Supreme Court dismisses request to reinstate case after state voluntarily paid disputed salaries. State's voluntary payment bars restitution claim under specific law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the National Technical University's appeal against a judgment ordering the return of salaries paid to former employees. The university argued for reinstating the case after the state voluntarily paid the disputed amounts, but the court found these payments were made within a period covered by a specific statute exempting them from return. Consequently, the court rejected the request to reinstate the proceedings while upholding the original judgment on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 20(5) of Law 3801/2009: Voluntary payment by the state of disputed amounts within the statutory period bars the subsequent request for restitution of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1473 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1473/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 25) …, κατοίκων απάντων…. Οι 1η, 2η, 4η, 8η, 10η, 11η, 13η, 14η, 22η, 24η και 25ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (3η, 5η, 6η, 7η, 9η, 12η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19η, 20η, 21η και 23η) οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6400/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 23/2/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης ανέγνωσε την από 11/5/2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτου Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζήτησης διαδίκου, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού (ΑΠ 1387/2019).
Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139) προστέθηκε άρθρο 6Α στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1.
Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".
Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016, ΑΠ 620/2017, ΑΠ 207/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (12.04.2022), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο από το σύνολο των είκοσι πέντε (25) αναιρεσίβλητων, η πρώτη (1η), η δεύτερη (2η), η τέταρτη (4η), η όγδοη (8η), η δέκατη (10η), η ενδέκατη (11η), η δέκατη τρίτη (13η), η δέκατη τέταρτη (14η), η εικοστή δεύτερη (22η), η εικοστή τέταρτη (24η) και ο εικοστός πέμπτος (25ος) αναιρεσίβλητοι, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους.
Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με αριθμούς 11672/19.1.2022 και 11673/19.1.2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ά. Κ. Κ., προκύπτει ότι: α) ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 23.2.2009 και με αριθμό κατάθεσης 32/2009 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 6400/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [η οποία (αίτηση αναίρεσης) από προφανή παραδρομή στις ως άνω εκθέσεις επίδοσης αναγράφεται ως έχουσα ημερομηνία 22.2.2009, καθώς από το σύνολο των λοιπών στοιχείων αυτής, προκύπτει η ταυτότητα του επιδοθέντος ακριβούς αντιγράφου της], με πράξη ορισμού από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως αρμοδίου, του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίζεται χρόνος για συζήτηση της υπόθεσης η 26.5.2020 και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή και β) ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου 100/16.09.2021 βεβαίωσης αναβολής της Γραμματέα του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση της από 23.2.2009 αίτησης αναίρεσης, [η οποία (συζήτηση) κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 26.5.2020 αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23.2.2021, οπότε ματαιώθηκε καθώς συνέπεσε με την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19] κατά την (αυτεπαγγέλτως επαναπροσδιορισθείσα) δικάσιμο της 14.9.2021 αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης (δηλαδή την 12.4.2022) και κλήση για συζήτηση κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο έχουν επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 122, 127 παρ. 1, 128 παρ. 4, 143 παρ. 1, 498, 499 και 568 του ΚΠολΔ και το προεκτεθέν άρθρο 6 Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου -10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στις δικηγόρους Ευαγγελία Χαραλάμπους και Αγγελική Καραμιχαλάκου, από τις οποίες η Ευαγγελία Χαραλάμπους υπέγραψε την ένδικη από 19.12.2005 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών 2300/16.12.2005 αγωγή και εκπροσώπησε όλους τους ενάγοντες -αναιρεσίβλητους (δηλαδή και τους 25) στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με τη με αριθμό 466/2006 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου και η Αγγελική Καραμιχαλάκου εκπροσώπησε όλους ενάγοντες- εφεσίβλητους -αναιρεσίβλητους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 1.9.2006 και με αριθμό κατάθεσης 1670/2006 έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 6400/2008 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Εξάλλου, οι ως άνω Δικηγόροι (και) των απόντων αναιρεσίβλητων δεν προκύπτει να έχουν αντικατασταθεί με οποιονδήποτε τρόπο κατά τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδαφ. α και γ του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των πρώτης (1ης), δεύτερης (2ης), τέταρτης (4ης), όγδοης (8ης), δέκατης (10ης), ενδέκατης (11ης), δέκατης τρίτης (13ης), δέκατης τέταρτης (14ης), εικοστής δεύτερης (22ης), εικοστής τέταρτης (24ης) και εικοστού πέμπτου (25ου) αναιρεσίβλητων, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα σκέψη, αυτοί έχουν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.
Με την κρινόμενη από 23.02.2009 και με αριθμό κατάθεσης 32/03.03.2009 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6400/26.9.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 01.09.2006 και με αριθμό ημερομηνία κατάθεσης στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών 1670/4.9.2006 και αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 213608/3462/2006 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της με αριθμό 466/2006 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της από 12.12.2005 και με αριθμό κατάθεσης 2300/16.12.2005 αγωγής των εναγόντων -αναιρεσίβλητων και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα-αναιρεσίβλητο τα στην απόφασή του οριζόμενα ποσά με το νόμιμο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 6400/2008, απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 01.9.2006 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε τη με αριθμό 466/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της από 12.12.2005 αγωγής περί επιδίκασης των αιτουμένων εκεί επί μέρους χρηματικών ποσών ως επίδομα πληροφορικής, που προβλέπεται στα άρθρα 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003 και που ενάγοντες-εφεσίβλητοι-αναιρεσίβλητοι αξίωναν για τη χρονική περίοδο από 1.1.2003 έως 31.12.2005 για τις 1η έως 23η και για τον 25ο ενάγοντες -εφεσίβλητους -αναιρεσίβλητους και για τη χρονική περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 26.9.2004 και από 26.9.2005 μέχρι 31.12.2005 για την 24η ενάγουσα-εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ.
β του Συντάγματος και β) δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, επιδικάζοντας στους ενάγοντες - εφεσίβλητους - αναιρεσίβλητους τα στην απόφαση αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπρόθεσμα και παραδεκτά, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 03.03.2009 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση δεν προκύπτει, δημοσιεύθηκε στις 26.09.2008 (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανόμενου σε αυτή μοναδικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποίαν αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.
Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών, την οποίαν θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίο θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ.11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του Ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.
Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". 'Ηδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου Ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ.8 αυτού, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...].
Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του Π.Δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.5 του Ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.
Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ Α 5.3.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α 180/9.9.1999), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του π.δ. 347/2003 (ΦΕΚ Α 315/31.12.2003) θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής (άρθρο 14).
Και στο π.δ. 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου π.δ. κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ Πληροφορικής), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω π.δ/τος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (και ήδη π.δ/μα. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.)" με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α` 51), διαιρούμενη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του μόνιμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ανά κλάδο και ειδικότητα προσωπικού του.
Περαιτέρω, από τις ίδιες εκτεθείσες διατάξεις συνάγεται και ότι ο αυστηρός καθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής μόνο στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, αποκλείει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δημόσιου φορέα, όπως είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο" σε βάρος της περιουσίας των υπαλλήλων του, στους οποίους αναθέτει τα καθήκοντα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν τους καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ήδη άρθρο 8 του ν. 3205/2003) επίδομα πληροφορικής, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι είτε δεν έχουν τα απαιτούμενα από το π.δ. 194/1988 (ήδη π.δ. 50/2001) τυπικά προσόντα και δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, είτε έχουν τα απαιτούμενα από τα ως άνω π.δ.
τυπικά προσόντα, αλλά δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής Τούτο διότι, αν ο φορέας του δημοσίου προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση ιδίων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλε το επίδομα πληροφορικής, καθόσον και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003. [ΟλΑΠ 5/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 904 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν υφίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμός του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, καθόσον κατά τον επίδικο χρόνο οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι ασκούσαν τα αντίστοιχα με την ειδικότητα και τη θέση τους καθήκοντα και αρμοδιότητες, αμειβόμενοι βάσει του ισχύοντος μισθολογίου και ότι λόγω της γενικευμένης χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, έκαναν απλή χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που τους είχε διατεθεί για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση της εργασίας τους, χωρίς να υποκαθιστούν τους εργαζόμενους στη Διεύθυνση Πληροφορικής συναδέλφους τους, οι οποίοι είχαν αποκλειστική εργασία το χειρισμό Η/Υ, κατείχαν τα νόμιμα τυπικά προσόντα, είχαν τις ειδικότητες που ορίζει ο νόμος και αντικείμενο της εργασίας τους ήταν ο χειρισμός Η/Υ, η μηχανογράφηση κλπ, προκειμένου να καλυφθούν οι αντίστοιχες ανάγκες του αναιρεσείοντος.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12.12.2005 (με αριθμό κατάθεσης 2300/16.12.2005) αγωγή οι είκοσι πέντε (25) ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι κατά το έτος 1997 προσλήφθηκαν από το εναγόμενο -αναιρεσείον με συμβάσεις έργου, οι οποίες διαρκώς ανανεώνονταν μέχρι το έτος 2001, οπότε κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 μετατράπηκαν σε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με βάση δε αυτές έκτοτε απασχολούνται ως διοικητικό προσωπικό κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ.
Ότι, ειδικότερα, οι 2η, 3η, 4η, 13η, 18η, 19η, 20η, 21η και 22η ενάγουσες- αναιρεσίβλητες ανήκουν στον κλάδο ΔΕ -Υπαλλήλων Γραφείου, οι 5η, 6η, 7η, 8η και 9η ενάγουσες -αναιρεσίβλητες ανήκουν στον κλάδο ΔΕ - Χειριστών Η/Υ, η 10η ενάγουσα αναιρεσίβλητη ανήκει στον κλάδο ΤΕ -Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών, εργαζόμενη ως διοικητική υπάλληλος για την επεξεργασία ψηφιακής εικόνας, οι 1η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η και 17η ενάγουσες -αναιρεσίβλητες ανήκουν στο κλάδο ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού, οι 23η και 24η ενάγουσες -αναιρεσίβλητες ανήκουν στο κλάδο ΤΕ βιβλιοθηκονομίας και ο 25ος ενάγων -αναιρεσίβλητος ανήκει στο κλάδο ΠΕ Μηχανικών, εργαζόμενος ως προγραμματιστής.
Ότι το μισθολόγιό τους μέχρι τις 31.12.2003 διεπόταν από το ν. 2470/1997 (ενιαίο μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων) και από 1.1.2004 μέχρι και 31.12.2005 διεπόταν από τον ν. 3205/2003, όντας μισθολογικά πλήρως εξομοιωμένοι με τους υπαλλήλους που εργάζονται στο Δημόσιο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου. Ότι καθένας από τους ενάγοντες -αναιρεσίβλητους από το χρόνο πρόσληψής του και ειδικά κατά την χρονική περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 31.12.2005, καθ' όλη τη διάρκεια του νομίμου ωραρίου του διεκπεραίωνε την ανατεθειμένη σ' αυτόν εργασία με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας του σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Η/Υ) μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής Η/Υ και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο αναπλήρωνε τα καθήκοντα χειριστών και προγραμματιστών Η/Υ, λόγω των υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου -αναιρεσίβλητου που δημιουργήθηκαν ελλείψει των απαιτούμενων για τη διεκπεραίωση του συνόλου των εργασιών τους αυτής της φύσης οργανικών θέσεων χειριστών και προγραμματιστών Η/Υ, χωρίς, όμως, να τους καταβάλλεται το αντίστοιχο επίδομα πληροφορικής που προβλέπεται αρχικά στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και στη συνέχεια στο άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 για τους χειριστές και για τους αναλυτές-προγραμματιστές και ηλεκτρονικούς μηχανικούς.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν την επιδίκαση του αναγραφόμενου για κάθε ενάγοντα -αναιρεσίβλητο ποσού με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, που αφορά σε επίδομα πληροφορικής, το οποίο δεν τους καταβλήθηκε κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2003 έως 31.12.2005 αν και καταβλήθηκε σε συναδέλφους τους που κατείχαν οργανικές θέσεις χειριστών και προγραμματιστών, επικαλούμενοι κατά την κύρια βάση της ένδικης αγωγής τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ.
β του Συντάγματος) και κατά την επικουρική αυτής βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 ΑΚ) του εναγομένου -αναιρεσείοντος. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 466/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση αυτής και υποχρέωσε το εναγόμενο - αναιρεσείον να καταβάλει σε καθεμία από τις 1η έως και 23η ενάγουσες-αναιρεσίβλητες το ποσό των 2.656,44 ευρώ, στην 24η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.768,44 ευρώ και στον εικοστό πέμπτο ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.992,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ως επίδομα πληροφορικής, που έπρεπε να τους είχε καταβληθεί κατά χρονική περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 31.12.2005.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το εναγόμενο -εκκαλούν -αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε την από 01.09.2006 και με ημερομηνία κατάθεσης 4.9.2006 έφεσή του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 6400/2008, απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος -αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την 466/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως νομικά αβάσιμη και εξέτασε την μη πρωτοδίκως ερευνηθείσα επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία έκρινε νόμιμη, ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 και 346 του ΑΚ, και μετά από την εκτίμηση των από τους διαδίκους με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο -εκκαλούν -αναιρεσείον να καταβάλει σε καθεμία από τις 1η έως και την 23η ενάγουσες-εφεσίβλητες -αναιρεσίβλητες το ποσό των 2.656,44 ευρώ, στην 24η ενάγουσα -εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.620,44 ευρώ και στον 25ο ενάγοντα-εφεσίβλητο -αναιρεσίβλητο το ποσό των 3.168,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, δεχόμενο ότι τα ως άνω κονδύλια συνιστούν μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, που επήλθε κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 31.12.2005 σε βάρος των εναγόντων -εφεσίβλητων -αναιρεσίβλητων.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) συνδέονται με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. (ήδη αναιρεσείον) με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου έχοντας αναλάβει καθήκοντα στις κάτωθι ειδικότητες: α) οι1η, 11η, 12η, 15η και 17η ΠΕ Διοικητικού -Οικονομικού, β) οι 2η, 3η, 4η, 9η, 13η, 16η, 18η, 19η, 20η, 21η και 22η ΔΕ Υπαλλήλων Γραφείου, γ) οι 5η, 6η, 7η και 8η ΔΕ Προσωπικού Η/Υ, δ) η 10η ΤΕ - Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών (ΣΓΤΚΣ), ως διοικητική υπάλληλος για την επεξεργασία ψηφιακής εικόνας, ε) η 14η ΠΕ Αγροτοπογράφων Μηχανικών ως διοικητική υπάλληλος, στ) οι 23η και 24η ΤΕ Βιβλιοθηκονομίας και η) ο 25ος ΠΕ Μηχανικών.
Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του εναγομένου σε όσα τμήματα και διευθύνσεις αυτού δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν κατόπιν εντολής του στους ενάγοντες τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά το χρονικό διάστημα οι 1η έως και 23η ενάγουσες από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2005, η 24η ενάγουσα (Φ.
Ε.) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 26-9-2004 και από 26-9-2005 μέχρι 31-12-2005, καθόσον κατά το ενδιάμεσο διάστημα βρισκόταν σε εκπαιδευτική άδεια, [...] και ο 25ος ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1- 1-2003 μέχρι και 31-12-2005. Επομένως, οι ενάγοντες κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα εκτέλεσαν κατά κύρια και αποκλειστική απασχόληση καθήκοντα διαφορετικά από εκείνα του κλάδου για τον οποίο είχαν προσληφθεί.
Από την παραπάνω δε εργασία των εναγόντων το εναγόμενο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το εν λόγω επίδομα πληροφορικής για όσο χρονικό διάστημα εκτέλεσαν καθήκοντα της ειδικότητας χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο αποτελεί τη μηνιαία μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου σε βάρος τους και ανέρχεται κατά μήνα σε 25.000 δραχμές, ήτοι 73,37 ευρώ και από 1-1-2004 σε 74 ευρώ.
Συγκεκριμένα, δικαιούνται : Α) καθένας από τους 1η έως και την 23η ενάγουσες, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2005 συνολικά το ποσό των 2.656,44 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 880,44 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003 (12 μήνες X 73,37) και το ποσό των 1.776 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2005 (24 μήνες X 74), Β) η 24η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 26-9-2004 και από 26-9- 2005 μέχρι 31-12-2005 συνολικά το ποσό των 1.768,44 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 880,44 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 (12 μήνες X 73,37), το ποσό των 666 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 26-9-2004 (9 μήνες X 74) και το ποσό των 222 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 26-9-2005 μέχρι 31-12-2005 (3 μήνες X 74), στην οποία, όμως, πρέπει να επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 1620,44 ευρώ, καθόσον είναι μικρότερο του ανωτέρω και Γ) ο 25ος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2005 συνολικά το ποσό των 3.168,48 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 1.056,48 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 (12 μήνες X 88,04) και το ποσό των 2.112 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2005 (24 μήνες X 88).
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ, 8 αριθμός 11 του ν. 2470/1997 και ήδη του άρθρου 8 αριθμός 8 του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 και 11 του π.δ. 194/1988 και ήδη με τα άρθρα 6 και14 του π.δ. 50/2001 όπως το π.δ. 50/2001 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 347/2003, και με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998.
Τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης: 1) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες του σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό στα αναφερόμενα στην απόφαση τμήματά του, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι διοικητικές ανάγκες του αναιρεσείοντος, 2) στα εν λόγω τμήματα δεν προβλέπονται θεσμοθετημένες οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών και 3) οι αναιρεσίβλητοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 αριθμός 11 του ν. 2470/1997 και 8 αριθμός 8 του ν. 3205/2003 (από 1.1.2004), καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, δεν κατέχουν τους οριζόμενους στο π.δ. 194/1988 και ήδη στο π.δ. 50/2001, (όπως ισχύει κατά τον επίδικο χρόνο) τίτλους σπουδών και όλοι υπηρετούν στα προαναφερθέντα Τμήματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα τρία Τμήματα της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, η οποία (Διεύθυνση Πληροφορικής) έχει θεσμοθετηθεί με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998, (δηλαδή δεν υπηρετούν είτε στο Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων, είτε στο Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και Ανάπτυξης είτε στο Τμήμα Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης).
Οι αναιρεσίβλητοι, δηλαδή, ασκούν τα καθήκοντα που αρμόζουν στις αντίστοιχες Υπηρεσίες, στις οποίες, κατά την πρόσληψή τους τοποθετήθηκαν και δεν τους έχουν ανατεθεί αλλότρια καθήκοντα, υπαγόμενα στη θεσμοθετημένη Διεύθυνση Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, για τα οποία υφίσταται η νομοθετική πρόβλεψη καταβολής του επίδικου επιδόματος πληροφορικής.
Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα και τις ικανότητες των αναιρεσίβλητων και ανέθετε σε αυτούς την άσκηση των ιδίων ως άνω καθηκόντων των αναιρεσίβλητων στις ίδιες Υπηρεσίες του, και πάλι δεν θα κατέβαλε σε αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα διέθεταν (όπως οι αναιρεσίβλητοι) τα απαιτούμενα από το νόμο τυπικά προσόντα και σε κάθε περίπτωση (δηλαδή ακόμη και αν διέθεταν τα τυπικά προσόντα) θα τοποθετούνταν και θα υπηρετούσαν στις θέσεις των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις οργανικές θέσεις των τριών Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, ενόψει και της τεχνολογικής εξέλιξης που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η εκ μέρους των ως άνω αναιρεσίβλητων χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους στις οργανικές θέσεις που έχουν τοποθετηθεί, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων, για την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής (ΟλΑΠ 5/2021).
Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσείοντος, ήτοι βελτίωση της περιουσιακής του κατάστασης σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, λόγω της μη καταβολής του προβλεπόμενου στο άρθρο 8 αριθμός 8 του ν. 3205/2003 επιδόματος πληροφορικής, όπως αβάσιμα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς το αναιρεσείον (εργοδότης) δεν θα το κατέβαλε και σε άλλα πρόσωπα που θα είχαν τα ίδια προσόντα και τις ίδιες ικανότητες με εκείνες των αναιρεσίβλητων, θα τα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα τα τοποθετούσε στις ίδιες ακριβώς οργανικές θέσεις των Υπηρεσιών του, στις οποίες τοποθετήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, και θα τους ανέθετε τα ίδια ακριβώς καθήκοντα.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ως άνω εκτεθείς μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της, κατά το οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, δέχθηκε ως νομικά βάσιμη την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 ΑΚ), βάση της από 12.12.2005 (με αριθμό κατάθεσης 2300/16.12.2005 αγωγής). Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι για τη νομική θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.
α του ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η ως άνω αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως νομικά αβάσιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι όμως και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (ΟλΑΠ 11/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α 163/4.9.2009) "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται.
Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών". Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων, που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά, από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων (πρβλ ΕλΣυν. 955/2010) και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι' αυτούς η ως άνω επιστροφή.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ` αυτών σημείωση της αρμόδιας Γραμματέα, στις 11.04.2022, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς στις 21.05.2009 σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση.
Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθρο 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005).
Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των ποσών, τα οποία στις 21.5.2009 το αναιρεσείον τους κατέβαλε ως επίδομα πληροφορικής, συμμορφούμενο εκουσίως στις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι νομικά βάσιμος, αφού στηρίζεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009. Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 21.5.2009 κατέβαλε με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του (μετ` αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ΙΚΑ, ΤΣΜΕΔΕ, ΜΤΠΥ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών) α) το συνολικό ποσό των 2.363,24 ευρώ σε καθεμία από τις 1η και 14η αναιρεσίβλητες, β) το συνολικό ποσό των 2.116,64 ευρώ σε καθεμία από τις 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19η, 20η, 21η, 22η και 23η αναιρεσίβλητες, γ) το συνολικό ποσό των 1.291,14 ευρώ στην 24η αναιρεσίβλητη και δ) το συνολικό ποσό των 2.873,31 ευρώ στον 25ο αναιρεσίβλητο (βλ.
το με αριθμό πρωτ. 15886/9.4.2020 έγγραφο της προϊσταμένης της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, την από 28.04.2009 μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε η εκκαθαρίστρια αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ και το από 5.4.2022 υπηρεσιακό σημείωμα της αναπλ.
προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος). Επειδή, όμως, τα ως άνω ποσά, που αφορούν επίδομα πληροφορικής, καταβλήθηκαν στους αναιρεσίβλητους στις 21.5.2009 (δηλαδή μέσα στο διάστημα από 1.1.1997 έως 4.9.2009), καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση της εκτεθείσας διάταξης του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητοι να μην υποχρεούνται στην επιστροφή τους.
Κατόπιν αυτού η υποβληθείσα από το αναιρεσείον αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και των άρθρων 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 6400/26.9.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά το μέρος που δέχθηκε ως βάσιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της από 12.12.2005 (με αριθμό κατάθεσης 2300/16.12.2005) αγωγής των εναγόντων -εφεσίβλητων -αναιρεσίβλητων.
Κρατεί και δικάζει την επικουρική βάση της από 12.12.2005 (με αριθμό κατάθεσης 2300/16.12.2005) αγωγής.
Απορρίπτει την επικουρική βάση της ως άνω αγωγής.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2022 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ