Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding bank deposit evidence and admission rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court improperly considered payment orders with forged signatures and failed to recognize the bank's admission of owing €330,000. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not specify which documents were forged and the bank's failure to submit further receipts did not constitute a judicial admission under the law. Consequently, the cassation request was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 577(3), 830, 495(3) of the Code of Civil Procedure; Judicial admission requires a specific intent to acknowledge a harmful fact before the court and does not arise merely from the non-submission of additional evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1473 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1473/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πετρουτσόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4892/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5177/2018 μη οριστική και 5668/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/10/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 5668/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά την παραδοχή της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη εφέσεως κατά της υπ' αρ. 4892/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί ερήμην της και είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσείοντος και την εξαφάνιση αυτής (δυνάμει της προηγούμενης αναβλητικής υπ' αρ. 5177/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών), απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη τράπεζα του οφείλει από σύμβαση τραπεζικής καταθέσεως το ποσό των 347.126,93 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της αποδόσεως ισχύουν σε περίπτωση αμφιβολίας οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.
Έτσι, και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποιήσεως των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ` αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτήν χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που γίνεται μόνο προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε, αν αυτή γίνει προς άλλο πρόσωπο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτή ή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 3 του Ν.Δ/τος της 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, η οποία ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, ορίζουσα ότι "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ` αυτής υπογραφής του δικαιούχου απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία".
Τέτοια απόδειξη καταθέσεως χρημάτων είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια καταθέσεως και αναλήψεως, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της.
Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή (θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί), εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 448 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ' αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε με μηχανική καταχώρηση, επιτρέπεται, δε, μόνον, ανταπόδειξη, κατά της αλήθειας των εγγραφών.
Επομένως, κάθε φορά που η τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ` αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. Δ/τος17-7/13-8-1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της καταθέσεώς του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.
Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή διατηρείται άθικτη η εναντίον της τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα ότι η τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σε αυτήν και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ` αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης.
Συνακόλουθα, η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της καταθέσεώς του συνιστά αθέτηση συμβάσεως από μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή δεν γίνεται από την τράπεζα σε βάρος του καταθέτη, αλλά από τον τρίτο σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι η κυρία των χρημάτων που είχαν κατατεθεί σε αυτήν και συνεπώς, είναι αυτή που ζημιώθηκε από την απώλειά τους.
Η ευθύνη της τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρο 332 παρ. 1ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. (ΑΠ 71/2022, ΑΠ 1601/2022) .
Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της αποδείξεως στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1382/2019, 1693/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του, αν και αποδεικνύονταν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε αυτός όλα τα κατά νόμο στοιχεία της, επιρρίπτοντάς του εσφαλμένα το βάρος της μη προσκομίσεως της κινήσεως του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθώς και του τραπεζικού βιβλιαρίου, αφού την κίνηση του εν λογαριασμού όφειλε να προσκομίσει η αναιρεσίβλητη για την απόδειξη της ενστάσεως εξοφλήσεως που αυτή προέβαλε.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην εναγομένη και ήδη, εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (Κατάστημα νήσου Μήλου), ο ενάγων και ήδη, εφεσίβλητος άνοιξε στις 04-06-2004 προθεσμιακό λογαριασμό, με συνδικαιούχο τη σύζυγό του Ευγενία Κάτρη, για τον οποίο εκδόθηκε ο υπ' αριθμ. ...
Τίτλος κοινής Προθεσμιακής Κατάθεσης, ποσού τριακοσίων σαράντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (344.827,50), υπό τους ειδικότερα αναφερομένους σ' αυτόν όρους, με ημερομηνία έναρξης στις 04-06-2004 και ημερομηνία λήξης στις 07-09-2004, οπότε κατά τη λήξη του, υπολογιζομένων και των πιστωτικών τόκων, θα ανερχόταν στο ποσό των τριακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων επτακοσίων είκοσι δύο ευρώ και σαράντα λεπτών (346.722,40) και σε πίστωση του υπ' αριθμ. ...
κοινού τραπεζικού λογαριασμού καταθέσεων, που αυτός είχε ανοίξει, στα πλαίσια συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης και διατηρούσε στην εναγομένη Τράπεζα, στον οποίο συνδικαιούχος ήταν, επίσης, η σύζυγός του (βλ. την προσκομιζομένη μετ' επικλήσεως Απόδειξη Προθεσμιακής Κατάθεσης), όπως τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται, ειδικά, από την εναγομένη και, συνεπώς, συνομολογούνται από αυτή (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ).
Κατά την ως άνω χρονική περίοδο, στο κατάστημα της εναγομένης Τράπεζας, υπηρετούσε, ως Διευθύντρια, η θυγατέρα του ενάγοντος, Α. Κ.. Επίσης, φέρεται ότι ο ενάγων και η σύζυγός του ήταν συνδικαιούχοι και ετέρου προθεσμιακού λογαριασμού, για τον οποίο εκδόθηκε ο υπ' αριθμ. ... Τίτλος κοινής Προθεσμιακής Κατάθεσης, ποσού τριακοσίων σαράντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (344.827,50), με ημερομηνία έναρξης στις 04-11-2005 και ημερομηνία λήξης στις 04-02-2006, οπότε κατά την λήξη του, υπολογιζομένων και των πιστωτικών τόκων, θα ανερχόταν στο ποσό των τριακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν είκοσι επτά ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (347.127,32) - (βλ.
την προσκομιζομένη μετ' επικλήσεως Απόδειξη Προθεσμιακής Κατάθεσης). Όμως, ενώ η τελευταία αυτή προθεσμιακή κατάθεση φέρεται να λήγει στις 04-02-2006, ο ενάγων μόλις στις 23-03-2009, απευθύνει προς την εναγομένη τραπεζική εταιρεία αίτηση, με θέμα "Καταθετικοί λογαριασμοί" και το ακόλουθο, κατά λέξη, περιεχόμενο: "Παρακαλώ με την ιδιότητά μου ως δικαιούχου καταθετικού λογαριασμού και με έξοδά μου, να μου χορηγήσετε εντός των προβλεπομένων από το νόμο προθεσμιών :
α) αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών, που διατηρώ στο κατάστημα Μήλου της Τράπεζάς σας, β) αντίγραφα των παραστατικών των χρεωπιστωτικών κινήσεων, που έχουν πραγματοποιηθεί στους εν λόγω λογαριασμούς, γ) αντίγραφα των συμβάσεων, των προσθέτων πράξεων αυτών και των καρτελών ανοίγματος των παραπάνω λογαριασμών και δ) τέλος, να με πληροφορήσετε, άμεσα, εντός τριών ημερών : i) για το ακριβές υπόλοιπό των, όπως και ii) για τα επιτόκια που έχετε εφαρμόσει...".
Κατόπιν της αιτήσεώς του αυτής, η Τράπεζα πληροφόρησε τον ενάγοντα, ότι την 01-04-2009, ο επίδικος υπ' αριθμ. ... λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο τριάντα εννέα (0,39) λεπτά. Στη συνέχεια, δε, με την από 08-04-2009 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ... και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ... αίτησή του, επικαλούμενος έννομο συμφέρον και επείγουσα περίπτωση, ζήτησε να διαταχθεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, η, παρά της καθής τραπεζικής εταιρείας, επίδειξη, δια της χορηγήσεως σ' αυτόν των κινήσεων των τραπεζικών του λογαριασμών, που τηρούντο στο κατάστημα της νήσου Μήλου της καθής, αντιγράφων των παραστατικών των χρεωπιστωτικών κινήσεων, που είχαν πραγματοποιηθεί στους λογαριασμούς αυτούς, αντίγραφα των συμβάσεων και των προσθέτων πράξεων και των καρτελών ανοίγματος των παραπάνω λογαριασμών, καθώς και έγγραφο, στο οποίο θα αναγράφεται το υπόλοιπο των τραπεζικών του λογαριασμών και τα επιτόκια, που είχαν εφαρμοστεί.
Επί της υποθέσεως αυτής, εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η υπ' αριθμ. 7347/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία πιθανολόγησε, ότι στο κατάστημα της καθής, στη νήσο Μήλο και στο όνομα του αιτούντος είχαν ανοιχθεί τουλάχιστον τέσσερις (4) τραπεζικοί λογαριασμοί και συγκεκριμένα ο υπ' αριθμ. ...
λογαριασμός, με υπόλοιπο την 01-04-2009 ποσό πέντε χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (5.855,33), ο επίδικος υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος την 01-04-2009 παρουσίαζε υπόλοιπο τριάντα εννέα (0,39) λεπτά, ο υπ' αριθμ. 5704-021028-377 λογαριασμός, με μηδενικό υπόλοιπο την 01-04-2009 και ο υπ' αριθμ. 5704-0375528-591 λογαριασμός, με υπόλοιπο την ίδια ημερομηνία τετρακόσια τριάντα ένα ευρώ και ενενήντα ένα λεπτά (431,91).
Έτσι και εφόσον στο μεταξύ ο αιτών είχε ασκήσει κατά της καθής, αλλά και των υπ' αυτής προστηθέντων οργάνων, την από 05-05-2009 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ... και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5049/07-05-2009 αγωγή του, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την παραπάνω απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αίτηση επίδειξης των αιτουμένων εγγράφων και υποχρέωσε την καθής τραπεζική εταιρεία να επιδείξει, με δαπάνες του αιτούντος και μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης, δια της χορήγησης αντιγράφων, την κίνηση των μνημονευομένων τραπεζικών του λογαριασμών, μεταξύ των οποίων και του επιδίκου υπ' αριθμ. ...
τραπεζικού λογαριασμού που τηρούντο στο κατάστημα της καθής της νήσου Μήλου, αντίγραφα των παραστατικών των χρεωπιστωτικών κινήσεων των τραπεζικών του λογαριασμών, καθώς και των συμβάσεων αυτών και των προσθέτων πράξεων, καθώς και των καρτελών ανοίγματος αυτών, με την απειλή εις βάρος της χρηματικής ποινής δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, για την περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς την διάταξη αυτή της απόφασης.
Ωστόσο, αντίγραφα της κινήσεως των λογαριασμών του και των άλλων εγγράφων, την χορήγηση των οποίων διέταξε η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν προσκομίζει ο ενάγων. Εξάλλου, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την, προγενέστερη της παρούσας, από 05-05-2009 αγωγή του, που έστρεφε κατά της ως άνω τραπεζικής εταιρείας, της Α.
Κ., υπό την ιδιότητά της ως Διευθύντριας και του Σ. Η., υπό την ιδιότητά του ως Περιφερειακού Διευθυντή Νήσων Αιγαίου της Τράπεζας και η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη Τράπεζα στις 12-05-2009, όπως, τούτο, προκύπτει από την σχετική επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.
Λ.. Στην αγωγή εκείνη, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας ορίστηκε στις 10-02-2011, ο ενάγων εξέθετε ότι είχε προβεί, δυνάμει των μνημονευομένων αποδείξεων προθεσμιακών καταθέσεων, σε κατάθεση στον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό, χρηματικών ποσών, το συνολικό ύψος των οποίων το έτος 2005 ανερχόταν στο ποσό των τριακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν είκοσι επτά ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (347.127,32 ) και ότι, ενώ, ούτε ο ίδιος, ούτε η συνδικαιούχος του λογαριασμού αυτού σύζυγός του είχαν προβεί σε αναλήψεις, τον Μάρτιο του έτους 2009, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς του, έλαβε από την Τράπεζα βεβαίωση, ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του αυτού, ήταν τριάντα εννέα (0,39) λεπτά.
Ότι, είχε αναθέσει στην δευτέρα των εναγομένων, θυγατέρα του και προστηθείσα από την πρώτη των εναγομένων Τράπεζα υπάλληλό της, την παρακολούθηση της πορείας των λογαριασμών του, λόγω της εύλογης εμπιστοσύνης, που είχε στο πρόσωπό της, λαμβάνοντας ενημέρωση αποκλειστικά από εκείνη, για όλα τα θέματα, που αφορούσαν τους λογαριασμούς του, η οποία με την κάλυψη του τρίτου των εναγομένων Περιφερειακού Διευθυντή της Τράπεζας, χρησιμοποιούσε εν αγνοία του και προς ίδιον όφελος τα χρηματικά ποσά του παραπάνω λογαριασμού του, εκδίδοντας ανυπόγραφα εντάλματα για αναλήψεις και μεταφορές αυτών.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, κατά τις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεις, ήτοι κατά την εκ της συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης βάση της ως άνω αγωγής η πρώτη των εναγομένων, αλλά και κατά την εξ' αδικοπραξίας βάση της, ως προστήσασα τους υπαλλήλους αυτής και με βάση τις περί αδικοπραξίας διατάξεις οι λοιποί εναγόμενοι, να του αποδώσουν το χρηματικό ποσό των τριακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν είκοσι επτά ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (347.127,32), καθώς και το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη, από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις των προστηθέντων από την εναγομένη Τράπεζα οργάνων της.
Ακολούθως, δε, άσκησε κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, την υπό κρίση από 30-06-2011 αγωγή του, όπως το περιεχόμενο αυτής αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας απόφασης, με την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ως άνω πρώτης κατά χρονολογική σειρά αγωγής. Περαιτέρω, από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στη σχετική θέση της παρούσας απόφασης προέκυψε ότι, η εναγομένη τραπεζική εταιρεία, στα πλαίσια της δίκης, που ανοίχθηκε με την προαναφερθείσα και δεύτερη κατά χρονολογική σειρά, κύρια αγωγή, με το από 02-08-2011 και με γενικό αριθμό καταθέσεως ...
και αριθμό καταθέσεως δικογράφου 8120/04-08-2011 αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο ενσωμάτωσε το περιεχόμενο της κύριας αγωγής, που είχε ασκηθεί εναντίον της, προσεπικάλεσε την Α. Ν. Κ., ευθυνομένη υπό την ιδιότητά της ως Διευθύντρια απέναντι της, ώστε να παρέμβει αναγκαστικώς υπέρ αυτής στην ως άνω εκκρεμή δίκη, επικαλούμενη ότι η προσεπικαλουμένη, εκμεταλλευόμενη την ιδιότητά της αυτή, ενεπλάκη σε χρεοπιστώσεις και μεταφορές χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό του ενάγοντος και ότι από τις αντισυμβατικές, παράνομες και υπαίτιες πράξεις της ενέχεται προς αποζημίωσή της, εκ της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, αλλά και λόγω αδικοπραξίας.
Επιπλέον, ισχυρίστηκε, ότι η προσεπικαλουμένη φέρεται να είναι και συνδικαιούχος του επιδίκου λογαριασμού και ότι η ίδια προέβη, αφενός σε αναλήψεις χρηματικών ποσών, υπογράφοντας τα σχετικά παραστατικά, αφετέρου σε χρεώσεις του λογαριασμού μέσω της ηλεκτρονικής τραπεζικής (winbank). Στο ίδιο δικόγραφο, σώρευσε και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως εξ' αναγωγής κατ' αυτής, με την οποία ζήτησε, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της εναντίον της κύριας, ως άνω, αγωγής, να υποχρεωθεί η προσεπικαλούμενη να της καταβάλει, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, που η ίδια, τυχόν, θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, καθώς και να καταδικασθεί η αντίδικός της στη δικαστική της δαπάνη.
Η ως άνω προσεπίκληση, μετά της σωρευόμενης στο δικόγραφο αυτής παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως εξ' αναγωγής, δεν συζητήθηκε κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 13-03-2014, αλλά κατόπιν αποδοχής του αιτήματος που υπέβαλε η πληρεξούσια δικηγόρος της προσεπικαλούσας - παρεμπιπτόντως ενάγουσας, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο στις 17-11-2016.
Ωστόσο, ο ενάγων, που φέρει και το οικείο βάρος της αποδείξεως, δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν την παραδοχή των αγωγικών ισχυρισμών του, με την έννοια της ασφαλούς δικανικής πεποίθησης. Ειδικότερα, από κανένα βάσιμο και ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψαν πράξεις ή παραλείψεις της Διευθύντριας του καταστήματος της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας Α.
Κ., όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό, τις οποίες ο ενάγων αγνοούσε ή ότι αυτός δεν είχε ενημερωθεί, σχετικά με την κίνηση του επιδίκου λογαριασμού. Αντίθετα, από την εκτίμηση του νομίμως επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού και τις διασαφήσεις της νυν Διευθύντριας του καταστήματος της εναγομένης Τράπεζας, στη νήσο Μήλο, Μαρίας Νικ.
Νίνου, η οποία την επίδικη περίοδο υπηρετούσε στο κατάστημα αυτό και ήταν υφιστάμενη της Α. Κ. και, ως εκ της ιδιότητάς της αυτής, έχει άμεση γνώση της υπόθεσης, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, ο επίμαχος τραπεζικός λογαριασμός εκινείτο από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος μία φορά το μήνα επισκεπτόταν το κατάστημα της εναγομένης, έπαιρνε τη σύνταξή του και ενημέρωνε τα βιβλιάριά του για την κίνηση και το υπόλοιπο των λογαριασμών του, αλλά και από τη θυγατέρα του Α.
Κ., η οποία είχε την εντολή διαχείρισης των χρημάτων του και προέβαινε, κατ' εντολή και για λογαριασμό του, σε σταδιακή ανάληψη διαφόρων χρηματικών ποσών, χωρίς αυτός να αμφισβητεί το ποσό του λογαριασμού του, όπως αυτό διαμορφωνόταν μετά από κάθε ανάληψη. Με βάση τα παραπάνω, αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι ο ενάγων γνώριζε και συναινούσε στην τακτική ανάληψης χρηματικών ποσών από τον επίδικο λογαριασμό από την θυγατέρα του.
Εξάλλου, δεν προσκομίζει ο ενάγων το βιβλιάριο καταθέσεων του επιδίκου υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού στο όνομά του και στο όνομα της συνδικαιούχου συζύγου του, από το περιεχόμενο του οποίου θα προέκυπταν οι κινήσεις και το υπόλοιπο του καταθετικού λογαριασμού στις 04-11-2005, ώστε να αποδειχθεί ότι, κατά την ημερομηνία έναρξης της δεύτερης προθεσμιακής κατάθεσης, της οποίας το κεφάλαιο, μαζί με την απόδοσή του σε τόκους, διεκδικεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του, από την εναγομένη Τράπεζα, με την ιδιότητα της θεματοφύλακος, υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο εκ τριακοσίων σαράντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (344.827,50) στον ως άνω λογαριασμό, λαμβανομένου υπόψη και του ότι στην υπ' αριθμ. ...
Απόδειξη Προθεσμιακής Κατάθεσης, στην οποία φέρεται, ότι επανατοποθετήθηκε το κεφάλαιο της υπ' αριθμ. ... προθεσμιακής κατάθεσης, δεν αναφέρεται αριθμός πιστουμένου λογαριασμού. Είναι, δε, χαρακτηριστικό, ότι το κεφάλαιο της ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης, ταυτίζεται με εκείνο της υπ' αριθμ. ... προθεσμιακής κατάθεσης (χωρίς την προσαύξηση με τους οφειλομένους τόκους, κατά το χρόνο λήξεώς της), στοιχείο, το οποίο, εμμέσως, πλην , σαφώς, καταδεικνύει ότι η προθεσμιακή αυτή κατάθεση διακόπηκε, σε χρόνο, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τα στοιχεία της δικογραφίας, σε κάθε περίπτωση, όμως, πριν από τη λήξη της (07-09-2004), όπως βάσιμα η εναγομένη ισχυρίζεται.
Όπως, δε, ήδη, επισημάνθηκε, στην υπ' αριθμ. ... απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης, η οποία φέρει, μόνον, την υπογραφή της Διευθύντριας του καταστήματος της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, θυγατέρας του ενάγοντος, όχι, όμως και την υπογραφή του, δεν αναφέρεται αριθμός πιστούμενου λογαριασμού, στοιχείο κρίσιμο, ώστε να αποδειχθεί ότι, στις 04-11-2005 υπήρχε πράγματι κατατεθειμένο στον επίμαχο λογαριασμό το ποσό των τριακοσίων σαράντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (344.827,50), ενόψει του ότι, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η εναγομένη υποστηρίζει ότι η υπ' αριθμ. ...
προθεσμιακή κατάθεση διακόπηκε πρόωρα, χωρίς να κάνει λόγο για ανανέωση αυτής και συνακόλουθα για την ύπαρξη νέας προθεσμιακής κατάθεσης. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από το γεγονός της εμπλοκής της Α. Κ., σε υποθέσεις υπεξαίρεσης χρημάτων καταθετών, εν αγνοία αυτών, καθόσον οι περιπτώσεις αυτές δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της προκειμένης δίκης και η έκβαση αυτών, δεν αφορά ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της ενδίκου υποθέσεως, κατά την οποία, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων ήταν ενήμερος για τις κινήσεις του επίμαχου λογαριασμού του και τις αναλήψεις, στις οποίες προέβαινε η θυγατέρα του, η οποία ενεργούσε με την συναίνεση και εντολή του, γεγονός που άγει στην απαλλαγή της ευθύνης της εναγομένης Τράπεζας από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, που την συνέδεε με τον ενάγοντα πελάτη της.
Σημειώνεται, παρενθετικά, ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε, αν κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία εις βάρος της προστηθείσας στην υπηρεσία της Τράπεζας υπαλλήλου της και ποίο το αποτέλεσμά της. Τέλος, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι, η εκκαλούσα με την από 25-02-2019 προσθήκη - αντίκρουση επί των εγγράφων προτάσεών της, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, ότι στον επίδικο υπ' αριθμ. ...
τραπεζικό λογαριασμό είχε συμπεριληφθεί, ως συνδικαιούχος και η θυγατέρα του εφεσίβλητου Α. Κ., όπως, άλλωστε, εξέθετε και στην από 02-08-2011 προσεπίκληση, το περιεχόμενο της οποίας αναπτύχθηκε παραπάνω, προσκομίζει δε, με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών της, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αντίγραφο του εν λόγω λογαριασμού, που απεικονίζει την κίνηση αυτού, κατά το από 18-05-2004 έως 26-02-2009 χρονικό διάστημα και στον οποίο φέρεται, ως συνδικαιούχος αυτού, η Α.
Κ., πλην, όμως, ο όψιμος αυτός ισχυρισμός της δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθόσον το παραπάνω έγγραφο, σύμφωνα με τα εκτενώς αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, που προηγήθηκε, δεν προσκομίστηκε, παραδεκτώς, για την αντίκρουση αντίστοιχου ισχυρισμού του εφεσίβλητου, που προβλήθηκε στο ακροατήριο, όπως, αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αλλά αφορά την ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών.
Ομοίως, για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και η από 23-06-2008 Σύμβαση Παροχής Πίστωσης, η οποία φέρεται, ότι συνήφθη, μεταξύ της θυγατέρας του ενάγοντος, ως πιστούχου και της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, ποσού πεντακοσίων χιλιάδων (500.000,00 ), με εγγυητές την Ε. Δ. Κ. και την Ε. Ν. Κ., προκειμένου η Α.
Κ. να καλύψει τους φερομένους ζημιωθέντες πελάτες της Τράπεζας, όπως ο εφεσίβλητος υποστηρίζει, έγγραφο, όμως, το οποίο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 25-02-2019 προσθήκης - αντίκρουσης επί των εγγράφων προτάσεών του, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, επικαλέστηκε το πρώτον με την προσθήκη και, ως εκ τούτου, η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου, με τον ανωτέρω τρόπο, δεν είναι παραδεκτή .
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά και την έκδοση της υπ' αριθμ. 5177/2018 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η ένδικη έφεση και, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, η προσβαλλομένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξαφανίστηκε και διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως (.....), προκειμένου, κατά τη νέα συζήτηση να εμφανισθούν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο ο ενάγων, καθώς και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, ώστε να διευκρινιστούν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης και να σχηματισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση, το Δικαστήριο, τούτο, δικάζοντας, κατ' ουσίαν, πρέπει να απορρίψει την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη, καθώς δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά της αγωγής αυτής πραγματικά περιστατικά...".
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε όχι εξαιτίας αποδείξεως της ενστάσεως εξοφλήσεως της εναγομένης με τη μη προσκόμιση της κινήσεως του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού και βιβλιαρίου εκ μέρους του ενάγοντος, αλλά επειδή ο ενάγων, που έφερε το σχετικό βάρος της αποδείξεως, δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, καθόσον από τα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψαν πράξεις ή παραλείψεις της διευθύντριας του καταστήματος της εναγομένης όσον αφορά την κίνηση του επίμαχου λογαριασμού, τις οποίες ο ενάγων αγνοούσε ή για τις οποίες δεν είχε ενημερωθεί, αντίθετα προέκυψε ότι ο επίμαχος λογαριασμός εκινείτο από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος ενημέρωνε τα βιβλιάριά του για την κίνηση και το υπόλοιπο αυτού, αλλά και από τη θυγατέρα του Α.
Κ., η οποία είχε την εντολή να διαχειρίζεται τα χρήματά του και προέβαινε, κατ' εντολή και λογαριασμό του, σε αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών, για τις οποίες ήταν ενήμερος ο ενάγων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1692/2017).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο: α) δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με όλα τα δικόγραφά του ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη δεν συμμορφώθηκε με την 7347/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) που την υποχρέωσε να του χορηγήσει αντίγραφα της κινήσεως του επίμαχου λογαριασμού, αφού ουδέποτε του τα παρέδωσε και β) δέχθηκε, χωρίς επίκληση από την αναιρεσίβλητη, ότι τα αντίγραφα κινήσεως του εν λόγω λογαριασμού παραδόθηκαν σε αυτόν σε εκτέλεση της άνω αποφάσεως. Ωστόσο, τα παραπάνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό και συνεπώς, δεν συνιστούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη και δεν θεμελιώνουν την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα. Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξεως, όπως είναι και η περί επιδείξεως εγγράφου τοιαύτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 1355/2010, ΑΠ 2095/2009).
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση που υπέβαλε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να προσκομίσει την κίνηση του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού στο κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Από την παραδεκτή, ωστόσο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Εφετείο, προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν ζήτησε με αυτές την επίδειξη των άνω εγγράφων, όπως αντίθετα είχε πράξει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τέτοιο αίτημα υπέβαλε ο αναιρεσείων, απαραδέκτως, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου στο ακροατήριο του Εφετείου κατά την αυτοπρόσωπη εξέταση των διαδίκων, όπως προκύπτει από τα υπ' αρ. 5668/2019 πρακτικά του άνω δικαστηρίου, που παραδεκτώς επισκοπούνται.
Σε κάθε δε, περίπτωση από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι την κίνηση του επίμαχου λογαριασμού για το κρίσιμο χρονικό διάστημα (από 18-5-2004 έως 26-2-2009) προσκόμισε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο με την από 25-2-2019 προσθήκη - αντίκρουση επί των προτάσεών της που κατέθεσε στο άνω δικαστήριο.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο που δεν αποφάνθηκε για το παραπάνω αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη εγγράφων δεν έσφαλε, διότι το αίτημα αυτό δεν υποβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιόν του και σε κάθε περίπτωση, διότι, μετά την προσκόμιση των άνω εγγράφων στο δικαστήριο από την αναιρεσίβλητη, το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος κατέστη άνευ αντικειμένου.
Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 8/2019). Με τον πρώτο λόγο, κατά το τέταρτο σκέλος του και τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη :
α) ότι η αναιρεσίβλητη συμμορφώθηκε με την υπ' αρ. με την 7347/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) που την υποχρέωσε να του χορηγήσει αντίγραφα της κινήσεως του επίμαχου λογαριασμού και β) ότι η πρώτη προθεσμιακή κατάθεση του αναιρεσείοντος διακόπηκε πριν τη λήξη της (7-9-2004).
Ωστόσο, τα παραπάνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν συνιστούν, όπως ήδη εκτέθηκε, αυτοτελείς ισχυρισμούς και συνεπώς, δεν συνιστούν "πράγματα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη και δεν θεμελιώνουν την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.
Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο: α) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για το παραδεκτό του παρόντος λόγου, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και ο λόγος, για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 103/2021, ΑΠ 873/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Δεν αποτελεί δε απόδειξη κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 596/2001).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο : α) για την απόδειξη της εκ μέρους του αναλήψεως της προθεσμιακής καταθέσεως έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη τα από 9-9-2004, 28-12-2004, 6-6-2005, 12-7-2005, 3-10-2005 και 30-12-2005 εντάλματα πληρωμής, ποσών 1.486, 2.972, 2.972, 744,54, 744,80 και 2.298 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και τα από 22-3-2005 και 10-8-2005 παραστατικά αναλήψεως μετρητών, ποσών 743 και 744,54 ευρώ αντίστοιχα, τα περισσότερα από τα οποία είχαν πλαστή υπογραφή και β) δεν έλαβε υπόψη του την ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι του οφείλει τουλάχιστον 330.000 ευρώ, που προέκυπτε από το γεγονός ότι, πέραν των παραπάνω παραστατικών, η τελευταία δεν προσκόμισε παραστατικά για τις λοιπές επικαλούμενες από αυτή αναλήψεις του.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι :α) ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποια από τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα είναι πλαστά και συνεπώς, δεν θα έπρεπε κατά νόμο να ληφθούν υπόψη και β) η μη προσκόμιση από την αναιρεσίβλητη και άλλων παραστατικών πέραν των παραπάνω αναφερομένων, δεν συνιστά δικαστική ομολογία αυτής κατά την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, δηλαδή παραδοχή προφορική ή γραπτή ενώπιον του δικαστηρίου του κρίσιμου γεγονότος ότι οφείλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 330.000 ευρώ με πρόθεσή της προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 5668/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ