1473/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την .../23-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Legislator headnote
AI generated1473/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί, κατά το άρθρο 669 § 2 ΑΚ, δικαίωμα του καταγγέλοντος, που ασκείται με δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα και, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, αναιτιώδη, υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται και να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1473 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1473/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αικατερίνης Φλίνου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "... Εταιρία, ως ειδικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "..., Έκδοση Έντυπων Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας" νομίμως εκπροσωπούμενης με έδρα τον …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την .../23-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:686/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει, συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ολ. ΑΠ 861/1984).
Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί, κατά το άρθρο 669 § 2 ΑΚ, δικαίωμα του καταγγέλοντος, που ασκείται με δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα και, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, αναιτιώδη, υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται και να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα.
Η άσκηση του δικαιώματος προς καταγγελία υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει, μεταξύ"άλλων, στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους -που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 315/2014, ΑΠ 1123/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ήδη αναιρεσείων - ενάγων με την από 22.8.2011 αγωγή ισχυρίζεται ότι δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη την 1.6.1987 από την εναγομένη ως τεχνικός τύπου. Ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του στην εναγομένη ασκούσε προσηκόντως τα καθήκοντά του, πλην όμως την 24.5.2011 η εναγομένη προέβη αιφνιδίως σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του.
Ότι, η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, διότι η εναγομένη προέβη σε αυτή: α) ενώ ο ενάγων βρισκόταν σε κανονική άδεια, β) από λόγους εκδίκησης επειδή η εναγομένη είχε ενοχληθεί από τη συνδικαλιστική δράση που είχε αναπτύξει ο ενάγων και γ) γιατί σε κάθε περίπτωση ακόμη και στην περίπτωση απόλυσης συνεπεία οικονομικοτεχνικών λόγων παρέλειπε η εναγόμενη εργοδότης να τηρήσει τα αναγκαία κριτήρια, ώστε η καταγγελία της σύμβασης του να μην είναι αντίθετη με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συγκεκριμένα ότι έπρεπε να απολύσει κάποιον από τους νεότερους και χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις υπαλλήλους αντί του ενάγοντος, όπως ειδικότερα αναφέρει στην αγωγή.
Ότι συνεπεία της ακύρου απολύσεως του δικαιούται για μισθούς υπερημερίας από την 25.5.2011 μέχρι την 25.1.2012 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής) το ποσόν των 19.268,05€, όπως αυτό υπολογίζεται στο αγωγικό δικόγραφο. Μετά ταύτα ζητεί να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 24.5.2011 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η εναγομένη με προσωρινά εκτελεσή απόφαση, να τον απασχολεί, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης και, κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσόν των 15.500€.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 686/2012 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της ανωτέρω γενομένης καταγγελίας, κατόπιν δε ασκήσεως δύο αντιθέτων εφέσεων κατ’ αυτής από τα διάδικα μέρη εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απερρίφθη η έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και ακολούθως απερρίφθη η ένδικη αγωγή ως αβάσιμη.
Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η εναγομένη εδραστηριοποιείτο εις την έκδοσιν ημερησίων εφημερίδων (πρωινών και απογευματινών), περιοδικών, ειδικών εφημερίδων και παντός είδους εντύπου γενικού ή ειδικού περιεχομένου, όπως επίσης και εις την εκμετάλλευσιν τυπογραφείων, πιεστηρίων και συναφών αντικειμένων.
Εις χρόνον μεταγενέστερον της πρωτοβαθμίου συζητήσεως της κρινομένης υποθέσεως ο εκδοτικός κλάδος της εναγομένης απεσχίσθη και μετεβιβάσθη, κατά τα εις ανωτέρω σημείον της παρούσης αναφερθέντα, εις την θυγατρικήν της εναγομένης ανώνυμον εταιρείαν (εκκαλούσαν). Την 1η Ιουνίου 1987 ο ενάγων προσελήφθη διά συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως από την εναγομένην ανώνυμον εταιρείαν, δια να εργασθεί ως τεχνικός τύπου.
Μετά δε την εφαρμογή της νέας τεχνολογίας (μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών) ειργάσθη ως σελιδοποιός. Καθ’ όλον το χρονικό διάστημα της εργασιακής απασχολήσεως του ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του εις την εναγομένην. Από του έτους 2009 οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές αυτού είχαν, κατόπιν συμφωνίας ενάγοντος και εναγομένης, ανέλθει εις ποσόν 3.853,61 ευρώ (αντιστοιχούσες εις καθαρές αποδοχές 2.514,98 ευρώ) διά πενθήμερον εν τοις πράγμασιν απασχόλησιν από ώρας 18.00 έως ώρα 01.30 καθημερινώς.
Η έναρξη και επίταση της εν Ελλάδι γενικής οικονομικής υφέσεως από του έτους 2007 και εντεύθεν επηρρέασε αρνητικώς την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης, η οποία διά λόγους αναγομένους αφ’ ενός εις την γενικωτέραν πτώσιν των πωλήσεων των εφημερίδων και περιοδικών, αφ’ ετέρου εις την δραστικήν μείωσιν των διαφημιστικών εσόδων από μεγάλες κατηγορίες διαφημιζομένων πελατών, όπως αυτοκινητοβιομηχανίες και τράπεζες, και εκ τρίτου εις την σημαντική πτώσιν των εσόδων από εκτυπώσεις τρίτων, ενεφάνισεν εμφανή πτώσιν εις τα κέρδη της.
Ειδικώτερον, βάσει του ισολογισμού αυτής, ο οποίος εδημοσιεύθη διά του υπ’ αριθ. ... /20-4-2011 ΦΕΚ Α.Ε. & Ε.Π.Ε., η εναγομένη εντός του έτους 2010 (κατά την χρονική περίοδο από 1-1-2010 έως 31-12-2010) ενεφάνισεν τα ακόλουθα μειωμένα μεγέθη εν συγκρίσει προς την αμέσως προηγουμένην αντίστοιχη χρονική περίοδο (από 1-1-2009 έως 31-12-2009):
ι) κύκλον εργασιών ύψους 69.288.642,51 ευρώ (προηγουμένου έτους: 76.054.094,30 ευρώ), ιι) μεικτά κέρδη ύψους 17.895.327,50 ευρώ (προηγουμένου έτους: 19.479.571,13 ευρώ), ιιι) ζημίες (προ φόρων, χρηματοδοτικών και επενδυτικών αποτελεσμάτων) ύψους 5.973.459,13 ευρώ (προηγουμένου έτους: 3.160.397,43 ευρώ), ιν) ζημίες (προ φόρων) ύψους 7.479.719,88 ευρώ (προηγουμένου έτους: 4.178.366,45 ευρώ) και ν) ζημίες (μετά από φόρους) ύψους 7.831.552,16 ευρώ (προηγουμένου έτους: 4.436.680,39 ευρώ).
Εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2009 προς αντιμετώπισιν της προοδευτικώς επιδεινουμένης οικονομικής πορείας της επιχειρήσεώς της η εναγομένη διά των νομίμων εκπροσώπων αυτής ανεκοίνωσε εις τους τεχνικούς του τμήματος προεκτυπώσεως την απόφασίν της διά μείωσιν των μισθών αυτών, όπερ επέφερεν την αντίδρασιν αυτών και κατόπιν ατύπου προσφυγής εις το συνδικαλιστικόν σωματείον "...
ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ (...) από τον εναγόμενον, ο οποίος - ελλείψει συστάσεως επιχειρησιακού σωματείου τεχνικών στην επιχείρηση της εναγομένης- εκπροσωπούσε ατύπως τους εργαζομένους τεχνικούς εις τα αναφυόμενα εργασιακά ζητήματα (διά τις άλλες δύο κατηγορίες εργαζομένων εις την επιχείρηση της εναγομένης, ήτοι διά τους δημοσιογράφους και τους διοικητικούς υπαλλήλους αντίστοιχα επαγγελματικά σωματεία ήσαν η ...), απετράπη η αναμενόμενη περικοπή μισθών, πλήν, όμως, η εναγομένη ηναγκάσθη διά οικονομικούς λόγους να προβεί εις την καταγγελίαν των εργασιακών συμβάσεων δύο τεχνικών (ενός σελιδοποιού και ενός φωτοσυνθέτου), οι οποίοι δεν εζήτησαν από τον ενάγοντα ή από το ως άνω συνδικαλιστικό σωματείον (...) να παρέμβουν προς αποτροπήν των απολύσεων αυτών.
Ωσαύτως, διά οικονομικούς λόγους εντός του καλοκαιριού του έτους 2010 η εναγομένη προέβη εις καταγγελίαν των εργασιακών συμβάσεων δύο ακόμη τεχνικών τύπου, οι οποίοι, επίσης, δεν εζήτησαν την παρέμβαση του ενάγοντος και του ως άνω επαγγελματικού σωματείου αυτών εις το εν λόγω ζήτημα. Ακολούθως, περί το τέλος του έτους 2010 η εναγομένη προς αντιμετώπισιν της διαρκώς επιδεινουμένης οικονομικής καταστάσεως απεφάσισεν αρχικώς την θέση μέρους του τεχνικού προσωπικού (οκτώ εργαζομένων του τμήματος φωτοσυνθέσεως) υπό καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας διά χρονικόν διάστημα ενός έτους (αρχομένου από 1ης Ιανουαρίου 2011), πλήν, όμως, εν συνεχεία προ της αντιδράσεως των εργαζομένων και του συνδικαλιστικού σωματείου αυτών (...) ανεκάλεσεν την τοιαύτην απόφασίν της.
Όμως, εντός του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2011 η εναγομένη συνεφώνησεν και υλοποίησεν (υπό το εξωτερικόν κάλυμμα της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων μετά καταβολής της προσηκούσης αποζημιώσεως) την εθελουσίαν αποχώρησιν τριών επιπλέον τεχνικών τύπου, οι οποίοι είχαν κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Επίσης εντός του μηνός Μαρτίου του έτους 2011 η εναγομένη προέβη εις την καταγγελίαν της συμβάσεως εργασίας μιάς ακόμη τεχνικού (σελιδοποιού), η οποία, ωσαύτως δεν εζήτησε κάποιαν βοηθητικήν παρέμβασιν από το συνδικαλιστικό σωματείον της .... Λόγω, όμως, της συνεχιζομένης επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεώς της η εναγομένη αποφάσισε την περαιτέρω μείωσιν των λειτουργικών δαπανών αυτής και ούτως συνεφώνησε την εθελουσίαν αποχώρησιν (υπό το εξωτερικόν περίβλημα της καταγγελίας της συμβάσεως και της καταβολής της προσηκούσης αποζημιώσεως) εννέα επιπλέον τεχνικών τύπου, καταβαλούσα προς αυτούς (πέραν της αποζημιώσεως απολύσεως) ως κίνητρον αποχωρήσεως επιπρόσθετον αμοιβήν δέκα μηνιαίων μισθών.
Εν συνεχεία η εναγομένη, προκρίνασα αντί της διενεργείας περαιτέρω απολύσεων την διατήρησιν του εναπομείναντος εργατικού δυναμικού τεχνικών τύπου μετά μειώσεως, όμως, των αποδοχών πάντων των υψηλόμισθων τεχνικών τύπου ως προς το υπερβαίνον το όριον των 2.000 ευρώ ύψος καθαρών αποδοχών, άρχισε την διενέργειαν διαπραγματεύσεων μετά των εργαζομένων, οι οποίοι εξεπροσωπούντο ατύπως από τον ενάγοντα.
Ο ενάγων αντέδρασεν εντόνως εις την τοιαύτην πρότασιν και άρχισε να ποιεί αρνητικά σχόλια διά τους νομίμους εκπροσώπους της εργοδότιδος. Την δέ 20ή Μαΐου 2011, ημέραν Παρασκευήν (κατά το ωράριον εργασίας του), εμφανισθείς εις τα τμήματα των τεχνικών, τα οποία ευρίσκονται εις τους δεύτερον και τέταρτον όροφον του κτιρίου του χώρου δραστηριοποιήσεως της εναγομένης ειρωνεύθηκε την οικογένεια (Α.), η οποία κατ" ουσίαν εξεμεταλλεύετο και εδιοίκει την ανώνυμη εταιρεία της εναγομένης, αναφέρων ειρωνικώς προς τους εργαζομένους ότι θα προέβαινε ο ίδιος εις έρανον διά να συγκεντρώσει το χρηματικόν ποσόν, το οποίον η εργοδότις επρόκειτο να εξοικονομήσει από την περικοπή των υψηλόμισθων τεχνικών, διά να το προσφέρει προς εκείνην.
Η τοιαύτη συμπεριφορά του ενάγοντος προεκάλεσεν την αντίδρασιν των λοιπών τεχνικών και κυρίως του εργαζομένου (τεχνικού) Κ. Β., ο οποίος, διαισθανθείς το ενδεχόμενον απολύσεως και άλλων τεχνικών τύπου λόγω της εμμονής του ενάγοντος εις την άρνησιν διά περικοπήν του μισθού των υψηλόμισθων τεχνικών, εις τους οποίους και ο ίδιος ο ενάγων συμπεριελαμβάνετο (διά της από 24-7-2008 συλλογικής συμβάσεως εργασίας μεταξύ της ...
Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και της Ενώσεως Τεχνικών Ημερησίου και Πειροδικού Τύπου Αθηνών οι μεικτές αποδοχές των τεχνικών τύπου, εις τους οποίους συμπεριελαμβάνοντο και οι σελιδοποιοί, είχε προσδιορισθεί διά εβδομαδιαίαν εργασίαν τριάντα οκτώ ωρών εις ύψος 1.444 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 10% και επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας 5% δι’ εκάστην τριετίαν συνεχούς παραμονής εις τον ίδιον εργοδότην από 1-1-2002 και διά δύο, κατ’ ανώτατον όριον, τριετίες και προσαυξήσεως νυκτερινής εργασίας 25% επί του εκάστοτε νομίμου ωρομισθίου δι’ εκάστην ώραν απασχολήσεως μετά την 10ην μεταμεσημβρινήν ώραν), επέπληξεν αυτόν διά την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του και μάλιστα είχε εντονώτατο φραστικό επεισόδιον μετ’ αυτού, το οποίον απετράπη να λάβει χείρονα εξέλιξιν χάριν της παρεμβάσεως των λοιπών συναδέλφων.
Το συγκεκριμμένο γεγονός περιήλθεν εις γνώσιν της εργοδότιδος, η οποία, διαπιστώσασα ότι εκ της τοιαύτης συμπεριφοράς του ενάγοντος είχαν προσβληθεί τα φυσικά πρόσωπα της διοικήσεως της εναγομένης και είχε τρωθεί εντόνως το κλίμα της εργασιακής ειρήνης εντός της επιχειρήσεως και είχε κλονισθεί ισχυρώς η εμπιστοσύνη της ιδίας προς τον ενάγοντα, έδωσε εντολήν εις τον αρμόδιον υπάλληλον, Ε.
Κ., να ανακοινώσει προς τον ενάγοντα την καταγγελίαν της συμβάσεως εργασίας. Ούτως, την 23η Μαίου 2011, ημέρα Δευτέραν ο υπάλληλος Ε. Κ. επεκοινώνησεν τηλεφωνικώς μετά του ενάγοντος και εγνωστοποίησεν προς αυτόν ότι η εναγομένη προέβη εις καταγγελίαν της συμβάσεως εργασίας, καλέσας αυτόν να προσέλθει εις τα γραφεία της εναγομένης προς λήψιν της αποζημιώσεως απολύσεως μέχρι την λήξη του ωραρίου εργασίας του ανακοινώσαντος την καταγγελίαν υπαλλήλου, δεδομένου ότι το ωράριον εργασίας του ενάγοντος άρχιζε περί ώραν 18:00.
Προ της τοιαύτης εξελίξεως ο ενάγων, ο οποίος κατά τον χρόνον τηλεφωνικής ανακοινώσεως της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μετέβαινε εις τα γραφεία της εφημερίδος "..." προς υποστήριξιν της υποψηφιότητός του (μετά του συνδυασμού "... ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΤΥΠΟΥ") εις το διοικητικό συμβούλιο της ... κατά τις επικείμενες τότε εκλογές της 28ης έως και 31ης Μαΐου 2011, δεν προσήλθεν εις την εργασίαν του και ούτως η από 23-5-2011 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους της εναγομένης εργοδότιδος μετά κλήσεως (διά προσέλευσιν και είσπραξιν) και προσφοράς της αποζημιώσεως απολύσεως εκ ποσού 85.421,69 ευρώ (μείον των νομίμων κρατήσεων) επεδόθη προς τον ενάγοντα την 24η Μαΐου 2011 . (βλ.
υπ’ αριθ. ... /24-5-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Γ.). Ακολούθως ο ενάγων επέδωσε προς την εναγομένη την από 26-5-2011 εξώδικη διαμαρτυρία, διά της οποίας ο απολυθείς επεχείρησε να προβάλει ακυρότητα της καταγγελίας επιστηριζομένην αποκλειστικώς εις το γεγονός της πληροφορήσεως της εναγομένης διά την υποβολήν δηλώσεως συμμετοχής του ιδίου ως υποψηφίου κατά τις επικείμενες τότε αρχαιρεσίες της ..., ισχυρισθείς επιπροσθέτως ότι την 23η Μαΐου 2011 είχεν λάβει απαλλαγήν από την εργασίαν του λόγω ασθενείας βάσει της από 23-5-2011 ιατρικής γνωματεύσεως του αιματολόγου ιατρού Ε.
Π. περί τραχηλικής διογκώσεως λεμφαδένων, κυνάγχης και επωδύνου ρεβοκράνου δεξιώς και περί χορηγήσεως αναρρωτικής αδείας επτά ημερών. Όμως, η επίσκεψις του ενάγοντος εις τα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού ..., λαβούσα χώραν περί ώραν 14:01:27 (της 23ης Μαΐου 2011) κατά την διάρκεια μεταβάσεως του ιδίου εις τα γραφεία της εφημερίδος "..." διά ενίσχυσιν της προαναφερθείσης υποψηφιότητός του και οφειλομένη εις απλόν πονόλαιμον, ως κατετέθη υπό του μάρτυρος αποδείξεως, δίχως να περιγραφεί υπό του τελευταίου κάποιο αιφνίδιο και οξύ σύμπτωμα αιτιολογούν τοιαύτην εσπευσμένην είσοδον εις Νοσοκομείον, συνετελέσθη μετά την τηλεφωνική ανακοίνωση προς τον ενάγοντα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, καθώς, όπως ενόρκως εβεβαίωσεν ο υπάλληλος της εναγομένης Ε.
Κ., κατά την τηλεφωνική επικοινωνία, την οποίαν ο ίδιος είχε μετά του ενάγοντος το πρωί της 24ης Μαΐου 2011, ο ενάγων δεν ανέφερε προς αυτόν ότι ήτο ασθενής και ότι διά λόγους ασθενείας δεν επρόκειτο να προσέλθει εις την εργασίαν του το εσπέρας της ιδίας ημέρας (βλ. ως προς την, κατ’ άρθρον 5§6 ΑΝ 539 /1945, ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εν περιπτώσει συντελέσεως αυτής κατά την διάρκειαν της κανονικής -ουχί συμβατικής- αδείας του μισθωτού: ...1986, ...
και ΕφΠατρ 81 /2007, ...). Βάσει των προαναφερομένων δεν απεδείχθη ότι η καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας έγινε εκ λόγω εκδικήσεως εξ αιτίας της μέχρι τότε άτυπης συνδικαλιστικής δράσεως του ενάγοντος και της εν συνεχεία υποβολής υποψηφιότητος διά την εκλογήν αυτού εις την διοίκησιν του προαναφερθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι, όπως προκύπτει διά του υπ’ αριθ.
πρωτ. ...26-3-2013 ακριβούς αποσπάσματος των από 22-5-2007 πρακτικών του τακτικού διοικητικού συμβουλίου της ..., ο ενάγων είχε εκλεγεί ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ως άνω συνδικαλιστικού σωματείου και κατά την διετίαν από Μαΐου 2007 έως Μαΐου 2009, δίχως να υπάρξει οιαδήποτε αντίδραση διά την τοιαύτην εκλογήν από την εναγομένην εργοδότιδα.
Περαιτέρω, εν σχέσει προς τις μετά πενθήμερον από της απολύσεως του ενάγοντος διεξαχθείσες αρχαιρεσίες του ιδίου ως άνω συνδικαλιστικού σωματείου πρέπει να σημειωθεί ότι, ανεξαρτήτως του ότι τελευταία ημέρα ανακοινώσεως της υποβολής υποψηφιοτήτων διά την ανάδειξη εις τα όργανα του ως άνω συνδικαλιστικού σωματείου ήτο η 24η Μαΐου 2011, η απόφαση του ενάγοντος διά υποβολήν υποψηφιότητος προς ανάδειξιν αυτού εις το διοικητικό συμβούλιο του ως άνω σωματέιου ήτο γνωστή εις τον χώρον εργασίας του (εργαζομένους και εργοδότιδα) ουχί μόνον από την 20ήν Μαΐου 2011 αλλά και από προγενέστερον χρόνον (από τις αρχές Μαΐου 2011).
Ο δέ ισχυρισμός του ενάγοντος περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως από την εναγομένην διά λόγους εκδικητικότητος ένεκα της προρρηθείσης υποβολής υποψηφιότητος εις το συνδικαλιστικόν σωματείον των τεχνικών τύπου αποδυναμώνεται έτι περισσότερον αφ’ ενός εκ της δυνατότητος της εργοδότιδος να προβεί εις καταγγελίαν της εργασιακής συμβάσεως εις ανύποπτον (προ της γνωστοποιήσεως της τοπιαύτης υποψηφιότητος) χρόνον προς τον σκοπόν αποφυγής οιουδήποτε ισχυρισμού του ενάγοντος περί συσχετίσεως της απολύσεως προς την υποβολήν υποψηφιότητος του ιδίου διά τις ως άνω αρχαιρεσίες και αφ’ ετέρου από την μη διενέργεια ή απειλή διενεργείας τέτοιας καταγγελίας κατά το προηγηθέν χρονικό διάστημα της ατύπου εκπροσωπήσεως των εργαζομένων της επιχειρήσεως της εναγομένης από τον ενάγοντα εις τα αναφυόμενα εργασιακά ζητήματα.
Υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η καταγγελία της επίδικης εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος από την εναγομένη δεν υπερέβαινε και δή προφανώς τα όρια τα τιθέμενα εκ της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Έσφαλεν, επομένως, κατά την εκτίμησιν των αποδείξεων το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον, το οποίον διά της εκκαλουμένης αποφάσεως εδέχθη τα αντίθετα και πρέπει αυτή, κατά παραδοχήν της εφέσεως της εναγομένης να εξαφανισθεί, να κρατηθεί δέ και δικασθεί κατ’ ουσίαν η κρινομένη διαφορά (άρθρον 535§1 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η κρινομένη αγωγή ως προς το αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της από 24-5-2011 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και δή κατά την πρωτοδίκως γενομένην αγωγικήν βάσιν επιστηρίξεως της τοιαύτης ακυρότητος εις την εκ του άρθρου 281 ΑΚ προβλεπομένη καταχρηστικότητα.
Λαμβανομένου δέ επιπροσθέτως υπ’ όψιν ότι το δευτεροβάθμιον δικαστήριον, όταν κατά παραδοχήν λόγου εφέσεως του εναγομένου εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την γενομένη δεκτή βάση της αγωγής, έχει εξουσίαν να εξετάσει και τις μη πρωτοδίκως εξετασθείσες λοιπές βάσεις, οι οποίες δεν υπήρξαν αντικείμενον πρωτοδίκου δικαστικής κρίσεως λόγω της παραδοχής (προταχθείσης) άλλης βάσεως της αγωγής (βλ.
ΑΠ 1316 /2008, ΕλλΔνη 49: 1434 και ΕφΑΘ 2896 /2011, ΕλλΔνη 53: 517), πρέπει να σημειωθεί εν σχέσει προς τις πρωτοδίκως μη εξετασθείσες λοιπές δύο βάσεις της αγωγής αφ’ ενός ότι δεν απεδείχθη ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας έγινε, καθ’ όν χρόνον ο ενάγων ευρίσκετο εις κανονικήν άδειαν, διότι η ένορκη κατάθεση του υπό του ενάγοντος προσαχθέντος μάρτυρος αποδείξεως περί του ότι ο ενάγων είχε λάβει κανονική άδεια κατά το χρονικό διάστημα από 21ης έως και 31ης Μαΐου 2011 διά την προετοιμασίαν της υποψηφιότητός του εις τις προαναφερθείσες εκλογές του προαναφερθέντος συνδικαλιστικού σωματείου αποδυναμώνεται διά της από 26-5-2011 εξωδίκου διαμαρτυρίας του ιδίου του ενάγοντος προς την εναγομένην, διά της οποίας ο απολυθείς επεχείρησε να προβάλει ακυρότητα της καταγγελίας επιστηριζομένην αποκλειστικώς εις το γεγονός της πληροφορήσεως της εναγομένης διά την υποβολήν δηλώσεως συμμετοχής του ιδίου ως υποψηφίου κατά τις επικείμενες τότε αρχαιρεσίες της ..., δίχως να προβάλει οιανδήποτε αιτίασιν διά τυχόν ακυρότητα της καταγγελίας ως γενομένης κατά την διάρκειαν χορηγήσεως κανονικής αδείας από την εναγομένη προς αυτόν και αφ’ ετέρου ότι δεν απεδείχθη ότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος έγινε διά οικονομικοτεχνικούς λόγους προς αναδιοργάνωσιν της επιχειρήσεως και ότι έπρεπε συνακολούθως να ακολουθηθούν αντικειμενικά (υπηρεσιακά και κοινωνικά) κριτήρια ως προς την επιλογήν των απολυομένων, ώστε να απολυθεί ουχί ο ενάγων αλλά συνάδελφος μετά μικροτέρας προϋπηρεσίας και μετ’ ολιγοτέρων οικογενειακών βαρών (άλλωστε διά του αγωγικού δικογράφου δεν προσδιωρίσθησαν ποία συγκεκριμμένα πρόσωπα εργαζομένων και βάσει ποίων συγκεκριμένων κατά πρόσωπον αντικειμενικών κριτηρίαων έπρεπε να προταχθούν εις την απόλυσιν έναντι του ενάγοντος).
Συνακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της.".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή η μη εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε στο ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα ενώ δέχεται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσέφερε ευδοκίμως τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη από της προσλήψεως του την 1.6.1987 και συνεχώς έκτοτε, την 23.5.2011 ήτο μετά πάροδο είκοσι τεσσάρων ετών ομαλής μεταξύ της συνεργασίας κατήγγειλε αιφνιδίως την ένδικη εργασιακή του σύμβαση λόγω της αναφερομένου σ’ αυτήν περιστατικού που έλαβε χώρα την 20.5.2011 και το οποίο προφανώς της αναφέρθηκε από συναδέλφους του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, δίχως να αιτιολογεί (η προσβαλλόμενη) γιατί η εναγομένη εργοδότης, δεν τον κάλεσε προηγουμένως για παροχή εξηγήσεων πριν προχωρήσει στο λίαν επαχθές μέτρο της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, λαμβανομένης υπ’ όψιν, κατά τα προεκτεθέντα, της μακρόχρονης προϋπηρεσίας του.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα του εάν η ως άνω καταγγελία έγινε εκ λόγων εκδικήσεως στο πρόσωπο του ενάγοντος εξ αιτίας της μέχρι τότε άτυπης συνδικαλιστικής δράσης αυτού, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της ".....εν συνεχεία η εναγομένη προκρίνασα αντί της διενεργείας περαιτέρω απολύσεων την διατήρησιν του εναπομείναντος εργατικού δυναμικού Τεχνικών Τύπου μετά μειώσεως όμως των αποδοχών πάντων των υψηλομίσθων τεχνικών τύπου ως προς το υπερβαίνον το όριον των 2.000 ευρώ ύψος καθαρών αποδοχών άρχισε την διενέργειαν διαπραγματεύσεων μετά των εργαζομένων, οι οποίοι εξεπροσωπούντο ατύπως από τον ενάγοντα.
Ο ενάγων αντέδρασεν εντόνως εις την τοιαύτην πρότασιν και άρχισε να ποιεί αρνητικά σχόλια δια τους νομίμους εκπροσώπους της εργοδότιδος. Την δε 20η Μαΐου 2011....εμφανισθείς εις τα τμήματα των τεχνικών......ειρωνεύθηκε την οικογένεια (Α.)....".
Επίσης, η προσβαλλόμενη ουδόλως αιτιολογεί το εσπευσμένο του χαρακτήρος της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος αμέσως μετά (2 ημέρες) το προεκτεθέν επεισόδιο το οποίο έλαβε χώρα κατά την άσκηση της συνδικαλιστικής του δράσης ως ατύπου εκπροσώπου των τεχνικών εργαζομένων της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και λίγες μόνον ημέρες πριν την διενέργεια, των αρχαιρεσιών της ... (συνδικαλιστικού οργάνου της ενώσεως τεχνικών τύπου), στις οποίες ο ενάγων ήταν υποψήφιος για την εκλογή του ως μέλους του Δ.Σ. αυτού, γεγονός το οποίο σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εγνώριζε η εναγομένη ήδη από τις αρχές Μαΐου 2011, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της προγενέστερης συνδικαλιστικής του ιδιότητας και του γεγονότος ότι σε περίπτωση εκλογής του θα απολάμβανε της προστασίας του άρθρου 14 παρ. 5γ του Ν. 1264/1982, μη απαντώντας στους σχετικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.
Επομένως, οι δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Συνεπώς, πρέπει κατά παραδοχή την προαναφερθέντων λόγων αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων.
Κατόπιν, αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 108/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ