπές που συστάθηκαν από την αναιρεσείουσα.
Από τις 21-6-1983 μέχρι την παραίτησή του, ως άνω, εκπόνησε διάφορες μελέτες για την ανάπτυξη της Ελληνικής γεωργίας και την άσκηση της αγροτικής πίστης, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από τις εκάστοτε διοικήσεις της αναιρεσείουσας, για την χάραξη της γεωργικής και οικονομικής πολιτικής. Επίσης συνέταξε αρκετές επιστημονικές εργασίες, οι σημαντικότερες των οποίων δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή επιστημονικά περιοδικά ή δημοσιεύτηκαν, ως μονογραφίες, από την αναιρεσείοουσα.
Έδωσε, τέλος, διαλέξεις που οργάνωσε η αναιρεσείουσα για την αγροτική οικονομία, τη γεωργική ανάπτυξη, την οργάνωση της γεωργικής έρευνας και τη στελέχωση των γεωργικών συνεταιρισμών. Δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-4-2001, για την πλήρωση (18) κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Διευθυντή, το Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας παρέλειψε τον αναιρεσίβλητο, ενώ προήγαγε, μεταξύ άλλων, προτεινομένων από τον ίδιο προς σύγκριση, τον ομοιόβαθμό του Χ1, που αναφέρεται ως «πρώτος στη σειρά κατάταξης». Ο Χ1 προσελήφθη στις 20-4-1971, ως Υπολογιστής. Προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή στις 28-6-1995. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα : 1.
Προϊσταμένου γραφείου χορηγήσεων σε Κατάστημα της Θεσσαλονίκης από 15-3-1985 μέχρι 2-12-1990, 2. Προϊσταμένου λογιστηρίου στο ίδιο Κατ/μα από 3-12-1990 μέχρι 11-10-1992, 3. Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Δ/νσεως Αγροτικής Πίστης από 12-10-1992 μέχρι 21-4-1994, 4. Προϊσταμένου λογιστηρίου σε Κατ/μα της Θεσσαλονίκης από 22-4-1994 μέχρι 7-5-1995, 5.
Διευθυντή σε κατάστημα των Γιαννιτσών, με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδ/ντή από 9-5-1995 και οριστικά με το βαθμό του Δ/ντή από 15-2-2001 μέχρι 26-4-2001 και με το βαθμό του Διευθυντή οριστικά από 27-4-2001 και εφεξής. Κατέχει από το 1968 πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει τρία (3) σεμινάρια, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα (στοιχειωδώς μόνο αγγλική) και δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά.
Σε όλα τα Φ.Π. της Υπηρεσιακής του Μονάδας, μέχρι και τον βαθμό του Τμηματάρχη Α΄, χαρακτηρίζεται «άριστος» (μονάδες από 380 μέχρι 383), ειδικά Δε στο Φ.Π. του έτους 1990 αναφέρεται ότι «είναι ικανότατο στέλεχος, μπορεί και πρέπει να αναλάβει καθήκοντα ανώτερα από αυτά που ασκεί». Από τη στάθμιση και συνολική εκτίμηση των πιο πάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του προαχθέντος Χ1 με εκείνα του αναιρεσίβλητου και ανάλογα με τη βαρύτητα κάθε αξιολογητέου στοιχείου, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, εκτός από την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) υπερέχει καταφανώς ως προς όλα τα άλλα (τίτλους σπουδών, μετεκπαίδευση, ξένες γλώσσες, διδακτικό και συγγραφικό έργο, συμμετοχή σε Επιτροπές, Αποστολές και Ομάδες εργασίας, για θέματα υπηρεσιακού ενδιαφέροντος, δραστηριότητα επωφελή για την αναιρεσείουσα, σεμινάρια, βαθμολογία στα Φ.Π.) και έχει υπηρεσιακή απόδοση και γενικά καταλληλότητα.
Ενόψει τούτων – συνεχίζει το Εφετείο – η παράλειψη προαγωγής στο βαθμό του διευθυντή του αναιρεσίβλητου, ο οποίος προφανώς υπερτερούσε ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του προαχθέντος Χ1 , είναι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ.. Εξάλλου, οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του, που επίσης παραλείφθηκαν κατά τις ίδιες προαγωγικές κρίσεις της 27-4-2001 και προτείνει η αναιρεσείουσα προς σύγκριση, δεν υπερέχουν απλώς αυτού (αναιρεσίβλητου).
Ειδικότερα : Α) Ο αναιρεσίβλητος σε σύγκριση με τον Χ2 : α. Υπερτερεί στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Ε.Υ.Α.), στο βαθμό του υπ/ντή (19-12-1990 ο αναι ρεσίβλητος, 28-6-1995 ο Χ2 ), στους τίτλους σπουδών (τρία πτυχία, από τα οποία το ένα διδακτορικό, έναντι δύο ΑΣΟΕΕ και Παντείου), στο διδακτικό και συγγραφικό έργο(ο Χ2 δεν έχει τέτοια έργα), είναι ισοδύναμος στη συμμετοχή σε Ομάδες εργασίας και Επιτροπές ως και στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, γ) υστερεί στη Γ.Υ.Α.(12-7-1977 ο αναιρεσίβλητος, 17-4-1974 ο Χ2 ), στα σεμινάρια (τρία έναντι έξι) και στη βαθμολογία των Φ.Π. (αμφότεροι χαρακτηρίζονται «άριστοι», με μονάδες 389 – 394 έναντι 390-396).
Β. Ο αναιρεσίβλητος σε σύγκριση με τον Χ3 : α. υπερτερεί στην Ε.Υ.Α., στον βαθμό του Υποδ/ντή (19-12 1990 έναντι 28-6-1995), στους τίτλους σπουδών (τρία πτυχία, από τα οποία το ένα διδακτορικό, ο αναιρεσίβλητος, ένα πτυχίο ο Χ3 , του Πανεπιστημίου Πειραιώς), στη βαθμολογία των Φ.Π. (αμφότεροι χαρακτηρίζονται «άριστοι», με μονάδες 389-384 έναντι 370-380), στο διδακτικό και συγγραφικό έργο (ο Χ3 δεν έχει τέτοια έργα), β) είναι ισοδύναμος στη συμμετοχή σε Ομάδες εργασίας και Επιτροπές ως και στην άσκηση των αναφερομένων υπευθύνων καθηκόντων, Βάσει αυτών, το Εφετείο έκρινε την πιο πάνω (διακωλυτική) ένσταση της αναιρεσείουσας απορριπτέα ως αβάσιμη.
Ακολούθως, μετ' απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια και έκρινε βάσιμη στην ουσία την ένδικη αγωγή. Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.. Διέλαβε Δε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 281 Α.Κ., ως και των άρθρων 37 και 104 του Οργανισμού της Α.Τ.Ε, σχετικά με τις εν λόγω προαγωγικές κρίσεις της 27-4-2001, και έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, υπό αμφότερες τις αντίθετες αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (διακωλυτική ένσταση) της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα προαγόταν κατά τις εν λόγω κρίσεις (της 27-4-2001) αφού κατ' αυτές παραλείφθηκαν οι προαναφερόμενοι δύο ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του (Χ2 και Χ3), οι οποίοι υπερείχαν απλώς αυτού σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, και τον απέρριψε στην ουσία, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι α) παραβίασε την από 24-6-1997 Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., όπως ισχύει, με το να μη δεχθεί ότι με αυτή θεσπίστηκε σύστημα τοποθετήσεων «με προκήρυξη» συγκεκριμένων οργανικών θέσεων και εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους ενδιαφερόμενους γι' αυτές, μεταξύ των οποίων και εκείνη του Διευθυντή του Καταστήματος Ιωαννίνων, υπό το οποίο (σύστημα) το Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας προέβη στις επίμαχες κρίσεις της 27-4-2001, και β) δεν έλαβε υπόψη τον, παραδεκτά προταθέντα, ισχυρισμό της ότι ο αναιρεσίβλοητος δεν είχε υποβάλει αίτηση για να συμμετάσχει στην καθιερωθείσα ως άνω διαδικασία αξιολόγησης προς κατάληψη της πιο πάνω θέσεως, η οποία προκηρύχθηκε σύμφωνα με την ισχύουσα Ε.Σ.Σ.Ε.
και στην οποία είχε υπηρετήσει ευδοκίμως περισσότερο από ένα (1) έτος ο Χ1 που τελικά επιλέχθηκε ως πρώτος στη σειρά κατάταξης με το παραπάνω σύστημα αξιολόγησης. Ο λόγος αυτός, ενόψει του ότι, σύμφωνα με την ω άνω (από 24-6-1997) Ε.Σ.Σ.Ε., το νέο σύστημα επιλογής στελεχών και πλήρωσης υπευθύνων θέσεων με προκήρυξη δεν εφαρμόζεται για τοποθετήσεις σε θέσεις Διευθυντών Καταστημάτων που εδρεύουν σε πρωτεύουσες νομών, όπως το κατάστημα των Ιωαννίνων, και του ότι εδώ πρόκειται προαγωγή σε θέση Διευθυντή και όχι τοποθέτηση απλώς Διευθυντή στο άνω κατάστημα της Α.Τ.Ε., είναι απορριπτέος, κατά μεν την πρώτη αιτίαση ως αβάσιμος, κατά δε τη δεύτερη ως απαράδεκτος αφού ο σχετικός ισχυρισμός ουδεμία ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2004 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», για αναίρεση της 8838/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα(770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ